Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Μεταγραφή

papathanassopoulos3.5.18
favicon

Το γραφείο ήταν κοντά στο γήπεδο της Τρομερής ομάδας, ήταν αλλιώς τα πράγματα τότε. Εγώ ήμουν οπαδός της Θρυλικής, αλλά δεν το κρύβω ότι πάντα συμπαθούσα και την Τρομερή για διαφόρους προσωπικούς λόγους. Πάνω στη μεγάλη λεωφόρο ήταν το γήπεδο και λίγο πιο μετά το γραφείο μας. Πίσω από το γήπεδο ήταν το καφενείο, όπου γνωρίστηκα με το Μίλτο, τον παλαίμαχο σέντερ μπακ, που άφησε εποχή στην Τρομερή ομάδα. Λάθος με το Μίλτο γνωριστήκαμε στο γραφείο, στο καφενείο η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε μια πιο φιλική σχέση. Συγκεκριμένα μια μέρα στο γραφείο, που πέρασε ο Μίλτος να κάνει μια συναλλαγή στο ταμείο, ανταλλάξαμε μια καλημέρα, άντε να είπαμε και κάτι παραπάνω, αλλά όταν μετά από λίγες μέρες με είδε στο καφενείο ήρθε και μου μίλησε και γνωριστήκαμε καλύτερα. Είχε μια επιχείρηση απέναντι από το γήπεδο και ταυτόχρονα στη δύση πλέον της καριέρας του, εκεί κοντά στα σαράντα, ήταν προπονητής σε μια ποδοσφαιρική ομάδα Α’ ερασιτεχνικής κατηγορίας,  ενός πολυτελούς προαστίου, με πρόεδρο φραγκάτο και με φιλοδοξίες ανόδου. Ήταν προπονητής και μερικές φορές, όταν τον έπιανε το γινάτι, έμπαινε σαν αλλαγή κι έπαιζε σαν έφηβος, γιατί το λέγανε τα κότσια του ακόμα.

Η φιλία εξελίχθηκε και σε μεγαλύτερη συνεργασία στο γραφείο κι έτσι ο Μίλτος έρχονταν πιο τακτικά πλέον και μας έφερνε και κανένα εισιτήριο, όταν του ζητούσαμε, σε κρίσιμους αγώνες, που τα εισιτήρια χανόντουσαν από την πιάτσα.

Κάποια στιγμή στο γραφείο ήρθε με μετάθεση κι ένας τύπος μυστήριος, που, εκτός από υπάλληλος, μας συστήθηκε και σαν ποδοσφαιριστής. Αυτός δεν είχε όρεξη για δουλειά,γυρνούσε όλη μέρα από γραφείο σε γραφείο κι έπιανε συζήτηση με τους άλλους για το αγαπημένο του θέμα, το αυτοκίνητο. Στις συζητήσεις ισχυρίζονταν ότι είχε το καλύτερο αυτοκίνητο απ’ όλους, με το πιο ωραίο χρώμα, με την πιο γερή λαμαρίνα και την πιο καλή επιτάχυνση. Ένα πρωί, που με είδε στο δρόμο με το δικό μου, το  άσπρο Ρενώ πέντε, μου είπε:-Αυτό δεν είν’ αυτοκίνητο, πέταξέ το. Και τι χρώμα είν’ αυτό που έχει ρε φίλε, σαν υπόθετο μοιάζει.

Ο Μίλτος τον είδε μια μέρα και μου λέει: -Αυτός είναι υπάλληλος εδώ πέρα; -Ναι, του λέω, καινούργιος. -Ξέρεις, μου λέει ο Μίλτος, αυτός παίζει δεξί μπακ στον Κεραυνό- ας πούμε ότι μου είπε Λυκόβρυσης, γιατί δεν θυμάμαι τώρα καλά. -Ε και; του λέω. -Ξέρεις, μου λέει, παίξαμε στον πρώτο γύρο στην έδρα μας και μας έκοψαν ισοπαλία. Αυτός έπαιξε μεγάλη μπάλα, πολύ δυνατός στην άμυνα, βατοκόφτρα, σχεδόν μόνος του την πήρε την ισοπαλία. -Τώρα έχουμε να παίξουμε στην έδρα τους κι αν χάσουμε το παιχνίδι, χάνουμε και την άνοδο και ποιος τον ακούει τον πρόεδρο. Ακούγοντας αυτά φώναξα εγώ τον συνάδελφο και δεν χρειάστηκαν συστάσεις, γιατί τον ήξερε το Μίλτο και ποιος δεν τον ήξερε εξάλλου και κάθισαν αυτοί και λέγανε τα δικά τους κι εγώ έκανα τη δουλειά μου.

Την άλλη μέρα που ξανάρθε ο Μίλτος πάλι τον είδα να κουβεντιάζει εκεί πιο πέρα με το συνάδελφο. Λέω κι εγώ βρήκε ο γύφτος τη γενιά του. Από τότε και μετά σχεδόν κάθε φορά που έρχονταν ο Μίλτος τα λέγανε ιδιαιτέρως με το συνάδελφο κοντά στην τζαμαρία. Θεός είδε τι λέγανε.

Πέρναγαν οι βδομάδες και μια Παρασκευή ήρθε ο Μίλτος και μου λέει επιφυλακτικά: -Κράτησε αυτά τα χρήματα, είναι σαράντα χιλιάδες δραχμές και αν πάει καλά το παιχνίδι της Κυριακής να τα δώσεις στο συνάδελφό σου. Εγώ κατάλαβα τη συμφωνία κι έβαλα τα λεφτά στο συρτάρι. Κάτι είχε πάρει το αυτί μου για τον αγώνα της Κυριακής.

Τη Δευτέρα πρωί πρωί νάτος ο συνάδελφος, τα λεφτά, μου λέει. Έβγαλα και του μέτρησα τις σαράντα χιλιάδες, εντάξει; τον ρωτάω, ναι μου λέει, πολύ εντάξει, καλό παιδί ο Μίλτος. Πολλά πήρες, του λέω, έτσι για να πω κι εγώ κάτι. Ξέρεις, μου λέει ο συνάδελφος, τα λεφτά δεν είναι όλα δικά μου, τη δουλειά την κάναμε μαζί με τον τερματοφύλακα κι επομένως είναι ένα λογικό ποσό. Εμένα μ’ έτρωγε η περιέργεια και τον ρωτάω, «πως έγινε ρε φίλε αφήσατε τη μπάλα και μπήκε γκολ;» Τότε άστραψαν τα μάτια του από οργή. -Κοίταξε τι λέει ο άσχετος, έτσι γίνονται αυτές οι δουλειές ρε ανίδεε; -Εγώ είμαι παλιά καραβάνα, ξέρω τι κάνω. -Τι έκανες, του λέω. -Να, μου λέει, σε μια φάση που είχα τη μπάλα και μου την πέσανε οι επιθετικοί, τη γύρισα στον τερματοφύλακα, όχι και με πολύ δύναμη, εκείνος έδειξε ένα δισταγμό δευτερολέπτων, τότε μπήκε ανάμεσα ο φορ των άλλων και τσίμπησε τη μπάλα και πάνω που ντριπλάριζε τον τερματοφύλακα, εκείνος έκανε ένα θεαματικό μπλονζόν και σαν αίλουρος άρπαξε τη μπάλα και τα πόδια του μαζί, τον έκοψε σαν το σπαράγγι. -Μετά στο πέναλτυ έπεσε με φόρα στην άλλη γωνία απ’ αυτή που πήγε η μπάλα, αμ που θα ‘πεφτε νομίζεις. -Αυτό ήταν και τελειώσατε; του λέω. -Όχι ρε, μου λέει, είσαι καλά; έπρεπε να το σιγουρέψουμε. -Στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου πήρε μια μπαλιά ένας επιθετικός έξω από τη μεγάλη μας περιοχή, εγώ πήγα να τον κόψω, αλλά για δέκατα του δευτερολέπτου τον άφησα κι έφερε τη μπάλα στο δεξί και σουτάρησε, ο τερματοφύλακας έπεσε στη σωστή γωνία, η μπάλα έσκασε μπροστά του κι εκείνος άπλωσε το χέρι και αντί να τη βγάλει κόρνερ, τη σήκωσε ψηλά και η μπάλα χώθηκε στα δίχτυα, ψηλά κάτω από τ’ οριζόντιο, ξέρεις πόσο δύσκολες είναι αυτές οι μπαλιές που σκάζουν μπροστά στο τέρμα, ακόμα κι ο Γιασίν έχει φάει τέτοια γκολ. Αυτά είπε κι έφυγε.

Ο Μίλτος πέρασε αργότερα και τον ενημέρωσα. Πλησίασε και ο συνάδελφος, αλλά ο Μίλτος δεν έδειχνε ενδιαφέρον να κουβεντιάσουν πλέον κάτι, όπως κάνανε τις προηγούμενες μέρες, τον αγνοούσε εμφανώς. Διέκρινα ότι τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα, σαν αυτό των παλαιμάχων, που λέει «έχω δει πολλά». Ο συνάδελφος απομακρύνθηκε. Επανήλθε όμως όταν ο Μίλτος έφυγε και μου λέει: -Θα πεις του Μίλτου να μου κάνει μεταγραφή στην ομάδα του; -Μη με ανακατεύεις άλλο εμένα, του λέω, ζήτησέ το μόνος σου. Έτσι μια μέρα που περίμενε ο Μίλτος στο ταμείο, πλησίασε ο συνάδελφος και κουβέντιαζαν ώρα. Όταν έφυγε ο Μίλτος, ο συνάδελφος ήρθε σε μένα. Εγώ μπήκα αμέσως στο ψητό: -Τι σου είπε ρε λινάτσα; του το ‘πα δεν άντεξα. -Μου είπε ότι δεξί μπακ έχουν, μου απάντησε ο συνάδελφος και μάλιστα σ’ αυτή τη θέση έχουν και δεύτερο, που γυαλίζει τον πάγκο, πρόσθεσε, μετά από μικρή παύση.

Εκεί τελείωσε η συνομιλία μας με το συνάδελφο, έχοντας εγώ τις αμφιβολίες μου, αν η ομάδα του πολυτελούς προαστίου είχε πράγματι αναπληρωματικό δεξί μπακ. Αυτός εν τω μεταξύ συνέχισε να περιφέρεται στα γραφεία και να συζητά για τ’ αυτοκίνητα.

*

© Γιώργος Παπαθανασόπουλος

 *

Βιογραφικό: Ο Γιώργος Παπαθανασόπουλος γεννήθηκε στην Κάτω Χρυσοβίτσα, Αιτωλίας, σπούδασε οικονομικά, εργάσθηκε στον τραπεζικό χώρο, διηγήματά του δημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως: Πλανόδιον, Φρέαρ, Στάχτες, Fractal, Bookpress.

φωτο: Στράτος Φουντούλης, “Λεωφόρος, 2013″

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία