Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου, Στριφτό Τσιγάρο

swzou-kyrkou7.5.18

favicon

Τα χέρια του Πάρη στρίβουν με μετρημένες, λεπτές κινήσεις και απόλυτη αυτοσυγκέντρωση το τσιγάρο. Τσιμπάει τον καπνό που περισσεύει απ’ τις άκρες προσεκτικά και τον βάζει πίσω στο σακουλάκι του. Ούτε το παραμικρό τρίμμα καπνού δεν πέφτει στο υπόλευκο πλακάκι του μπαλκονιού. Κολλάει το τσιγάρο γλύφοντας τις άκρες με μιαν ανάσα και με κοιτάει.

«Τα είπαμε, δεν τα ‘παμε; Σ’ αγαπώ. Δεν είναι αρκετό; Έχουμε χρόνο για τ’ άλλα. Όλα θα γίνουν με τη σειρά τους».

Κάθε φορά που λέει αυτό το σ’ αγαπώ και με κοιτάζει με τα πανέμορφα, πράσινα μάτια του, νιώθω τη φλέβα στο εσωτερικό του πήχη μου να τρέμει σα ρυάκι πάνω σε χαλίκια. Παίρνω βαθιά ανάσα και λέω, «Όχι. Δεν με φτάνει. Θέλω αποδείξεις!» Αρπάζω τα πακετάκι με τα τσιγαρόχαρτα πάνω απ’ το μαρμάρινο τραπέζι και το κοπανάω πάνω στο νύχι του αντίχειρά μου, σα να προσπαθώ να βγάλω ένα κουφετάκι που σφήνωσε σε κουτάκι με τσίχλες. «’Ολο λόγια είσαι. Πράξεις, πράξεις θέλω τώρα».

Ο ουρανός μουντός και σήμερα, σαν να έχει πέσει ένα παράξενο, σκούρο δίχτυ πάνω απ’ τον κόσμο και σκέπασε τα πάντα. Χίλιες φορές να έβρεχε, να ξεσπούσε. Αυτή η μαυρίλα μου πλακώνει την ψυχή.

Ο Πάρης κάθεται πιο αναπαυτικά στη μεταλλική καρέκλα, ανάβει το τσιγάρο, παίρνει μια βαθιά ρουφηξιά και με κοιτάει μέσα απ’ τους καπνούς με μισόκλειστα μάτια. «Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει».

«Ευχαριστώ πολύ! Αν ήθελα παροιμίες, άνοιγα το τάμπλετ μου». Ξεφυσάω μέσα απ’ τα δόντια μου και σηκώνομαι. Τα κάγκελα του μπαλκονιού έχουν καλυφτεί με κόκκινη σκόνη. Απ’ την Αφρική, το είπαν στις ειδήσεις. Όπου πάτησαν δεκαοχτούρες βλέπεις ιερογλυφικά τώρα. «Πότε θα παντρευτούμε επιτέλους; Ήμουν νια και γέρασα. Πότε θα κάνω ένα παιδάκι κι εγώ; Οι πολλές προφυλάξεις… Ξέρεις πόσες φίλες μου δεν μπορούν να κάνουν παιδί;»

«Ε, αυτές θα ‘χουν θέμα. Εσύ δεν έχεις».

«Ναι, και βέβαια έχουν θέμα. Περίμεναν πολύ κι αυτές, σαν κι εμένα, και μετά ήταν πολύ αργά».

«Τι πρόβλημα έχετε εσείς οι γυναίκες με το γάμο; Το άγχος σας τρώει, γι’ αυτό δεν έρχεται το παιδί».

«Εμένα με τρως εσύ», λέω και τραβάω ένα ριζόχαρτο απ’ το πακέτο, το μετατρέπω σε αεροπλανάκι και το πετάω να δω ως που θα πάει. Αυτό πέφτει στα πόδια μου με τη μύτη κάτω, σα σκόρος, μόνο που αυτό δε λιώνει όταν το πατάω.

Πάω κοντά στον Πάρη, τον αγκαλιάζω και τον φιλάω στο κεφάλι. «Δεν μ’ αγαπάς όσο κι εγώ, γι’ αυτό…» του λέω με παράπονο. «Ενώ για μένα είσαι τα πάντα, το φως μου, ο ήλιος μου…» Η φλέβα αναστατωμένο ποτάμι κάτω απ’ το δέρμα μου.

Σηκώνεται απότομα και πάει να τινάξει το τσιγάρο του στη γλάστρα με τα γεράνια. «Άσε τις κλάψες τώρα. Υπερβολές! Χαζοί συναισθηματισμοί! Για βλάκες! Τα ‘χουμε ξανακούσει αυτά». Φυσάει τον καπνό του με βογγητό σχεδόν.

Ξαναγυρνάω στην καρέκλα μου με βουρκωμένα μάτια και πιάνω τα τσιγαρόχαρτα. Σιγαρόχαρτον καπνοπαραγωγών, διαβάζω. Ένας γέρος με μαύρο κασκέτο γελάει μέσα από ένα δάφνινο στεφάνι, σαν ήρωας του είκοσι ένα σε σχολική φωτογραφία εθνικής εορτής απελευθέρωσης. Δεν τον καταλαβαίνω τον Πάρη. Τον δαγκώνω, με χαϊδεύει, τον χαϊδεύω, με δαγκώνει. Τι θέλει επιτέλους; Τι δε θέλει; Δε βγάζω άκρη.

Παίρνω ένα βέτεξ απ’ την κουζίνα και τρίβω με μανία την κόκκινη σκόνη απ’ τα κάγκελα, αν και ξέρω ότι αύριο θα δω πάλι τα ίδια ιερογλυφικά εκεί πάνω.

Το Σάββατο βγαίνω με μια φίλη μου, την Αρετή. Πηγαίναμε μαζί στα Τ.Ε.Ι. Νοσηλευτικής στο Αιγάλεω. Μ’ ακούει προσεκτικά, σκέφτεται λίγο, δαγκώνει το κάτω χείλος της και λέει, «Τι να σου πω, βρε Σοφάκι; Μπορεί να φοβάται τις ευθύνες, μπορεί να θέλει να δει αν η σχέση σας θ’ αντέξει στο χρόνο, μπορεί να έχει πληγωθεί στο παρελθόν, ίσως να έχει άλλους ρυθμούς από σένα, να θέλει το χρόνο του, δεν ξέρω. Ανεξερεύνητη η ψυχή του ανθρώπου».

«Ναι, αλλά μ’ όλα αυτά τα μπορεί και τα ίσως δε βλέπω χαΐρι».

«Με το ζόρι παντρειά δε γίνεται. Περίμενε λίγο και θα δεις».

«Μπα, θα του βάλω το μαχαίρι στο λαιμό για να τον δοκιμάσω. ¨Η με παίρνεις ή με χάνεις. Να δω τι θα κάνει».

Η Αρετή σηκώνει τα φρύδια και λέει, «Αυτό λέγεται εκβιασμός. Ρίσκο μεγάλο…»

«Θα το πάρω!» λέω αποφασιστικά και βάζω τα πλεγμένα δάχτυλα των χεριών μου κάτω απ’ το πηγούνι μου.

Το κάνω απ’ το τηλέφωνο, δεν έχω το θάρρος να τον αντιμετωπίσω, ξέρω ότι αν μου ξαναπεί σ’ αγαπώ και με κοιτάξει βαθιά στα μάτια, η φλέβα στο χέρι μου θα μουδιάσει και θα λυγίσω πάλι. Με φωνή μπάσα, αλλά τρεμάμενη, ξεστομίζω την απειλή μου.

Ακολουθεί σιωπή και μετά, «Εμένα δεν μ’ εκβιάζει κανείς. Όπως επιθυμείς, Σοφάκι. Στο καλό να πας», και κλείνει το τηλέφωνο.

Δεν μπορεί, πλάκα μου κάνει, θα ξαναπάρει, σκέφτομαι και πέφτω μουδιασμένη στην πολυθρόνα, το ασύρματο κολλημένο στο κοκαλιασμένο μου χέρι. Αλλά δεν παίρνει ούτε την ίδια μέρα, ούτε την επόμενη, ούτε στην εβδομάδα, ούτε στο μήνα πάνω. Είμαι σίγουρη ότι περιμένει πίσω απ’ το ακουστικό του να τον πάρω εγώ, να τον παρακαλέσω κλαίγοντας να γυρίσει, αυτό ακριβώς που περιμένω κι εγώ απ’ αυτόν με μάτια υγρά μήνες τώρα.

Μια μέρα μαθαίνω απ’ την Αρετή ότι τα έφτιαξε με μια παντρεμένη, τίποτα σοβαρό δηλαδή, απ’ ότι έμαθε. Τη βλέπει κρυφά όταν ο άντρας της είναι στη δουλειά και σε ταξίδια του στο εξωτερικό. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο ενώ την ακούω. Καταρρακτώδης βροχή, δάκρυα χοντρά γλύφουν το τζάμι, το ξεπλένουν ή το θολώνουν χειρότερα, δεν ξέρω. Η φλέβα στ’ αριστερό μου χέρι έτοιμη να εκραγεί, αλλά σφίγγω τα δόντια, προσπαθώ να το πάρω απόφαση, να σκεφτώ λογικά. Αυτό δεν ήθελε πάντα; Θα νιώθει ασφαλής τώρα, προστατευμένος απ’ τα βέλη του έρωτα, από χαζά ερωτόλογα και βλακώδεις συναισθηματισμούς, από ευθύνες που βαραίνουν, πνίγουν κάθε ελεύθερο άνθρωπο σαν κι αυτόν. Τώρα θα στρίβει τα τσιγάρα του με την ησυχία του, αργά, νωχελικά, χωρίς τρίμματα να του λερώνουν τα πλακάκια, χωρίς απώλειες σε τσιγαρόχαρτα με δαφνοστεφανωμένους άντρες που δεν μπορούν να πετάξουν, αλλά ούτε και να συντριφτούν σαν ενοχλητικοί σκόροι. Ας είναι καλά μόνο. Μόνο αυτό θέλω.

Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν, αλλά ο Πάρης είναι ακόμα στο μυαλό μου. Μπαίνω σε σχέσεις και βγαίνω απ’ αυτές, αλλά ο καημός του Πάρη με κατατρώει ακόμα. Κάθε φορά που θυμάμαι αυτό το σ’ αγαπώ, το βλέμμα του πάνω μου σα βάλσαμο, η φλέβα στο χέρι μου τρεμουλιάζει και πονά.

Με παίρνει τηλέφωνο ο Κώστας μια μέρα, ένας κοινός μας φίλος και μου λέει ότι ο Πάρης είναι στο νοσοκομείο, στο τελευταίο στάδιο καρκίνου του ήπατος, λέει. Δεν το πρόλαβε ο καημένος! Τόσο νέος! Ούτε πενήντα.

Σωριάζομαι στην καρέκλα, τα πάντα θολώνουν γύρω μου. Όχι, όχι αυτό! Πάντα ευχόμουν να φύγω πρώτα εγώ. Να μην το ακούσω, να μην το δω, να μην το ζήσω αυτό.

Φτάνω έξω απ’ το θάλαμο 305 στον τρίτο όροφο του Ευαγγελισμού κοντανασαίνοντας, σπρώχνω την πόρτα και τον ψάχνω μέσα από άλλους πέντε ασθενείς. Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι δίπλα απ’ το παράθυρο, η πλάτη του ελαφρά ανασηκωμένη, κατακίτρινος και πρησμένος, με ορό στο αριστερό του χέρι, στη μεσοβασιλική φλέβα, την ίδια φλέβα που πάλλεται στο χέρι μου γι’ αυτόν τόσα χρόνια.

Κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο με μάτια κουρασμένα. Πλησιάζω αργά και στέκομαι πάνω του. Δεν μπορώ να μιλήσω. Καταπίνω μόνο. Στρέφει το βλέμμα του σε μένα και νιώθω τη φλέβα μου ν’ αναστατώνεται, ν’ ανεβαίνει στα μηνίγγια μου, να με γροθοκοπάει. Ψιθυρίζει κάτι και για μια στιγμή νομίζω ότι είναι αυτό το σ’ αγαπώ, που τώρα πια τα’ ακούω μόνο στα όνειρά μου.

«Σοφάκι;» λέει.

Δαγκώνω τα χείλη για να κρατήσω ένα λυγμό και του χαϊδεύω τα γκρίζα του μαλλιά, στους κροτάφους, τα χτενίζω με τα δάχτυλά μου, τα κυλάω απαλά πίσω απ’ τα αυτιά του. Προσπαθεί να χαμογελάσει, μου πιάνει το χέρι, τα δάχτυλά του παγωμένα, τρέμουν σα κλαδάκια χτυπημένα από φθινοπωρινή μπόρα.

Προσπαθώ ματαίως να χαμογελάσω, βγάζω απ’ την τσέπη μου προσεκτικά ένα στριφτό τσιγάρο που ετοίμασα απ’ το σπίτι, με τον αγαπημένο του καπνό και τα τσιγαρόχαρτα με τον δαφνοστεφανωμένο άντρα με το κασκέτο.. Ξέρω ότι δεν το έκανα το ίδιο καλά μ’ αυτόν, καπνός προεξέχει απ’ τις άκρες και φαίνεται λίγο στραβό, τι στο καλό, γυναίκα είμαι, χαζή κι ανόητα συναισθηματική, πώς θα μπορούσα; Το κοιτάζει με υγρά τα πανέμορφα μάτια του.

Μη στεναχωριέσαι, αγάπη μου! Εγώ είμαι εδώ, φως μου! Θέλω να του πω, αλλά δε λέω τίποτα. Ξέρω ότι θα θελήσει να με δαγκώσει και πάλι και δεν θα μπορεί, και αυτό είναι που με σκοτώνει, που δεν θα μπορεί πια να με πληγώσει, να μου ξεφύγει, να ελευθερωθεί.

Του βάζω το τσιγάρο στο στόμα, τ’ ανάβω κι αυτός παίρνει μια μικρή ρουφηξιά και βήχει. Με τρεμουλιαστό χέρι το βγάζει και μου το δίνει πίσω. «Δικό σου τώρα, αγάπη μου», ψιθυρίζει και στρέφει το βλέμμα προς το παράθυρο για να μη δω το δάκρυ που στάζει στο εσωτερικό του αριστερού του πήχη, στη φλέβα όπου ο ορός τρέχει σαν ανυπόμονη βροχή στην προσπάθειά του να καθαρίσει το θολό τζάμι της ζωής του, την ίδια φλέβα που τόσα χρόνια αναστατώνει και αναζωογονεί τη δική μου ζωή και που τώρα τη ρουφάει βασανιστικά αργά, σα στριφτό τσιγάρο ως το τέλος.

*

© Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία