Καίτη Παπαδάκη, Το πρώτο που φυτρώνει την άνοιξη

papadaki18.5.18

favicon

Εντάξει, ψιθύρισα χωρίς να το σκεφτώ, σύμφωνοι, εγώ θα φροντίζω τον κήπο. Σε αντάλλαγμα θα έπαιρνα σε κάθε επιτυχημένη προσπάθεια έναν κόκκινο καρπό. Κοίταξα γύρω. Είχε κρεμάσει κλαδιά μέχρι τον ουρανό! Δεν είχα άλλη επιλογή, παρά να φτιάξω ανεμόσκαλα από γερούς βλαστούς και ρίζες.

         Ανέβαινα, ανέβαινα… Τα σύννεφα με τύλιγαν. Ο ήλιος καψάλιζε τα άγουρα ακόμα φτερά μου. Το είχε εξηγήσει, ήμουν δόκιμος. Οποιαδήποτε πτώση θα στοίχιζε τις αφράτες φτερούγες. Όμορφες ήτανε! Κρικ-κρακ, ώρα την ώρα φύτρωναν στους ώμους μου.  Τα κρίνα δεν φαινόταν από κει πάνω. Έφτανε μόνο το λεπτό άρωμα, που, όπως με ενημέρωσε, είχε παράξενες δυνάμεις. Το δάσος ένωνε τη γη με το χάος. Οι λεπτές απολήξεις των φυτών λικνιζόταν με φιδίσια χάρη ως την είσοδο του οίκου του. Ανέβαινα να τις κορυφολογήσω, όπως  έταξα.

           Ο αέρας δυσκόλευε το έργο. Όμως, τελικά, επέστρεφα πάντα στο χώμα με το ρόδινο φρούτο στο χέρι. Καθώς δάγκωνα το τελευταίο, ένα κλειδί εμφανίστηκε στην καρδιά του, αντί για κουκούτσι. Έριξα μια γρήγορη ματιά. Στο περιβόλι δεν υπήρχε σπίτι, ούτε καγκελόπορτα, ούτε λουκέτο πουθενά. Η περίφραξη ήταν φυσική, με ψηλά, αγκαθωτά, αιωνόβια  δέντρα. Υπομονή, σκέφτηκα, σε λίγες ώρες θα σκαρφαλώσω πάλι. Τότε θα ψάξω .Ίσως ανοίγει καμιά πόρτα εκεί πάνω.

              Ακολούθησα τους μίσχους με τα φιδογυρίσματα, που με οδήγησαν στο  κατώφλι. Τα φτερά είχαν ήδη αρχίσει να πλαταίνουν. Ίσως αύριο να μην χρειαζόμουν ανεμόσκαλα. Ταίριαξα την κλειδαριά της πύλης με το κλειδί. Μια χαραμάδα σκοτάδι χύθηκε στο φως του κατάφυτου ουρανού. Πέρασε άκουσα τη γνώριμη φωνή. Μπήκα διστακτικά, ψαχουλεύοντας, μέχρι να συνηθίσω από τη μέρα, σ’ αυτό  που αργότερα ονομάστηκε νύχτα. Στάθηκα μπροστά του, απ’ όσο μπόρεσα στα τυφλά ν’ αντιληφθώ.

            Τα κατάφερες , γρύλισε, να πέσεις στην παγίδα! Τους βλαστούς ας τους έκοβες ως εκεί που έφτανε το χέρι σου. Και το κλειδί έπρεπε να το καταπιείς. Τι κατάλαβες τώρα; Το σκοτάδι θα εισχωρήσει στο φως. Εσύ στέκεσαι ξεδιάντροπα μπροστά μου , ενώ το δάσος κάτω μαυρίζει. Έπαρσή! Τι έπαρση! Αυτό λέγεται έπαρση! Κι η έπαρση στοιχίζει. Στοιχίζει ένα ζευγάρι  νέα φτερά… Πισωπάτησα κι έπεσα μάλλον σε ανάκλινδρο. Η αφή στα στρωσίδια θύμιζε φρέσκο πούπουλο.

           Γύρισα στη γη βαρύς, με δυο πληγές συμμετρικές στην πλάτη. Περίεργο, ο ήλιος πια, κάθε μέρα, νικούσε  και νικιόταν  απ’ τη νύχτα. Τα κρίνα δεν μύριζαν, μα μίκρυναν πολύ και πιτσιλίστηκαν  με αίμα. Παρόλα αυτά τα πότιζα συχνά καμαρώνοντας στα πέταλα την απόδειξη της τόλμης μου.

         Μετά από καιρό, ένα παιδί που περνούσε έξω απ’ το χωράφι, είπε πως διάβασε σ’ ένα βιβλίο γι αυτό το λουλούδι. Μήκων η υπνοφόρος !  Κρίνο; Κρίνο όχι πια. Μη κων η υ πνο φό ρος συλλάβισα για να το θυμάμαι. Είναι το πρώτο που φυτρώνει την άνοιξη. Η φροντίδα της με συντροφεύει εδώ και χρόνια. Πρόσθεσα περήφανα. Μήκων η υπνοφόρος, άνθος  ρόδινο, καρπός εθιστικός, αν τον γευτείς, φύλλωμα με τριχίδια… Άλλη μία χνουδωτή φρεναπάτη! είπε και έφυγε βιαστικά

*

©Καίτη Παπαδάκη

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία