Φένια Αδαμίδη, Οι ‘Πέτρες ανθισμένες’ της Μαλβίνας Ιωσηφίδου

adamidi24.5.18

fav_separator

Οι Πέτρες ανθισμένες της Μαλβίνας Ιωσηφίδου είναι κατ΄ αρχάς μια καλαίσθητη ποιητική συλλογή των εκδόσεων «Κοράλλι» (Αθήνα, 2017) που μας εισάγουν άμεσα και με μια πρώτη ματιά στην ίδια την ποιητική τους. Αυτό αρχικά επιτυγχάνεται τόσο με την εικόνα του εξώφυλλου, όπου απεικονίζεται μια ζωγραφισμένη από την ίδια την ποιήτρια ηφαιστειακή πέτρα  -πρόκειται για μια άλλη καλλιτεχνική πλευρά της Μαλβίνας Ιωσηφίδου- όσο και με τη φωτογραφία του οπισθόφυλλου. Εκεί μαθαίνουμε από το επεξηγηματικό κείμενο που συνοδεύει τη φωτογραφία ότι εκτός από τις ζωγραφισμένες με λουλούδια πέτρες υπάρχουν κι οι πραγματικές, οι επονομαζόμενες «χαλικόφυτα» δηλ. χαλίκια τα οποία με τη βροχή ανθίζουν.

Η ποιήτρια, πριν ακόμη διαβάσουμε τα ποιήματά της, μας προϊδεάζει με αυτές τις δυο εικόνες, τη ζωγραφισμένη με λουλούδι πέτρα και τη φωτογραφία του ανθισμένου χαλικόφυτου, για την ίδια της την ποιητική. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο της συλλογής της είναι ένα κλείσιμο του ματιού προς τον αναγνώστη για τους δύο βασικούς πόλους της ποίησής της: από τη μία πλευρά η τέχνη, η καλλιτεχνική δημιουργία, η «μίμηση» της φύσης. Από την άλλη, η ίδια η φύση, η ζωή, η πραγματικότητα. Το δίπολο ζωγραφισμένη ανθοφορούσα πέτρα και αληθινή είναι στην ουσία μια μεταφορά εκ μέρους της  Μαλβίνας Ιωσηφίδου που ανάγεται σε μια θεμελιώδη φιλοσοφική και αισθητική αντίθεση. Πρόκειται για τη διαχρονική αντίθεση μεταξύ τέχνης και φύσης και για το δίλημμα ποια μιμείται την άλλη. Πολλά έχουν γραφτεί για το ερώτημα που υπαινικτικά θίγει η ποιήτρια ήδη κιόλας με την εξωτερική μορφή της συλλογής της: η ζωγραφισμένη ανθοφορούσα πέτρα είναι καλύτερη ή η πραγματική ανθοφορούσα φυσική πέτρα του χαλικόφυτου;  η ομορφιά του φυσικού λουλουδιού ή του ψεύτικου λουλουδιού που το ζωγράφισε ή καλλιτέχνης;

Οι Πέτρες ανθισμένες, κι ο λόγος πλέον γίνεται για την ποιητική «ανθοφορία» της Μαλβίνας Ιωσηφίδου, αναφέρονται ταυτόχρονα σε πραγματικά προσωπικά βιώματα και «ανθοφορίες» μια αληθινής περασμένης ζωής βιωμένης στο έπακρο, με τους έρωτες, τα όνειρα, τις χαρές της καθημερινότητας, τους στόχους, τις φιλοδοξίες, τους ανθρώπους που την καθόρισαν και που πλέον δεν υπάρχουν, αλλά την ίδια στιγμή αφορούν την αισθητική – ποιητική μετουσίωση και μεταστοιχείωση, τρόπον τινά, αυτής της πάλαι ποτέ ανθοφορούσας ζωής σε αισθητικό γεγονός σε καλλιτεχνική «ανθοφορία». Ζωή και τέχνη είναι οι δύο πόλοι, λοιπόν, αυτής της συλλογής που συμπλέκονται μεταξύ τους κι όλη η συλλογή δεν είναι, κατά τη γνώμη μας, παρά μια προσπάθεια δικαίωσης της ζωής και κυρίως μιας ζωής που ανήκει πλέον στο παρελθόν, μέσω της ποίησης.

