Πιέρ Πάολο Παζολίνι, «Σελιδοδείκτης» στον Σάντρο Πέννα

Μετάφραση ©Ευριπίδης Γαραντούδης
στην Athens Review of Books τ.95/Μάιος 2018

Penna_Pasolini

fav_separator

Έχω δημιουργήσει στον εαυτό μου μια λατρεία για τον Πέννα: και, όπως όλες οι λατρείες, μου προκαλεί την ενοχή ότι δεν είναι τόσο δυνατή και πιστή ώστε να την ασκήσω αξιοπρεπώς. Αυτό το λέω σαν να ήμασταν κι οι δύο, ο Πέννα κι εγώ, νεκροί κι έτσι σαν να μην μας άγγιζε πια η ζωή με τη μιζέρια της, που μέρα με τη μέρα, ώρα την ώρα, αντιτίθεται σε ό,τι ο Πέννα είναι και σε ό,τι εγώ σκέφτομαι ότι εκείνος είναι. Είναι η ζωή στην ολότητά της, σαν εμείς να την είχαμε ολοκληρωτικά γεμίσει (και πραγματικά είναι σχεδόν έτσι), και τώρα εγώ την παρατηρώ. Σ’ αυτή τη ζωή ο Πέννα κρατήθηκε στο περιθώριο, για να την ενατενίζει από εκεί, όπως ένα καλοκάγαθο πλάσμα, που κάποιες φορές όμως πρέπει να τρέφεται, και τότε είναι αναγκασμένο να αναζητήσει λεία, μη μπορώντας να ζήσει αποκλειστικά από την ενατένιση, από «τη χαρά και τον πόνο της ύπαρξης». Θα έχει λοιπόν διαπράξει κι αυτός τα αμαρτήματά του κι επίσης η συνείδησή του θα έχει παλέψει κοπιαστικά για να τα δικαιολογήσει. Κι αυτό θα τον έχει κάνει αξιολύπητα μελαγχολικό, όπως ο πρωταγωνιστής μιας μεγάλης όπερας που σχεδόν δεν τραγουδά. Αυτή η τρυφερότητα της ανθρώπινης αθλιότητας τον περιβάλλει όπως ένα γήινο φωτοστέφανο γύρω από ένα ουράνιο κεφάλι. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτές οι λέξεις τον αντιπροσωπεύουν εντελώς κατά τρόπο πιστό, και δεν προσφέρονται για παρεξηγήσεις, από έναν άσχετο που διαβάζει αυτές τις σημειώσεις: ναι, πράγματι εκτός από άθλια αξιολύπητος, είναι επίσης λίγο αστείος. Και αυτό αντιτίθεται στην εικόνα του αγίου που του σκιαγραφώ. Εννοώ ότι αντιτίθεται με τους κοινούς όρους με τους οποίους μπορεί κανείς να συζητήσει: στην πραγματικότητα όλοι οι άγιοι είναι αξιολύπητοι και αστείοι. Σε τι συνίσταται η αγιότητα του Πέννα; Στη σιωπή με την οποία αρνήθηκε τη ζωή και τις απολαύσεις του, έτσι όπως αυτές γίνονται αντιληπτές από το κομμάτι της ιστορίας στη διάρκεια του οποίου εμφανιστήκαμε σ’ αυτή τη γη. Επαναλαμβάνω, αναζήτησε τις απολαύσεις του αλλού, σε πράγματα που όλοι θεωρούν μάταια, ξεπερασμένα, ακατανόητα, παιδικά και απρεπή. Επίσης ο Πέννα, το επαναλαμβάνω, υπήρξε ως ένα σημείο θηρευτής εκείνης της πραγματικότητας που ίσως θα έπρεπε αποκλειστικά να την ενατενίζει. Είναι όμως ακριβώς από αυτές τις στιγμές αμαρτίας –όταν απίστησε από τον κανόνα της απόρριψης και της ταπεινής, σιωπηλής, μοναστικής διαμαρτυρίας ενάντια στον κόσμο, τον τόσο μεγαλειώδη και τόσο αφιλόξενο– που βρήκε τις εμπνεύσεις της ποίησής του. Η ποίησή του βασίζεται στην ευτυχισμένη και στερημένη από ελπίδες παρατήρηση των πραγμάτων (για τον Πέννα πολύ λίγα, μάλιστα ίσως μόνον ένα [τα αγόρια]) που μπορούμε να έχουμε στον κόσμο για να επιβιώσουμε: αλλά αυτή η παρατήρηση ολοκληρώνεται στη σιωπή εκείνου του τόπου όπου δεν ζει πια, αλλά, πράγματι, μονάχα τον ενατενίζει. Αυτός ο αποκλεισμός του εαυτού του από έναν κόσμο που εξάλλου τον απέκλειε, ήταν ένας μακρόχρονος ασκητισμός, φτιαγμένος από μέρες και νύχτες χωρίς κανόνες, όταν γελάει και κλαίει κανείς, όπως αφελείς πρωταγωνιστές ρομαντικών έργων χωρίς αρχή και δίχως τέλος, με τους σταυρούς του μαρτυρίου και τις απολαύσεις τους: ένας μακρόχρονος ασκητισμός στον οποίο, αντί να προσεύχεται, ο Πέννα τραγούδησε τις μορφές του μακρινού κόσμου.

Ό,τι έχει γίνει γι’ αυτόν –εκτός από ένας αναρχικός άγιος είναι και ένας πρόδρομος κάθε παθητικής και απόλυτης διαμαρτυρίας – κι επίσης ίσως ο πιο μεγάλος, κι ο πιο ευτυχισμένος, ιταλός ποιητής εν ζωή– είναι μία συζήτηση που γίνεται σε ένα επίπεδο πολύ χαμηλότερο από εκείνο αυτής της ντροπαλής και επιθετικής σημείωσης, που αφορά περισσότερο τη βιωμένη ποίησή του παρά τη γραπτή ποίησή του. Είναι η πρώτη πράγματι που κανείς πρέπει να υπολογίσει αληθινά, για όποιον –ακριβώς επειδή είναι μορφωμένος και κάπως απομακρυσμένος από τον εαυτό του, λόγω μιας μακρόχρονης αγάπης για την ποίηση– καταφέρνει να διακρίνει σε αυτήν ό,τι αξίζει πέρα από κάθε αξία: την αγιότητα του τίποτα.

Μετάφραση ©Ευριπίδης Γαραντούδης

Δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 95 (Μάιος 2018), στο πλαίσιο μιας ανθολογίας ποιημάτων του Σάντρο Πέννα (Sandro Penna) από τον Ευριπίδη Γαραντούδη.

Comments Off

Filed under Δοκίμιο, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία