Από τα «Σκεύη κεραμέως» στα «Lacrimae rerum» ή η ποιητική ανάβαση της Αγγελικής Γιαννέλου

KPD-giannelou29.5.18

favicon

Tου συνεργάτη μας K.Π.Δ.

Συγκινημένος από την πρόσφατη απώλεια πολύ αγαπητής παλαιάς συναδέλφου, έφερα καταθλιμμένος στο νου μου το ‘Lacrimae rerum’ (=δάκρυα για κάποια πράγματα που υπονοείται πως πέθαναν), παρμένο από τον πολυσυζητημένο στίχο (I 462) της Αινειάδας του Βιργιλίου. Στο δικό μου μυαλό αυτή που έγραψα παραπάνω ήταν από πάντα η ερμηνεία της επίμαχης φράσης, που πολλοί την ερμήνευσαν επί λέξει ως «δάκρυα των πραγμάτων» και πολλοί αλλιώς. Η επόμενη σκέψη μου ήταν συνειρμικά η ομώνυμη τελευταία συλλογή ποιημάτων (2013) μιας άλλης συναδέλφου, ενεργής και ολοζώντανης, που έχει μια πολύ αξιόλογη ακολουθία ποιητικών εκδόσεων: «σκεύη κεραμέως» (Δωδώνη, 1997), «Η λιτανεία των ψηγμάτων της χαράς» (Αστήρ, 2000), «πένης οδίτης» (Εριφύλη, 2003), «Άτροπος Νόστος» (Εριφύλη, 2007). Να σημειώσω εδώ πως η ποιήτρια είχε κάνει μια πολύ δυναμική πρεμιέρα στων ποιητών την πόλη, αφού το πρώτο της έργο βραβεύτηκε το 1998, από την Ακαδημία Αθηνών, με το βραβείο Γ. Αθάνα. Από το σκεπτικό της βράβευσης, συγκρατώ πιο πολύ αυτό που ένιωσα κι εγώ διαβάζοντας τα ποιήματα: «Μεταδίδουν…αίσθημα έντονης αξιοπρέπειας».

Θα προσπαθήσω μέσα από αυτό το σύντομο σημείωμά μου, που αναπόφευκτα θα αδικήσει, μέσα και από τη συνοπτικότητά του, ένα έργο επίπονο μιας ανάβασης 16 χρόνων, να περιγράψω συμπυκνωμένα αυτήν την ποιητική διαδρομή, ακολουθώντας τη σειρά του χρόνου, που αναδεικνύει και την ωρίμανση της δημιουργού. Από την αρχή να σημειώσω ότι η ποιήτρια γράφει στο πολυτονικό. Θα το εύρισκα περίεργο αν δεν το έκανε. Όχι επειδή είμαι οπαδός αυτού του συστήματος. Δεν είμαι και δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ίδιοι σε όλα. Αλλά πρόκειται για Ποίηση και η συγκεκριμένη δημιουργός ανατροφοδοτείται από τη γλώσσα, από τις λέξεις, από όλα τα γλωσσικά σχήματα ρουφώντας χυμούς δύναμης και έμπνευσης  από όλες τις δυνατές εκφράσεις της Ελληνικής, ακόμη κι από την χρονική αυστηρότητα των άνω τελειών, αυτών που σου μετράνε με δύσκολο ζύγι πόση ανάσα θα πάρεις πριν προχωρήσεις στην επόμενη λέξη, αυτών που τιτλοφόρησαν μια ομώνυμη συλλογή της Κικής Δημουλά. Εμένα αυτή η συλλογή μου ήλθε στο μυαλό, όταν βρήκα μπροστά μου στις ποιητικές συλλογές της Γιαννέλου την πρώτη από αυτές τις ξεχασμένες ιδιόμορφες τελείες. Αυτό το είδος της ποίησης έχει τη ζωτική ανάγκη όλων των μορφών της στίξης και την μουσική που αυτές αναδύουν. Ξέρω πως αδικώ το ποιητικό της οικοδόμημα αλλά δεν μπόρεσα να εμφανίσω εδώ αυτήν την πτυχή της αρχιτεκτονικής του για λόγους καθαρά τεχνικούς. Ας δουλέψει λίγο επίπονα η φαντασία του αναγνώστη, για να δει τα πνεύματα και τους τόνους που δεν μπόρεσα να μεταφέρω στα πολύ λίγα αποσπάσματα που αντέγραψα εδώ, να σκέπουν τους ποιητικούς στίχους.

Ο χρόνος μπορεί να έφερε την εξέλιξη του ύφους, της αισθητικής, του λεκτικού, των εικονογραφούμενων αισθημάτων και καταστάσεων, αλλά κράτησε μια σταθερά. Την ατμόσφαιρα μιας πολύ χαμηλόφωνης και συνεσταλμένης θρησκευτικής πίστης και ενός αρώματος θείου Έρωτα, που διαχέονται σε όλη την έκταση των κειμένων, τόσο διακριτικά που να γίνονται σεβαστά ή και να συγκινούν ακόμη και έναν προκατειλημμένο Αγνωστικιστή, έτοιμο πάντα να αμφισβητήσει, ίσως και να ειρωνευτεί, σε άλλες περιπτώσεις, ξένες προς το ήθος της ποιήτριας, εννοώ εκείνες που προκαλούν με την αγοραία θρησκευτικότητά τους. Άλλωστε μπορεί να είμαστε αναιδείς αμφισβητίες, αλλά όχι αμέτοχοι της θρησκευτικής παιδείας, αφού καθίσαμε σε αυστηρά θρανία άλλων εποχών.

Από τον τίτλο του πρώτου κιόλα βιβλίου ο αναγνώστης διακρίνει αυτήν την ευγενικής σεμνότητας ατμόσφαιρα, που ξεπηδά από το εμβληματικό μεγαλοβδομαδιάτικο δοξαστικό των παιδικών μας ακουσμάτων σε επαρχιακές οικογενειακές πασχαλινές εξορμήσεις: «…έθηκαν επί την κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών και επί την δεξιάν μου χείραν έδωκαν κάλαμον, ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως». Αυτή η εναρκτήρια μελαγχολία που διαπερνά όλη τη συλλογή, δεν φέρνει όμως απαισιοδοξία. Η ποιήτρια περιδιαβαίνει σαν αερικό τα χαλάσματα που στοίχειωσε ο πανδαμάτωρ Χρόνος, ξυπνά μέσα μας νοσταλγίες των ορμητηρίων μιας νιότης που κανείς μας δεν υποψιαζόταν πως θα φύγει κι όμως αυτή χάθηκε ανεπίστρεπτα:

«Το κάστρο με τις κιτρινισμένες πέτρες,

Τη γκρεμισμένη πολεμίστρα,

Την αγκαθομάνα στο πρώτο σκαλί,

Το βλέμμα του χρόνου στη γωνία μπροστά μου,

Ο παιδικός μου φίλος,

Γέρασε».

Αυτά στις πρώτες σελίδες, όμως κοντά στο τέλος του βιβλίου έρχεται η Ελπίδα: «Θάρσει! Χτίζουν ακόμα κάστρα απόρθητα οι ποιητές στην ερημιά μας».

Τα θραύσματα των σκευών του κεραμέως, ακολουθεί μια ιερή πομπή, μια «Λιτανεία», των «ψηγμάτων της χαράς». Άλλη μια σεμνή παρέλαση μικρών και ταπεινών πραγμάτων, που όμως σκορπίζουν στο διάβα τους πάλι θάρρος, εκείνη τη σιγουριά πως κάποιο χέρι δυνατό και δίκαιο δεν θα αφήσει να χαθούν αυτά που στα μάτια των πολλών φαντάζουν αδύναμα και ασήμαντα. «Είναι ο ναύτης τρικάταρτος, το σκαρί μας θα φτάσει», είναι η βεβαιότητα που ξεπηδά από την αρχή του βιβλίου. Η νοσταλγία, η αισιόδοξη μελαγχολία, είναι πράγματα διάχυτα παντού. Στέκω στο «Σπίτι», αφιερωμένο στην αδελφή, που μπορεί να διαβαστεί σαν κοινό αίσθημα όλων μας, σαν ανάμνηση, σαν όνειρο που έρχεται ακόμη στις νύχτες πολλών, σαν μυρωδιά παλιού δεντρολίβανου: «…Καταμεσής στη θύμηση τίμια ριζωμένο, Ντυμένο κλίμα άγιο και γιασεμί. Καρυόφυλλο. Δυοσμαρίνι, Τραγούδι πολυόμματο με δεκαπέντε φτερούγες…Μάνα γιομάτο, Μελισσοκαρπό…».

Ο «πένης οδίτης», μια φιγούρα που ήταν νομίζω διάχυτη στα παιδικά μας παραμύθια, κρύβοντας συχνά πίσω από τη σιλουέτα ενός φτωχού οδοιπόρου ακόμη και την μεταμφιεσμένη σε άνθρωπο θεότητα που θέλει να δει από κοντά και να δοκιμάσει τους ανθρώπους, αυτοσυστήνεται στο ξεκίνημα του επόμενου βιβλίου:

 «Πένης·
Οδίτης της ερημίας·
Της δρόσου επαίτης·
Γεγυμνωμένος δύτης της σιωπής και της ελπίδας μέλλων οικιστής, ψιλός πορεύομαι οπλίτης».

Όλη η συλλογή, οπλισμένη με λεκτική αποσκευή άλλης εποχής, που το χάσμα των γενεών που η τεχνολογία το βαθαίνει ταχύτατα, την κάνει να φαίνεται ξένη και απρόσιτη για τη σημερινή νεότητα, σου δίνει την εντύπωση μιας μεγάλης και επίπονης οδοιπορίας, με όλα τα ταξιδιωτικά μέσα, βγαλμένα από την αλήθεια των παιδικών μας διηγήσεων, σε σκόρπια ποιήματα μοιρασμένα. Μιας οδοιπορίας που διεκπεραιώνεται δια ξηράς, θαλάσσης και αέρος, με οχήματα και με αγωγούς που αλλάζουν από ποίημα σε ποίημα. Ερανίζομαι στίχους από δω κι από κει, άλλους που σε ταξιδεύουν πετώντας («Χελιδονόπουλο μαντήλι μισεμού…Πουλί…ηνίοχος των αιθέρων…        Άγγελοι στο κατώφλι μας φορούνε τα φτερά τους…), άλλους που σε πλέουν στη θάλασσα («Κυπάρισσου μου χτίσανε σκαρί. Άγκυρες πέντε Για να ‘ναι ο πλους μου ασφαλής ίσαμε το πολύβουο λιμάνι του Απόπλου»). Ο ταξιδιώτης είναι ο καθένας μας, μικρός, ώριμος ή γέρος, είναι ο άλλος, είναι ο δικός μας άνθρωπος, είναι κάποιο πνεύμα διαβατικό, κάποιο πουλί, κάποιο σκαρί («Πελάγων άγονης γραμμής») κάποιο όχημα απροσδιόριστο με άγνωστο επιβάτη, κάπου στο Σύμπαν «στους Γαλαξίες που ίσχυαν να φέρουν και να αίρουν στον ουρανό ανέφελη τη θεωρία της Μέρας». Ο άγνωστος ταξιδιώτης φτάνει στο τέλος έχοντας συσσωρεύσει όλη την απόγνωση της αδυναμίας του και γίνεται ικέτης: «Κέκραγα κέκραγα Ιδού˙ πένης εγώ εν τη οδώ  Θελήματός Σου. Σπεύσον».

Σε αυτή την έκκληση κανείς δεν αποκρίνεται, όμως όποιος πιστεύει στις φωνές των απαντήσεων που δεν ακούγονται από τα αυτιά μας, αλλά διεισδύουν μέσα από άυλους πόρους στο Είναι μας σαν φωνές υδάτων πολλών, αυτός ακούει τον παρηγορητικό και τα πάντα υποσχόμενο, περίπου ακροτελεύτιο στίχο της Αποκάλυψης: «Έρχομαι ταχύ». Η ποιήτρια δεν τον λέει, έχει όμως στήσει αδιόρατα και υπόκωφα όλη την ατμόσφαιρα για να τον ακούσουν με ανακούφιση, όσοι αφουγκράζονται τα βάθη των στίχων της.

Η Άτροπος του τίτλου του επόμενου ποιητικού κρίκου, ήταν η μια από τις τρεις Μοίρες, αυτή η Γριά που αντιπροσώπευε το αμετάκλητο παρελθόν και συμβόλιζε το αναπόφευκτο, κρατούσε αμείλικτο ψαλίδι κι έκοβε τις ζωές των θνητών. Νόστος είναι η επιστροφή σε ότι έχουμε για πατρίδα. Ποιος είναι ο τόπος, η μικρή πατρίδα της ποιήτριας; Προσπαθεί να μας τον ζωντανέψει: «Στον τόπο μου οικισμό βουνού, δεν είχαμε αλόη» και με τι αλείφανε τους νεκρούς τους; «Με μύρα δάκρυα,,,,Να μην πεθάνουν». Είναι εύκολο να φύγεις από τέτοιο τόπο, από το χωριουδάκι της παιδικής ψυχής σου και ν αφήσεις πίσω σου τους δικούς σου; Κάθε άλλο: «Τρέμει το πέτρινο που είναι να διαβώ γεφύρι, Από σαρανταδυό μεριές δεινοί πόνοι το δέρνουνε, Ανέμοι. Μείνε».

Από το πρώτο κιόλας ποίημα («Είσοδος») η ποιήτρια μας έχει πει για τις συντεταγμένες των περιδιαβάσεών της: «Μερίδα μου μόνο βoυνά, που, απτόμενα, καπνίζουν». O θάνατος περιτριγυρίζει παντού, διασχίζει όλη την γραμμή των ποιημάτων: «Συνωστισμός»  με «βουή στα μνήματα», «Παλινοστεί η «Μάνα εις χουν», «Δεν έχουνε σταυρούς στα κοιμητήρια», με «Σήμα εμόν» μαθαίνουμε πως «Πρώτη φορά το σπίτι μου περιφρονεί τον Θάνατο·  Τον περιπαίζει». «Κατ’ ιδίαν» η ποιήτρια όμως εκφράζει τον μύχιο πόθο της «τα κυπαρίσσια» που «χρεώνονται τόσους θανάτους» νάταν νάναι πασχαλιές στην άκρη αυλόγυρου ασβεστωμένου…».

Στην τελευταία της συλλογή, που κατά την ταπεινή μου γνώμη ξεδιπλώνεται πιο ώριμο από όλα τα προηγούμενα, επιγραμματικά αυστηρό το ποιητικό ταλέντο, έχουμε ένα συνεχή καταιγισμό από τρεις άτιτλες τρίστιχες στροφές σε κάθε σελίδα διαδοχικά, ξεκινώντας από την εμβληματική «Ενάτη Ώρα», την τρίτη μεσημβρινή δηλαδή του σταυρικού θανάτου, την ιερή ώρα εκείνη που ακούστηκε το Τετέλεσται. Ο χρόνος έχει καταργηθεί, η ποιητική συστοιχία ξεκινά από ένα τέλος που όμως είναι μια νέα αρχή και καταλήγει πάλι στην τελευταία σελίδα με τον στίχο «Ώρα Ενάτη», που είναι η ώρα που στις «Σκαιές Πύλες» «ψυχοσέρενει ο κόσμος».

Ο καθένας μας ας διαλέξει ποιες από τις δυο συνονόματες αριστερές, δηλαδή δυτικές, πύλες διαβάζει πίσω από αυτές τις γραμμές. Αυτές του Άδη των Ελλήνων που διαβαίνει ο ψυχοπομπός Ερμής τραβώντας για την Αχερουσία ή εκείνες της Τροίας, που γκρεμίστηκαν για να μπει ο Δούρειος Ίππος μπροστά από το ανάκτορο του βασιλιά Πριάμου; Και οι δυο επιλογές μυρίζουν θάνατο, όμως στην προηγούμενη σελίδα η Ποίηση έχει φροντίσει να μας δώσει κουράγιο: «Κρίσις δικαία της ψυχής απορίες θα καταυγάσει. Στα έγκατά μας του ελέους η Χάρις θ’ανθοβολήσει…».

Μακάρι τα πράγματα να γίνουν έτσι…..μακάρι να σταματήσουν να «αχνανεβαίνουν στου πηγαδιού τη βέρα, των Καιρών θρήνοι». Άλλωστε η Ποίηση όπως και ο Έρωτας, μπορούν να νικούν το θάνατο, όπως το λέει με τον δικό του τρόπο και ο Εμπειρίκος, καταλήγοντας τη «Μια ριξιά ζαριών…» του.

*

©K.Π.Δ.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, ποίηση