Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Άλικοι αμοργίδες

thiveos12.6.18

fav_separator

Να΄ναι η Αμοργός του ποιήματος, εκείνο το απόκρημνο νησί στο βλέφαρο των Κυκλάδων; Άραγε εκείνη η Αμοργός που επισκέπτονται τ΄αλλεπάλληλα επιβατηγά, μεσούσης της θερινής μας πλάνης, να συνιστά το θέατρο των στίχων που μας χάρισε ο Νίκος Γκάτσος πριν από τόσες και τόσες δεκαετίες;

Ίσως. Ίσως στα στενά της χώρας να΄ναι κρυμμένα όλα τα υλικά τους. Κάτι σκόρπια πράγματα, βαθιά ελληνικά και καλοκαιρινά, τραγικά γιατί σε τούτο τον τόπο καλοκαίρι σημαίνει το λυπημένο τραγούδι της θεάς.

 Ίσως στα μονοπάτια της εξωτικής αυτής νήσου, μες στην πυκνή συστάδα του Βαρσαμίτη, μες σε κυκλώνες και καρδιόσχημα βράδια, να κρύβονται όλα τα παράξενα πλάσματα του ποιητή και όσα τούτο το ποίημα δεν άντεξε.

Ίσως σε μια γωνιά να γεννιέται απ΄την αρχή η μεγάλη, μαύρη μοναξιά μας. Σε μια απόκρημνη πλαγιά, δες πώς σηκώνεται ντροπαλή η κυδωνιά. Πώς σε ένα δωμάτιο, πάνω από γκρεμούς επικίνδυνους σκίζεται μια καρδιά.

Κάτω στο λιμάνι σε μια παραφορά της στιγμής ξοδεύουν το χρυσάφι, δες πνίγουν όλη τους τη ζωή μες στα ποιήματα, τα εκτυφλωτικά, τα καταιγιστικά πεδία. Και η λεμονιά που σε πείσμα του καιρού στυλώνει το σώμα της, είναι αρκετή για να αποκαλύψει απόψε κιόλας, το ανεξήγητο μυστήριο τούτης της ζωής.

Στους δρόμους τα παιδιά σκαρώσανε περιδέραια απ΄τις πέτρες του μεσημεριού. Κρεμούν στις κούκλες τους πολύτιμα γυαλιά, χάντρες, σήμαντρα ανάβουν όλα τα φώτα στο αχανές δωμάτιο της φαντασίας ώσπου να λάμψει το τρομερό, γαλάζιο χρώμα. Αν κοιτάξεις πίσω απ΄τις μάντρες των σπιτιών, θα σε πληγώσουν τα βλέμματα των υακίνθων  με φόντο τέφρας υπογείων φρεάτων, ψιθυρίζουν και αφήνουνε τη σάλα.

 Τι τρομερές λέξεις, τι παραλογισμός να θεωρήσει κανείς πως ο αποσπερίτης που συναντούν οι πιλότοι των νησιών δεν σημαίνει κάτι απ΄το ποίημα.

Τις νύχτες τα νησιά ταξιδεύουν απαλά, έτσι που τίποτε έξω απ΄τ΄άστρα να μαρτυρά το θαύμα. Σε ποιούς κύκλους τώρα στροβιλίζεται η Αμοργός,  εκείνο το παιδικό πουκάμισο που στεγνώνει ποιος το φορά;

 Κάποιοι με δάκρυα στα μάτια παραδέχτηκαν πως η Αμοργός σημαίνει πολλά περισσότερα απ΄τους χάρτες, σημαίνει ένα μάθημα για την ομορφιά που γερνά, που θα χαθεί μαζί σου, σημαίνει πως τα κορίτσια θα πρέπει να σηκώσουν τα φουστάνια τους για να διαβούν την αδυσώπητη τούτη γη. Σημαίνει τη μετάφραση του κόσμου και του ουρανού και την προσευχή του φεγγαριού που δρεπανοφόρο μας καταδιώκει, ξέφρενο ντέφι στην ακμή του φοβερού ταρσανά. Σημαίνει σφουγγάρια, μεράκι, λεμόνια, κυκλώνες, εκκλησιά, κεράσι, σημαίνει μαράζι έτσι όπως αρμενίζει μες στην απελπισμένη της μοναξιά.

 Σημαίνει αγαπητές κυρίες και κύριοι το μυστικό παράθυρο της σκιάς που στέκει πλάι μας πιστό σκυλί. Και που αφήνει ανεξιχνίαστο ένα τοπίο στους ερειπιώνες, με ξεσφράγιστα πηγάδια και ρεματιές και περήφανα μάτια στραμμένα σ΄όλο τον κόσμο.

Άραγε αυτή η Αμοργός που τινάζει ένα σωρό ερείπια από πάνω της, αυτό το εκκωφαντικό νησί με τη μνήμη των Πελασγών και την κλειστή του έκφραση να΄ναι ένα σημείο μοναχό στους χάρτες, σημειωμένες μοίρες στ΄ανοιχτά των καιρών; Κανείς δεν θα μάθει, τούτο το μυστικό θα παραμείνει στους αιώνες, χορταριασμένο κάτω από στρώματα ιστορίας και βήματα μια νιότης θαρραλέας.

Μένει σε μας να αποφασίσουμε, τώρα και για πάντα, καθώς μας μαστιγώνουν οι άνεμοι, αν τούτος ο κόσμος δεμένος στα πανιά, με τα κουπιά κρεμασμένα, αν οι κύκνοι και τα παλικάρια και η γύμνια και οι καρδιές των καστανάδων κουβαλούν το περισσότερο αυτού του τόπου. Αν κάθε καλοκαίρι δεν είναι άλλο απ΄το παρανάλωμα της ψυχής μας, αν δεν είναι άλλο από τη νοσταλγία της ομορφιάς που ξεμακραίνει μες στο τυφλό θειάφι της δεκάτης ενάτης ώρας.

*

Εκ μέρους του συντάκτη,
Αφορμή για τούτο το διστακτικό κείμενο μια παράξενη ιστορία που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες των νησιών. Ένα ευφάνταστο σενάριο που σμίγει τον θάνατο με τη ζωή.

Μια ομάδα τουριστών που εκτιμούν το φυσικό περιβάλλον, που ανήκουν στις ομάδες των λεγόμενων “επίμονων τουριστών”, όσων δηλαδή επιστρέφουν κάθε Ιούλιο στο νησί, οργάνωσε την ανάβαση στον γέρο Σταυρό. Οι πεζοπόροι συγκεντρώθηκαν το χάραμα στην αφετηρία του μονοπατιού. Το κέφι τους ήταν έκδηλο, η χαρά τους γι΄αυτήν την ανάβαση ξεχείλιζε, μαρτυρώντας μια βαθιά αγάπη για τον ευλογημένο αυτό τόπο.  Ακολούθησαν το ανηφορικό μονοπάτι δίχως να μιλούν. Κάθε τόσο σταματούσαν, εφοδιάζονταν σε μια πηγή με νερό, παράστεκαν κάποιον κουρασμένο κάτω από τα πλατάνια, κοινωνώντας το θρόισμα του κόσμου.

Νωρίς το απόγευμα έφθασαν στην κορυφή. Σιγά σιγά ολόκληρη η ομάδα συγκεντρώθηκε στο διάσελο. Έσφιγγαν τα χέρια τους, αντάλλασσαν φιλιά που και τούτο το καλοκαίρι τους βρίσκει ζωντανούς πάνω στη βίγλα του καιρού. Άμα βρήκαν τις ανάσες τους κίνησαν για τον σταυρό. Ο ήλιος πνιγόταν στα νερά και άλλη στιγμή τέτοια δεν παρουσιάστηκε ποτέ ξανά στον κόσμο. Έπαψαν να μιλούν, πάγωσαν όταν ψηλά στην κορυφή αντίκρισαν τις γριές μοναχές του ποιήματος, με φλάμπουρα, με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια να σηκώνονται και να χορεύουν. Γονάτισαν γιατί θυμήθηκαν πως πάντα στα βουνά ζουν νύμφες που εκδικούνται τους ανθρώπους. Σε λίγο μαζί με τ΄απόγευμα χαθήκανε και τα αιώνια κορίτσια και η στέγη του κόσμου άναψε μαζί με τη σιωπή του λύχνου.

Το ρεπορτάζ προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον. Το μονοπάτι του σταυρού σφραγίστηκε και στα πηγάδια ρίξαν μεγάλα πήλινα εκμαγεία και σπάσανε τους καθρέφτες. Κράτησαν το συμβάν μυστικό για μέρες. Ώσπου απάνω στο τραγούδι και απάνω στα οργισμένα σου μάτια, κάποιος ορκίστηκε πως η Αμοργός που φτιάξανε οι ποιητές, χρόνια και χρόνια παλεύοντας με το μελάνι και το σφυρί, υπήρξε δίχως αμφιβολία η νήσος στους χάρτες με την έκταση των εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με τη βαθιά, με τη μοιραία συνείδηση του νυν και του αεί.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία