Γρηγόρης Αζαριάδης, Σκοτεινός Λαβύρινθος -κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
azariadis-bk31.5.18

Mόλις έφτασα στην Κωνσταντινούπολη, πήγα να βρω την Ιωάννα. Είχαμε σχεδιάσει να την επισκεφτώ τα Χριστούγεννα. ‘Ετσι όμως όπως ήρθαν τα πράγματα δεν μπορούσα να μείνω στην Αθήνα ούτε λεπτό παραπάνω. Έφυγα κυνηγημένη. Όχι από ανθρώπους, αλλά από δαίμονες. Της διηγήθηκα όσα τρομερά είχαν συμβεί. Με κάθε λεπτομέρεια. Έκλαψα απελπισμένα όσο εκείνη προσπαθούσε απεγνωσμένα να με παρηγορήσει. Κι αυτό επαναλαμβανόταν κάθε πρωϊνό γιά μιά εβδομάδα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτε. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Ήμουνα νεκροζώντανη.

 Όταν η Ιωάννα έφευγε γιά δουλειά, έπαιρνα τους δρόμους. Περπατούσα ώρες ολόκληρες γύρω από τον Βόσπορο. Ευρωπαϊκή πλευρά. Μετά στην Ασιατική. Και πάλι πίσω. Και πάλι απέναντι. Ήθελα να αντικρύζω την θάλασσα. Μ’ένα τσοκ σεκερλί καφέ στο ένα χέρι κι ένα στριφτό τσιγάρο στο άλλο. Χάζευα μέχρι να πέσει το σούρουπο. Από την στιγμή που έμπαινα στην ζώνη του λυκόφωτος, τα βήματα μου με οδηγούσαν στο Βασίλειο των Νεκρών Ψυχών. Σκόρπιες, ψιθυριστές φωνές έρχονταν από μακρυά. Άχρωμες, ακατάληπτες φωνές από μυστικό συμπόσιο νεκρών. «Καλώς ορίσατε στον Άδη, αφήστε τα πανωφόρια σας στην γκαρνταρόμπα, πάρτε τον αριθμό σας και προχωρείστε στο ταμείο να πληρώσετε γιά την είσοδο».

Τα δυό πρώτα χρόνια ήταν ένα κολαστήριο. Παρασύρθηκα σε μιά ακατανίκητη δίνη, χωρίς το παραμικρό περιθώριο αντίδρασης. Γύριζα σε σκοτεινά στέκια, στα στενά γύρω από τον Βόσπορο, χαμένη στους παραδείσους του χασίς και του αλκοόλ. Οι παρέες μου πρεζόνια, που έσπρωχναν ναρκωτικά και γυναίκες σε νεαρούς Ευρωπαίους, που ήθελαν να ζήσουν τις Χίλιες και Μία Νύχτες της Μαγεμένης Ανατολής. Η κατάδυση μου στον μαύρο ωκεανό συνεχιζόταν χωρίς καμιά δύναμη να μπορεί να την σταματήσει. Και δεν έβρισκα πουθενά τον βυθό. Έκανα πολλά πράγματα που δεν μπορώ να θυμηθώ … Κι άλλα που δεν θέλω να θυμάμαι.

Η Ιωάννα ήταν η μόνη, που μάντευε τα ταξίδια μου στην Κόλαση. Έμεινε κοντά μου, απλώνοντας το χέρι. Γιά πολύ καιρό, δεν έβρισκα το κουράγιο να το αρπάξω. Όταν το κατάφερα, με έσφιξε στην αγκαλιά της και με κράτησε μέχρι που βάλαμε κι οι δυό τα κλάματα. Μείναμε έτσι γιά πολλές ώρες. Τότε, μπόρεσα να βρω την δύναμη να χτυπήσω τα πόδια και ν’ανέβω στην επιφάνεια της μαύρης θάλασσας. Αυτό ήταν το δεύτερο οχτασφράγιστο μυστικό, που θα μας έδενε γιά την υπόλοιπη ζωή μας. Το κλειδώσαμε γιά πάντα στο δεύτερο μαύρο κουτί στο πίσω μέρος του εγκεφάλου. Δίπλα στο πρώτο. Κι οι δυό μας ξέραμε ότι καμιά μας δεν θα το ξανάνοιγε ποτέ.

Η Ιωάννα ήταν που μου έβαλε στο μυαλό την ιδέα να μπω εθελοντικά σε μιά οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας. Ήμουνα πιά είκοσι χρονών. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ασχοληθώ με μικρά παιδιά Ρομά. Η οργάνωση μου πρόσφερε μέρος γιά να μείνω, φαγητό κι ένα υποτυπώδες χαρτζιλίκι. Μετά τους δυό πρώτους μήνες, η δουλειά άρχισε να απορροφάει όλη μου την ενέργεια. Ένοιωθα να γεμίζω το κενό μέσα μου με μιά ολοένα αυξανόμενη διάθεση προσφοράς στα παιδιά. Μιάς προσφοράς ανάλογης με κείνη που αποζητούσα η ίδια από μικρή, χωρίς να πάρω ποτέ. Περνούσα τις περισσότερες ώρες φροντίζοντας τις καθημερινές ανάγκες τους, με μόνη ανταμοιβή τα χαμόγελα στα θλιμένα πρόσωπα τους. Όταν τέλειωνα από την δουλειά, έπιανα πάλι τις βόλτες έχοντας προσθέσει στο ρεπερτόριο κι άλλες γωνιές της Πόλης. Το Τσιχανγκίρ, τα Τζουκούρτζουμα, το Καντίκιοϊ …

Πέρασαν σχεδόν δυό χρόνια. Ένα απόγευμα πίνοντας καφέ στο Καράκιοϊ, γνώρισα τον Ζαν Πωλ. Ήταν ένας ψηλός, αδύνατος τριανταπεντάρης, με πράσινα μάτια, ακατάστατα μακρυά ξανθά μαλλιά κι αραιά γένεια στο ίδιο χρώμα. Δούλευε στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου σε χώρες της Αφρικής. Τον ερωτεύτηκα την στιγμή που τον πρωτοαντίκρυσα. Εκείνος, λίγες ώρες αργότερα. Καβάλα στην μεγάλη μοτοσυκλέτα του γυρίζαμε ώρες ολόκληρες γύρω από την Πόλη. Την δεύτερη κι’όλας βδομάδα μου εμπιστεύτηκε το τιμόνι.

 Δυό βδομάδες αργότερα, μου αποκάλυψε ότι σε λίγες μέρες θα αναχωρούσε γιά την Αιθιοπία. Μου πρότεινε να τον ακολουθήσω.

«Εγώ θα αναλάβω όλα τα διαδικαστικά μέσω της οργάνωσης. Θα έρθεις μαζί μου στην κλινική, όπου εργάζομαι. Το μόνο που έχεις να φροντίσεις εσύ είναι η βίζα και τα εμβόλια».

Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ. Το αποφάσισα την επόμενη κι’όλας μέρα.

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία