Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μικρές Ιστορίες των Καραβανιών

thiveos15.5.18

fav_separator

Να τις αφηγούνται
σαν παραμύθια,
με τόλμη
και
μ΄όλες τις προσθήκες
της φαντασίας

Οι αμφιλεγόμενοι, λευκοί ελέφαντες
Δεν πάει λίγος καιρός που προέκυψε αιφνιδίως η σκληρότατη διαμάχη του κ. Μπάρνουμ με κάποιον άνθρωπο του επαγγέλματος. Αιτία οι λευκοί ελέφαντες και η πιθανότητα ή μάλλον το απίθανο της ύπαρξής τους που διαχώριζε τη γνώμη του κοινού. Ορισμένοι περιορίζονταν στην εντύπωση που προξενούσε ένα τόσο θαυμάσιο θέαμα, όσο και ένας ελέφαντας με κατάλευκό δέρμα, δίχως πρόσθετες αναζητήσεις. Άλλοι πάλι, ένιωθαν προδομένοι, το λιγότερο αφελείς, καθώς ήταν πια γνωστό πως “το αστέρι της Ασίας” δεν ήταν παρά ένα δυστυχισμένο θηλαστικό, με κάποια αρρώστια του δέρματος, θύμα των ανθρώπινων σχεδίων. Στην Φιλαδέλφεια το θέαμα έκανε θραύση. Ακόμη και όταν πλήθυναν οι φήμες που ήθελαν κοινό απατεώνα τον φέρελπι κ. Μπάρνουμ, το κοινό δεν έπαψε να τιμά τις παρουσιάσεις του νεαρού θιασάρχη. Μια πολύ πετυχημένη ρέπλικα εκείνου που δεν θα υπάρξει ποτέ, αρκούσε για να παραμείνουν οι θεατές πιστοί στις σκηνοθετικές επινοήσεις του κ. κ. Μπάρνουμ.

Οικογένεια Ρίτσερ
Οι κύριοι διατηρούν μια αξιόλογη επιχείρηση. Πεδίο δράσης τους η εξωτική Αφρική με τα μυθικά, άγρια θηρία της. Κάθε τόσο μεταφέρουν στην Ευρώπη ένα σπάνιο είδος λιονταριού ή έναν θηριώδη πίθηκο, με εξωπραγματική, μυική δύναμη. Οι τιμές παραμένουν υψηλότατες, όμως η ανταπόκριση του κοινού σε παρόμοια θεάματα αποζημιώνει τον τυχερό επιχειρηματία.
Φόβοι, ωστόσο προκαλούν οι σκέψεις για αυστηρότερους κανόνες. Η Ευρώπη δεν είναι Αφρική, παρεμβαίνουμε στη φύση βάναυσα, το ισχυρότερο δόγμα των διαφωνούντων με τα διαδεδομένα θεάματα. Μέχρι τότε, οι κύριοι, εφαρμόζοντας την τιμιοτέρα όψη του είδους μας, μπορούν να κερδίσουν πολλά, σε χρήμα και φήμη. Ο κόσμος τους μπορεί να΄ναι σκληρός, πολύ σκληρός, μα εξίσου μυθώδη τα κέρδη τους, εάν συγκινήσουν αυτό το κοινό που τείνει να ΄χει μαρτυρήσει ήδη τον καινούριο, αυτό κόσμο, γυρεύοντας το ενστικτώδες πρόσωπό του.

Βατήρες
Αν είχε ποτέ ήχο η έκπληξη, τότε αυτός, μονάχα αυτός θα μπορούσε να πραγματώσει το αίσθημα. Όταν περνούν οι ακροβάτες με ταχύτητες πουλιών μέσα απ΄το πλήθος, ταξιδεύοντας για το μικρό βατήρα τους. Δίχως δίχτυα, δίχως προστασίες, μόνο με τις λευκές στολές τους, να μετρούν την ώρα, να μετρούν την ώρα, ν΄αλλάζουν χέρια, να πετούν στο κενό για μια στιγμή, όσο κρατά μια περιστροφή διαττόντων αστέρων.
Ο Χανς, ο απαράμιλλος Αυστριακός, γλίστρησε στο κενό και σκοτώθηκε ακαριαία. Τώρα όλοι οι φίλοι του αφήνουν ένα λουλούδι στον μικρό, πολύ μικρό βατήρα του. Σαν τον μικρό Πρίγκηπα, λέει κάποιος και όλοι γελούν και έπειτα, ένας ένας, σαν πεταλούδες και σαν ένα πράγμα φυσικό, αυτά τα παιδιά πετούν πάνω απ΄το κοινό της Βαρκελώνης μια περίφημη, ανοιξιάτικη Κυριακή.

Λαχ
Δύο κεφάλια, τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια. Ένα θαύμα αρρωστημένο, η θεά Κάλι που αλλάζει όψεις και στις μέρες μας διάλεξε αυτόν τον Ινδό έφηβο για να μας συντρέξει. Ο Λαχ γεννήθηκε στην Καλκούτα. Ζούσε σε ένα παράπηγμα και κέρδιζε το φαγητό του από τη ζητιανιά και την επαιτεία. Το συνεργείο μας τον έφερε στην Ρώμη. Οι ιατροί λένε πως χαίρει άκρας υγείας και πως όλα του τα μέλη λειτουργούν άψογα. Ο Λαχ θα παίξει με μπάλες, θα πετάξει αναμένους πυρσούς σε μια φαντασμαγορία πραγματική και ίσως περπατήσει κοντά στο κοινό, βγάζοντας φωτογραφίες για 5 δολάρια με όσους το επιθυμούν. Είναι σχεδόν πάντα χαμογελαστός και ανταποκρίνεται χαμογελώντας φυσικά, σαν να χει μέσα του δυο καλούς ανθρώπους.

Ρωμαίος
Δεν έχω συναρπαστικές ιστορίες να διηγηθώ. Δούλεψα λίγο καιρό στο μπουλούκι. Ίσως μια φορά, μόνο, που ΄χαμε σταθμεύσει πάνω στο πλάτωμα της μεγάλης λεωφόρου. Ήμουν επιφορτισμένος να φροντίζω το τάισμα του Ρωμαίου, ενός θηριώδους ελέφαντα. Η φροντίδα αυτή δεν ήταν μια ταπεινή υπόθεση, καθώς το γεύμα του ελέφαντα απαιτούσε συνέπεια και ποσότητα άφθαστη. Εκείνο το βράδυ ένιωσα μες στον ύπνο μου παράξενα και γρήγορα κατάλαβα πως βρισκόμουν στην προβοσκίδα του Ρωμαίου. Με μετέφερε τρυφερά σε μια άκρη της τέντας, γυρεύοντας να γευματίσει με το δεμάτι που ΄χα κάνει στρώμα μου.
Αυτή η περιπέτεια μου δίδαξε πολλά για τους ελέφαντες και μ΄έκανε να τους αγαπήσω βαθιά για την άδολη ευγνωμοσύνη τους.

Δυστυχισμένε Δον Γκρενανδίνο
Διαθέτει μεγάλη ποικιλία κοστουμιών. Βόρειοι λοχαγοί, τροβαδούροι, Γάλλοι ευγενείς, ο Λίνκολν, ως Χριστόφορος Κολόμβος, κατά το αμερικανικότερον, και τα λοιπά. Ακολουθεί τις διαδρομές των καραβανιών και υποστηρίζει δίχως αμφιβολία όλα τα είδη των παραστάσεων. Διαθέτει κοστούμια κοριτσιών, μεγάλα φουρώ με ανθισμένο μπούστο, λιτά φορέματα σε έναν ασυναγώνιστο αριθμό χρωμάτων, ρετάλια, τόπια υφασμάτων εξαίρετης ποιότητας. Το βεστιάριο του Δον Γκρενανδίνο συνιστά ένα θαύμα της μηχανικής και της χωροταξίας. Από εδώ οι στολές των στρατηγών και σε άλλη προθήκη τα κοστούμια των Λατίνων ηρώων, πιο κάτω φτερά των Απάτσι και εξαρτήσεις του ντροπιαστικού πολέμου. Μάσκες βενετσιάνικες, κάποιες του αρχαίου, ποιμενικού δράματος, όψεις πουλιών με φανταστικά χρώματα, τα πάντα βρίσκει κανείς στο βεστιάριο του Δον Γκρενανδίνο. Ωστόσο είναι να τον λυπάται κανείς. Η φιλαργυρία του τον οδήγησε μόνο, πάμπλουτο και δυστυχισμένο να γερνά πάνω στ΄αμάξι του, να εμπορεύεται αράθυμα ένα σωρό πράγματα, να κινδυνεύει να πεθάνει από στιγμή σε στιγμή χτυπημένος από τους ληστές που δρουν στην περιοχή.
Δεν τους φοβάμαι. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος της τέχνης, ένα παλιό, μέτριο βέβαια, αλλά παλιό έργο τέχνης. Δεν αξίζω τίποτε μα πρέπει να υπάρχω, έλεγε και γελούσε σαν να πρόκειται να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Αλογοκλέφτες
Δύο επιβήτορες, πέντε από τα πουλάρια μας και μια φοράδα. Αυτά χάσαμε στην τελευταία επιδρομή. Ήταν νύχτα και κρατούσαν αναμμένες δάδες. Τα ζώα τρόμαξαν, έφυγαν κατά το νερό, εκεί που τα περίμεναν. Πιο εύκολη δουλειά δεν γινόταν. Και τραγικότερη απώλεια δεν θα μπορούσαμε να υποστούμε. Ωστόσο, δανειστήκαμε και φέραμε μερικά άλογα στο καραβάνι. Δεν προκόψαμε, μα φθάσαμε στο Ρίβερ Πόιντ, δίχως περιπέτειες. Το γερό ζώο είναι πάντα προτιμότερο στη δουλειά μας. Τώρα πια είμαστε καθηλωμένοι. Τούτο το μέρος δεν έχει ζωή και ο κόσμος κοιτάζει μόνο τη δουλειά του. Είμαστε καταδικασμένοι, όμως, οι φίλοι λένε από υποχρέωση ή από τιμή, πρέπει να δουλέψουμε εδώ, γι΄αυτούς. Το σαπισμένο κρέας χτίζει χαρακτήρες.

Οι τιμές

Η ζήτηση για παράξενα πλάσματα έχει αυξηθεί δίχως προηγούμενο. Στο χρηματιστήριο του θεάματος, σ΄αυτόν τον επιτήδειο και θορυβώδη κόσμο όλες οι πρωτοτυπίες κοστολογούνται. Έτσι, δεν προξενούν ενδιαφέρον ή έκπληξη όσα δημοσιεύονται στις κυριακάτικες εφημερίδες.
Τα Δίδυμα κατέχουν την πρώτη θέση με ένα εκατομμύριο δολάρια, ακολουθούν η Μίλι Κριστίν, ο πρωτόγονος του Βόρνεο, ο Κινέζος, αγαθός γίγαντας και τ΄αντίθετό του, ένας μικροσκοπικός άνθρωπος, κάπως διαφορετικός από τους δικούς μας νάνους.
Η αμοιβή τους ωστόσο παραμένει αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους τους. Να προστεθούν οι δίχως χέρια άνθρωποι, οι ζωντανοί σκελετοί και ο άνθρωπος φίδι ανάμεσα στα πλάσματα που αμείβονται αξιοπρόσεκτα ως αποζημίωση για την περιέργεια του μονίμως διψασμένου κοινού.
Ποιος είπε, λοιπόν πως ετούτος ο κόσμος κυνηγά την ομορφιά, ποιος είναι εκείνος που έκανε ένα λάθος τόσο κατάφωρο.

Χρήστος Αργυρίου
Χρήστος Αργυρίου, ακροβάτης, ετών 23, μόνον. Καταγόταν από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας. Εκείνους τους μικρούς οικισμούς που σε καλωσορίζουν με ένα γέρικο καφενείο από σκόνη και από τίποτε. Έλεγε στους φίλους πως ποτέ δεν θα επιστρέψει, πως εκείνος ο κόσμος δεν είναι παρά παλιά υλικά κατεδαφισμένων αναμνήσεων. Ο Χρήστος διέθετε το ευτυχέστερο σώμα. Λύγιζε μεθοδικά, αργά , κατακτώντας ένα σωρό γεωμετρίες. Και όταν πετούσε, πώς ίπτατο ο νεαρός Αργυρίου, κάνοντας τον άμοιρο Φουκώ να συγκινηθεί κάπως βαθιά και κάπως αξεπέραστα. Όταν οι μέρες ήταν μελαγχολικές και ο κίνδυνος καραδοκούσε σαν βροχή πάνω στην τέντα του τσίρκου, ο Χρήστος σκαρφάλωνε στους βατήρες κλαίγοντας όλη νύχτα. Εκείνο τ΄απόγευμα ένιωθε σίγουρος. Νεανικός, πάνλευκος με κάτι αιμάτινα χείλη, σαν τους αρτίστες των δρόμων πέρασε εμπρός μας. Ένας ολόκληρος σφυγμός υπήρξε ο Χρήστος για όλους εμάς εκείνο το απόγευμα. Τον αναγγείλαν στα μεγάφωνα και ο νεαρός τότε και πάντα Αργυρίου έφθασε κοντά μας με τον άνεμο, με τα είκοσι, τρεμάμενα καλοκαίρια του. Το κοινό χειροκροτούσε, τα κορίτσια τον αγαπούσαν, όλα κρατούσαν την ανάσα τους σαν άφηνε τα χέρια του έρμαιο εκείνου του απογεύματος. Βρήκαν το σώμα του σπασμένο. Σαν άγγελος, είπαν, όταν είδαν που δεν υπήρξε αίμα. Κοιμήθηκε ο Χρήστος, ο νεαρός Αλέξανδρος του άσημου Λευκοχωρίου. Κοιμήθηκε αυθάδικα, με τ΄άλικα χείλη, τα ψιμύθια, το σώμα του ένα παράξενο τεταρτοκύκλιο όργανο. Κηδεύτηκε το μεσημέρι μιας Κυριακής. Οι θεριστές που τέτοιες ώρες επιστρέφουν, σώπασαν και έσκυψαν με τα δρεπάνια τους όλο ευλάβεια ν΄αποχαιρετήσουν τον Χρήστο απ΄τ΄άσημο Λευκοχώρι. Που σε πείσμα της νιότης του κάποτε θα επέστρεφε ανοίγοντας την πόρτα του νυχτερινού καφενείου ξαφνικά, σαν πόλεμος. Την βρύση στον ίσκιο του περιβολιού, την ονόμασαν Χρήστου Αργυρίου, σε μια λιτή τελετή με τους ιερείς, τις αρχές της εξουσίας και του πολιτισμού, τους ταγούς, τους ταγούς, τους ταγούς. Όλα, σαν να λέμε τα πρόσωπα του θεάτρου. Καημένε Χρήστο, με τα λευκά σου γόνατα και με την έξαψη, μακρινέ μου, εσύ ακροβάτη, παλιό μου γύψινο των ορεινών οικισμών της Αρκαδίας, αντίο για πάντα.

 

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: http://sf.anu.edu.au

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, πεζοποιήματα