Εκκινώντας ως εκ τούτου από αυτήν την παραδοχή, ότι οι πυλώνες της ανά χείρας συλλογής είναι αφενός τα προσωπικά γεγονότα και οι προσωπικές σχέσεις ως ένα πρωτογενές κι ενίοτε δυσβάσταχτο υλικό ή φορτίο που κουβαλάει στην ψυχή και στη σκέψη της η ποιήτρια και αφετέρου μια διαδικασία μεταστοιχείωσης αυτών των βιωμάτων που την συγκλονίζουν σε αισθητικό γεγονός, δηλ. σε ποίηση μπορούμε να μιλήσουμε για τις δύο ιδιότητες ή τις δύο λειτουργίες της ποίησης της Μαλβίνας Ιωσηφίδου που συνιστούν και την ιδιοτυπία της, αυτό το καινούργιο που «κομίζει» στην τέχνη της, όπως θα έλεγε κι ο Αλεξανδρινός.

Έτσι, ας μας επιτραπεί να προχωρήσουμε σε μια διαφορετική διαίρεση ή ταξινόμηση των ποιημάτων της συλλογής με βάση την παραπάνω παραδοχή. Η συλλογή διαιρείται σε επτά ενότητες με τους τίτλους: Απουσίες (έξι ποιήματα) Ποιήματα της θάλασσας (πέντε ποιήματα) Φωτοσκιάσεις (επτά ποιήματα), Ρήματα (πέντε ποιήματα) Του καιρού (πέντε ποιήματα) Περί έρωτος  (πέντε ποιήματα)  Ιορδανία (πέντε ποιήματα). Η διαίρεση αυτή γίνεται επί τη βάσει ορισμένης θεματικής αντιστοιχίας ή αναλογίας μεταξύ των ποιημάτων που απαρτίζουν την κάθε ενότητα, π.χ. Φυγή στην ενότητα Απουσίες, Το φως, Η σκιά στις Φωτοσκιάσεις κ.λπ. Αυτό που έχει όμως ενδιαφέρον είναι ότι, ανεξαρτήτως της «θεματικής» αυτής ταξινόμησης, τα ποιήματα της συλλογής συνολικά μπορούν να διακριθούν σε αυτά που είναι περισσότερο λυρικά και έχουν ως εκ τούτου ένα χαρακτήρα εξομολογητικό και τη μορφή ημερολογίου ή ερωτικής επιστολής και σε αυτά που έχουν χαρακτήρα αυτό-αναφορικό είναι δηλ. ποιήματα ποιητικής, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την ίδια την ποιητική πράξη, τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της δημιουργίας τους.

Η πρώτη λειτουργία ή ιδιότητα της ποίησης της Μαλβίνας Ιωσηφίδου είναι ως εκ τούτου ο πρωτογενής λυρισμός της. Ένας λυρισμός που πηγάζει από ένα διαρκή διάλογο με ένα απόν «εσύ». Μια αυθόρμητη φωνή ακούγεται εδώ η οποία είναι φορτισμένη με συναισθήματα. Ένας ανέφικτος έρωτας,  μια ανέφικτη επικοινωνία,  δημιουργούν μια ατμόσφαιρα  μελαγχολίας, νοσταλγίας, τρυφερότητας. Αυτή η λυρική λειτουργία εντοπίζεται σε ποιήματα που φαίνεται να πηγάζουν με μια πρωτογενή αμεσότητα από αναμνήσεις, συμβάντα, αντικείμενα, λόγια, τοποθεσίες, συνήθειες μιας άλλης εποχής, αμετάκλητα χαμένης, καθώς το «εσύ» στο οποίο απευθύνεται η ποιητική φωνή και που κυριαρχούσε σε όλα αυτά δεν είναι πια παρόν: πια δεν σε περιμένω (Πέτρες ανθισμένες), τελικά δεν έδεσαν τα υλικά (Οι λέξεις), και τα πικρά γευτήκαμε μιας μάταιης αναμονής (Καθαρή Δευτέρα), εγώ με απορία να ρωτώ εσύ να μην απαντάς (Όταν σκάει το κύμα), μόνον τα άδεια παπούτσια φοβάμαι (Τα καράβια). Τα γεγονότα του συναισθηματικού κόσμου μεταγράφονται απευθείας σε ποιήματα που θυμίζουν ημερολογιακές καταγραφές, όπως το ποίημα Φυγή: έτσι όπως έφυγες/ πήρες μαζί σου το καλοκαίρι/ […] κι είναι ώρες/ που δεν γεμίζουν με τίποτε/ […] ξέρεις τα βιβόρνα άνθισαν/ τα παιδιά μεγάλωσαν/ κι εγώ παρατηρητής/ από απόσταση/ που ορίζουν άλλοι. Αλλά και το ποίημα Καθαρή Δευτέρα όταν στο τραπέζι κατά λάθος μπαίνει από συνήθεια ένα παραπάνω πιάτο για τον αγαπημένο που όμως δεν θα ξανάρθει ποτέ.

Άλλοτε πάλι η αποστροφή στο απόν «εσύ» γίνεται με τη μορφή επιστολής. Στο ομώνυμο ποίημα διαβάζουμε: σου γράφω/ και να με συμπαθάς/ που ξεχειλώνω λίγο τις/ λέξεις/ έτσι, για να χωρούν τα συναισθήματα. Η μνήμη διαρκώς παρούσα ανακαλεί στιγμιότυπα από το παρελθόν από μια κοινή ζωή που σημαδεύει το παρόν του ποιητικού υποκειμένου το οποίο αρνείται να δεχτεί την απουσία του αγαπημένου προσώπου: θέλω απλώς να υπάρχεις/ Να σε ανασύρω/ Όποτε θέλω/ στη μνήμη/ στα όνειρα! (Θερινή ραστώνη). Στο ποίημα Τώρα σιωπή ανακαλεί μια εκδρομή στον Ωρωπό, τον καιρό, τα λόγια, τη μουσική που ακουγόταν: Μπαίνουν και βγαίνουν οι εποχές/χωρίς εσένα να μου λες/ μια καλημέρα/ Θα περιμένω ένα καφέ/ μιας Κυριακής το πρωινό/ θαλασσινό στον Ωρωπό. Η αναζήτηση για μια συνάντηση διαρκώς αποτυγχάνει: στην αναδίπλωση του κύματος δραπετεύεις. Όσα στολίδια μου χάρισες πίσω τα παίρνεις. Στην αναδίπλωση του κύματος/ Σε χάνω/ […] Εγώ με απορία να ρωτώ/ Εσύ να μην απαντάς (Όταν σκάει το κύμα). Άλλοτε πάλι, η αναμονή για την άφιξη του «άλλου» δραματοποιείται έντονα με στοιχεία και λεπτομέρειες που θυμίζουν θεατρικό σκηνικό: Κατέβασες ρολά!/ Λουκέτο…/ Μουσική που δεν παίζει!/ Επιγραφή: ραντεβού τον Σεπτέμβρη/ Κατάστημα: βιοτεχνία ποιημάτων/[…] Κοιτώ πίσω από του καλοκαιριού τη χαραμάδα/ πότε θ’ ανάψει ένα φως/ πότε το μάνταλο θα στρίψει/ την πόρτα ν’ ανοίξει/ να μπει μέσα  ο γάτος για φαΐ. (Οι φίλοι). Τα αντικείμενα που μένουν πίσω θυμίζουν την πάλαι ποτέ συνύπαρξη: ένα ζευγάρι γυαλιά/πρεσβυωπίας/Τα έχασες; Δεν πειράζει, έχω κι άλλα (Απολεσθέντα).

Ο λυρισμός γίνεται ακόμη εντονότερος, όταν η ποιητική φωνή δεν συνομιλεί πλέον με το απόν «εσύ» αλλά όταν ομιλεί σε πρώτο πρόσωπο για και με τον εαυτό της. Στο ποίημα Μεταμφίεση ο τόνος είναι εξομολογητικός και αποκαλυπτικός: φορώ τη μάσκα/ της αδιάφορης/ ρούχα που δεν με εκφράζουν/ […] Έτσι που να μη με αναγνωρίζουν/ Ούτε κι εσύ. Ποιήματα «αυτοβιογραφίας», όπως το Πλέκω, συνιστούν μια προσπάθεια να οριστεί μια ζωή σε μια απόπειρα ανακεφαλαίωσης και επανεκτίμησης αυτού που τελικά έχει απομείνει μετά από μια σειρά απωλειών: είμαι καλή μάνα και καλή γιαγιά/ καλή και στη δουλειά μου/ Με ακούμπησε, και ο Πλούτωνας και ο Χάρος/ Οι ημίθεοι/ Μια καλή μια ανάποδη η ζωή/ Λάστιχο… Κατεξοχήν ποίημα αυτοβιογραφίας το ποίημα Μέχρι τον Φάρο: οι κακοτοπιές του βίου κι η υπέρβαση τους, η άνοδος στο φως, η επίτευξη των στόχων, ο έρωτας, ο γάμος αλλά κι η κατάβαση: το μονοπάτι αν δεν το περπατάς… χάνεται! […] Μα…να ο φάρος, δίπλα μου./ […] Εκεί πρέπει να φτάσω, ψηλά, να με θαυμάσουν όλοι! […] τα δελφίνια σε κυκλικό χορό γαμήλιας γιορτής/ […] κάτω σκοτάδι πηγάδι απύθμενο … που καλεί.

Τέλος, ο λυρισμός αγγίζει τις αρχαιοελληνικές του καταβολές στο ποίημα Μεταμορφώσεις όπου πλέον η αποστροφή  δεν γίνεται προς το «εσύ» αλλά προς το «εγώ» που συνομιλεί με τον εαυτό του. Η αυτοπαρατήρηση των συναισθηματικών αλλαγών και αντιδράσεων του ποιητικού εγώ τίθεται στη βάση του αρχαϊκού λυρισμού, καθώς η παρατήρηση από τα εξωτερικά συμβάντα στρέφεται στα εσωτερικά: Ωωωω! Ξαφνιασμένη, λέγω!/ Ποια είναι αυτή απέναντι, που δεν μου μοιάζει;/ Οβίδιε, πού είσαι; Εσύ φταις/ Σε ποια δυαδική ύπαρξη, με μεταμόρφωσες;/ Τόσα χρόνια είχα συμφιλιωθεί με την ύπαρξή μου/ […] Ησύχασε, μου λέω. Σε αυτήν την προσταγή προς τον εαυτό να ησυχάσει, καθώς παρατηρεί τις αντιφάσεις και τις αλλαγές εντός του, την οποία ακούμε για δεύτερη φορά στο ποίημα Το κάτι: Ησύχασε ψυχή μου…/ ίσως αύριο να βρεις/ αυτό που θες να πεις, βρίσκονται οι πιο αυθεντικές απηχήσεις ενός Αρχίλοχου στην ποίηση της Μαλβίνας Ιωσηφίδου. Δεν μπορούμε να μην ανακαλέσουμε λ.χ. το γνωστό: θυμέ͵ θύμ΄͵ ἀμηχάνοισι κήδεσιν κυκώμενε ἀναδευ (καρδιά μου, καρδιά που σε ταράζουν λύπες αγιάτρευτες σήκω). Στην πραγματικότητα η φιλοδοξία της ποιήτριας είναι να συνθέσει ένα ερωτικό τραγούδι για το «εσύ» που έφυγε, για τον έρωτα που όλοι μπροστά του λυγάμε (Ασκήσεις επί χάρτου), στίχος που ανακαλεί τον αρχιλόχειο λυσιμελή έρωτα. Ξαναλές το τραγούδι όλο/ από την αρχή,/ ξανά και ξανά και ποτέ η κάθε φορά/ δεν είναι η ίδια με την άλλη./ Γι’ αυτό δεν χορταίνεται ο έρωτας! Το ερωτικό τραγούδι αιώνες τραγουδιέται, κατεξοχήν για έρωτες χαμένους και βασανιστικούς κι η ποιήτρια έχει αποφασίσει να το τραγουδά ακόμη και ρημαγμένη και αποκαμωμένη: Ξεράθηκε το λαρύγγι μου/ Απ’ το νυχτοήμερο,/ Γλυκόλαλο ερωτικό τραγούδι (Το τραγούδι της σειρήνας) και τελικά να το προσφέρει σε αυτόν που λείπει: Θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά/ Μη φοβηθείς/ τραγούδι θα σου ψιθυρίσω/ Να ευχαριστηθείς (Η φωτιά).

Αυτό που είναι πρωτότυπο και ιδιαίτερο δεν είναι μόνον η δύναμη του λυρισμού  και της κραυγής της αλλά η ταυτόχρονη περιγραφή και καταγραφή από την ποιήτρια όχι μόνο των συναισθημάτων της αλλά και της μεταστοιχείωσης τους σε ποίηση. Πρόκειται για τη δεύτερη ιδιότητα ή λειτουργία της ποίησής της που προσδιορίσαμε ως αυτό-αναφορική. Στο ποίημα Οι λέξεις η Μαλβίνα Ιωσηφίδου επιχειρεί να επινοήσει μια «γραμματική» της απώλειας. Αναζητά τις αντωνυμίες, τα ρήματα, τα ουσιαστικά για να ορίσουν όλα μαζί τον τρόπο της θυσίας μιας εποχής. Ανασυνθέτει μια ποιητική γλώσσα για να περιγράψει τη ζωή που πέρασε, τα συστατικά της, τα συναισθήματα, τις εκπλήξεις τον θαυμασμό, την εκτίμηση τα ταξίδια, τα υλικά που πήρε ο χρόνος μαζί του. Η ζωή πρέπει να μεταγραφεί σε λέξεις που θα πουν την ιστορία της για να μη χαθεί. Ο ποιητικός λόγος βάζει μια απόσταση ανάμεσα στην ποιητική φωνή και το βίωμα. Έτσι, το υποκείμενο που βιώνει γίνεται το υποκείμενο που παρατηρεί και μπορεί να ελέγχει τα συναισθήματα, αφού με τον ποιητικό «φακό», αυτό επιλέγει τι θα μεγεθύνει και τι θα σμικρύνει: δουλεύοντας τους στίχους/ πιάνω απόηχους και ήχους/ αλλοτινών εποχών./ Με ένα φακό μαγικό/ άλλοτε μεγαλώνω κι άλλοτε,/ μικραίνω τις διαστάσεις. (Φυγή).

Κατεξοχήν ποίημα ποιητικής είναι η Επιστολή, καθώς εμπεριέχει την τετραπλή causa scribendi: πρώτον, μια απόπειρα επικοινωνίας της ποιήτριας με τον έξω κόσμο. Δεύτερον, την ανάγκη να ειπωθούν όσα δεν λέγονται παρά μόνον όταν είναι αργά. Τρίτον, τη διάσωση του αγαπημένου προσώπου που έχει χαθεί, εντός της περιοχής της ποιητικής τέχνης και τέταρτον και κυριότερον, την ανάγκη να εκφραστούν τα πράγματα λογοτεχνικά κάτι που έχει καθαρή αξία από μόνον του: Σου γράφω/ για να μη ξεχάσω/ να ομιλώ./ Σου γράφω γιατί δεν όρισες συνάντηση/ να σου τα ειπώ./ Σου γράφω/ Για να μην ξεχαστείς και σύ μόνος/μέσα στην ύλη./ […] Σου γράφω/ για να γράφω,/ γιατί αν σταματήσω να γράφω,/ θα πει πώς πέθανα. Αυτός ο στίχος αποδεικνύει πώς η ποιήτρια δεν συγκλονίζεται μόνον από τη σφοδρότητα των συναισθημάτων της ούτε χρησιμοποιεί τη γραφή μόνον ως medium για να μετριάσει τον πόνο ή ως φάρμακο, κάτι που συνιστά άλλωστε κοινό λογοτεχνικό τόπο. Αλλά αποδεικνύει ότι έχει πλήρη συνείδηση της φωνής της και αντιμετωπίζει τη γραφή ως καθαρή λογοτέχνης, ως λογοτέχνης δηλ. που ζει για να γράφει: γράφω για να γράφω, όπως δηλώνει και στο ποίημα Πλέκω.

Μάλιστα ενδιαφέρεται και για την υστεροφημία της, όπως φαίνεται και στο ποίημα Το κάτι: εκεί δηλώνει ρητά μιας άλλης τάξεως απώλεια, καθαρά λογοτεχνική και όχι βιωματική ή συναισθηματική, όπως στις λυρικές της στιγμές:  Κι αν δεν το βρεις/ κι αν δεν το πεις/ ή κι αν το πεις/ και δεν  αρέσει/ Τότε,/ χαιρέτα τη/ την «Αλεξάνδρεια»/ των αντικατοπτρισμών σου! Η ποιήτρια μάς λέει γιατί γράφει, τι επιδιώκει με την τέχνη της. Έχει την αγωνία να πει κάτι σημαντικό. Η ποιητική ιδέα είναι πρωταρχικό της μέλημα. Ακολούθως, αυτή η ιδέα πρέπει όχι μόνον να ειπωθεί αλλά και να αρέσει. Εδώ βρίσκεται ο πόθος της υστεροφημίας που μαζί με την εύρεση της μεγάλης ποιητικής ιδέας συνιστά διαχρονικό κίνητρο καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε αντίθετη περίπτωση, μας αναφέρει, θα αναγκαστεί να αποχαιρετήσει την «Αλεξάνδρεια» των αντικατοπτρισμών της, οπότε η απώλειά της ταυτίζεται με την απώλεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας η οποία με τη λέξη αντικατοπτρισμός υποβάλλει την πλατωνική αντίληψη της τέχνης ως αντιγράφου της πραγματικότητας.

Ποιο είναι το υλικό της ποίησης της μας το περιγράφει διεξοδικά σε δύο άλλα ποιήματα ποιητικής. Στο ποίημα Εκτίθεμαι διαβάζουμε: βγάζω προς τα έξω τα μέσα μου./ […] Επιθυμίες/ Όνειρα/ Συναισθήματα/ Εμμονές/ Ενθύμια. Αυτή είναι μια ατέρμονη διαδικασία μας εξηγεί, μια επίπονη και επίμοχθη διαδικασία: κλαίω,/ για όλα αυτά που έγραψα/ για όλα αυτά που έσβησα/ και ξανά ΕΚΤΙΘΕΜΑΙ! Για τα συστατικά της ποίησης της ομιλεί η Μαλβίνα Ιωσηφίδου και στο ποίημα Μη μου θυμώνεις όπου πλέον φαίνεται να μην ορίζει ούτε κι η ίδια τη γραφή, ωσάν τα ποιήματα να γράφονται από μόνα τους, κατά τον τρόπο των «μανικών» ποιητών: Μη μου θυμώνεις για ό,τι γράφω/ Ιδέα σου είναι,/ πως τα γράφω εγώ./ Η πέννα μου τα γράφει/ […] Μα πού βρίσκεται τόσο μελάνι;/ το μόνο που ξέρω εγώ,/ είναι να στύβω […] Στύβω επιθυμίες καταστάσεις/ Στύβω πόνους και αποστάσεις/ Στύβω θάλασσες στεριές/ Απουσίες και μοναξιές […] με τόσο υλικό το μελανοδοχείο της, όπως αναφέρει η ίδια, είναι πάντα γεμάτο. Υπάρχει πάντα κάτι να ειπωθεί.

Το κέρδος από αυτήν την περιπέτεια της γραφής, όπως διεξοδικά την περιγράφει η ποιήτρια, είναι η νίκη του θανάτου και του πόνου. Μετά την κατάδυση στη Νεκρά Θάλασσα, όπως αναφέρει στο ομώνυμο ποίημα, η οποία δεν είναι παρά μια κατάβαση εις Άιδου, ακολουθεί η ανάδυση – ανάβαση. Η ποιήτρια αναβαπτισμένη και κεκαθαρμένη αναδύεται στην επιφάνεια των αλμυρών υδάτων της Νεκράς Θάλασσας και το αλάτι των δακρύων της τής φαίνεται πλέον γλυκύ. Αναδύθηκα! Εξαγνίστηκα! Αναφωνεί στους τελευταίους στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογής της. Ο λόγος; δηλώνεται και πάλι από την ίδια σε ένα αντίλογο με τον εαυτό της: βουτιά μη κάμεις[…] αποτολμώ τη βουτιά!

Η τέχνη και η ζωή. Η ποιήτρια αναδεικνύεται τολμηρή και στους δύο πόλους της ποίησής της. Τολμά να μιλήσει για όσα την απασχολούν συναισθηματικά, ψυχικά και εκφραστικά. Τολμά να εξερευνήσει τον ποιητικό λόγο και να μας δώσει ένα λυρικό τραγούδι που ομιλεί για τον πόνο, τον αποχωρισμό, τον έρωτα και τον θάνατο για τα αιώνια δηλ. συστατικά της ποίησης αλλά ταυτόχρονα έχει επίγνωση ότι αυτά τα πάθη έχουν αξία μόνον από τη στιγμή που θα βρουν έκφραση καλλιτεχνική. Οπότε και για να επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα. Έχω την αίσθηση ότι αν ρωτούσαμε την ποιήτρια ποιο από τα δυο λουλούδια που κοσμούν τη συλλογή της, το ζωγραφισμένο ή το αληθινό είναι ομορφότερο νομίζω ότι θα μας απαντούσε το ζωγραφισμένο. Γιατί η τέχνη δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνει τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.

*

©Φένια Αδαμίδη

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση