Rupert Brooke, δύο ποιήματα -απόδοση Μαργαρίτα Παπαγεωργίου [2]




(στο τραίνο, ανάμεσα Μπολόνια και Μιλάνο, δεύτερη θέση)

Απέναντί μου δυο Γερμανοί με ροχαλητά ιδροκοπάνε.
Μέσα σε ναυτία πηχτή εμείς τραμπαλιζόμαστε μ’ αγκομαχητά.
Λες κι είμαστε εδώ από πάντα ˙ κι ωστόσο λίγο θα ΄ναι.
Δυο ώρες δείχνει ένα ρολόι θαμπά, δυο αιώνες, μα όχι αρκετά.
Τα παράθυρα είναι σφραγισμένα, και λιγδιασμένα βρωμάνε
στης νύχτας τη δυσωδία. Κι έχουμε ακόμα δυο ώρες μπροστά.
Δυο ώρες ως την αυγή και το Μιλάνο ˙ δυο ώρες δεν περνάνε.
Αντίκρυ μου δυο Γερμανοί ιδροκοπάνε με ροχαλητά…

Ο ένας τους ξυπνά, και φτύνει, και κοιμάται ξανά.
Το σκοτάδι ανατριχιά. Χλωμό ένα φως τη βροχή διαπερνά
τα πρόσωπά μας χτυπά, τα αποστεωμένα κι ωχρά. Κάπου αλλού
μια καινούργια μέρα ξεπηδά ˙ και μέσα, ο σάπιος αέρας παντού
πιο παγερός, πιο νοτερός, πιο σαπισμένος γίνεται μετά…
Αντίκρυ μου δυο Γερμανοί ιδροκοπάνε με ροχαλητά.



(From the train between Bologna and Milan, second class)

Opposite me two Germans snore and sweat.
Through sullen swirling gloom we jolt and roar.
We have been here for ever: even yet
A dim watch tells two hours, two aeons, more.
The windows are tight-shut and slimy-wet
With a night’s foetor. There are two hours more;
Two hours to dawn and Milan; two hours yet.
Opposite me two Germans sweat and snore. . . .

One of them wakes, and spits, and sleeps again.
The darkness shivers. A wan light through the rain
Strikes on our faces, drawn and white. Somewhere
A new day sprawls; and, inside, the foul air
Is chill, and damp, and fouler than before. . . .
Opposite me two Germans sweat and snore.



Περιφερόμουν μόνος στο κατάστρωμα, καμιά ώρα, απόψε
κάτω από έναν συννεφιασμένο αφέγγαρο ουρανό˙ έριχνα ματιές
απ΄ τα παράθυρα μέσα, κοίταζα τους φίλους μου στα τραπέζια,
να παίζουν χαρτιά, ή να στέκονται δίπλα στην πόρτα,
ή να βγαίνουν έξω στο σκοτάδι. Ωστόσο,
κανένας τους δεν μπορούσε να δει εμένα.

Θα μπορούσα να τους είχα συλλογιστεί
- ανίδεοι, μόνο με μιας βδομάδας μάχη – με συμπόνια ,
με καμάρι για τη δύναμή τους, τη σπουδαιότητα και τη σκληράδα
και την ομορφιά του συμπλέγματος των κορμιών, και να λυπόμουν
που αυτή η εύθυμη μηχανή του μεγαλείου σύντομα θα τσακιζόταν,
θα γινόταν κάτι ασήμαντο, κομμάτια σπασμένα, σκορπίσματα…

Μόνο που, όλη αυτή την ώρα,
εκείνο που έβλεπα – στο φως της λάμπας – ήταν να περνούν αυτοί
σα χρωματιστές σκιές, πιο λεπτές κι απ’ το λεπτότερο γυαλί,
φυσαλίδες ψιλές, πιο αχνές κι απ’ το αχνότερο κύμα
που θα έσπαζαν σε φωσφορίσματα πέρα στη νύχτα σύντομα,
του χαμού πράγματα, φαντάσματα παράξενα – του θανάτου εδώ
άλλα φαντάσματα – αυτό, ή εκείνο, ή εγώ.

Απρίλιος 1915



I strayed about the deck, an hour, to-night
Under a cloudy moonless sky; and peeped
In at the windows, watched my friends at table,
Or playing cards, or standing in the doorway,
Or coming out into the darkness. Still
No one could see me.

I would have thought of them
—Heedless, within a week of battle—in pity,
Pride in their strength and in the weight and firmness
And link’d beauty of bodies, and pity that
This gay machine of splendour ’ld soon be broken,
Thought little of, pashed, scattered. …

Only, always,
I could but see them—against the lamplight—pass
Like coloured shadows, thinner than filmy glass,
Slight bubbles, fainter than the wave’s faint light,
That broke to phosphorus out in the night,
Perishing things and strange ghosts—soon to die
To other ghosts—this one, or that, or I.

April 1915
Το τελευταίο ποίημα του Rupert Brook λίγο πριν πεθάνει τον Απρίλιο του 1915. Προάγγελος του θανάτου του, όπως και του θανάτου των συντρόφων του στην επερχόμενη μάχη στην Καλλίπολη.


 Μετάφραση ©Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Διαβάστε το 1ο Μέρος


Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


Comments Off

Filed under μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία, ποίηση