Ασημίνα Λαμπράκου, Λειτουργίες της Άνοιξης

lambrakou12.04.18
favicon

Στο προαύλιο της εκκλησίας φώτιζε ο χιονιάς· μέσα, τα μάτια του παππά. Με διώχναν και τα δύο. Εκείνα τα μάτια μαύρο κάρβουνο: μεγάλα όπως φτερά αετού· ζεστά όπως ο ήλιος στο φεγγάρι. Να στηρίζονται στα οστά των παρειών κι αυτές χωμένες κάτω από τα γένια του. Μαύρα πυκνά όπως πυκνά μαύρα τα τσίνορά του. Δεν ήμουν παιδί εγώ· δεν ήμουν. Ένας διάολος ήμουν που ανέβαινα τα σολ της λειτουργίας να βρεθώ στο βλέμμα του. Κι από ’κεί, στα χείλη του που δεν ξεχώριζα. Και το λιβάνι. Γιασεμί και μόσχος. Ανέπνεα και πνιγόμουν· πνιγόμουν κι έπαιρνα το δρόμο, να βρεθώ στα μάτια του, κάτω από το βλέμμα με τα πυκνά τσίνορα τα χαρισμένα στο θεό. Κι όπως έκανε τον κύκλο γύρω από τον εσταυρωμένο, κοντά μου σαν βρισκόταν, κατέβαζα τα δικά μου τα μάτια μη βλέπει πως τον κοιτάω· πώς. Κάποτε, αλλάζαμε σειρά στο φύλαγμα, τιμή στον εσταυρωμένο, κι όπως άλλαζα τη θέση μου με άλλον της σειράς, έβγαινα να πάρω λίγον αέρα· κι ας με πάγωνε ο χιονιάς, που ακόμη άνοιξη δεν ήτανε εκείνη τη χρονιά, Πέρσυ Έτσι τέλειωνε η χρονιά – χωμένη μέσα σε βλέφαρα· ιδρωμένη στο ανείπωτο· ανυπεράσπιστη στο ασεβές· στις λειτουργίες της Άνοιξης .

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, πεζοποιήματα