Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre [6] -Άδωνις

thiveos3.4.18
fav_separator

Τελετουργία μιας εποχής

(Λαϊκό καφενείο του μεσοπολέμου. Κάπου στην ελληνική επαρχία, βαθιά μες στην άνοιξη. Πλήθος άνθρωποι, ντυμένοι κυριακάτικα, κρατώντας βάγια παλιά. Στις γωνιές του δωματίου μικροί χοροί γυναικών, ακίνητοι σαν δέντρα, ψάλλουν σε έναν άλλο καιρό, σε μια ακατέργαστη ολίσθηση. Φθαρμένο μωσαϊκό και σκόρπια τραπέζια. Στο βάθος το παγωμένο χρώμα των ψυγείων. Μια αίσθηση υπαίθριων αναψυκτηρίων στο πουθενά κάποιου καλοκαιρινού μεσημεριού. Ο άνδρας που στέκει στο μέσο της ευρύχωρης σάλας μιλά νικημένος, ένα σπάραγμα απ΄άκρη σ΄άκρη στο πρόσωπό του, μια βαθιά ρωγμή όσο μιλά. Είναι μεσημέρι και όλα ησυχάζουν, ετοιμόγεννη η ώρα μες στα δωμάτια υφαίνει απ΄την αρχή όλου του κόσμου τους υμένες.Μια σκιά σ΄ένα τραπέζι σκίζει τον αέρα με το ούτι, αργά όπως κυλούν οι νύχτες. Εκεί και η χορδή που πάλλεται.)

ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΔΡΑΣ (σε μια άλλη εποχή θα ήταν ο Άδωνις) Ξεκίνησα νύχτα. Κρυβόμουν στα βαγόνια, ταξίδευα τη φλέβα του κόσμου. Λαθραία είναι η ζωή μου και είμαι ξένος εγώ. Θέση δεν έχω ανάμεσά σας, όμως πού να γυρίσω, πού να στραφώ. Διέσχισα τα σύνορα με τον ήλιο στο κατόπι μου. Στις κοιλάδες έπαψα και προσευχήθηκα. Δεν έχω άλλα να σας πω. Ήταν γιορτή όταν λεύτερος έμπαινα στην αρχαία πολιτεία. Με τραγουδούσαν τα βάγια και τα κορίτσια απ΄τις πηγές που καθώς λένε τις αντικρίζουν μόνο οι θεοί. Μην μιλήσεις, τίποτε μην πεις άμα δεις του κοριτσιού το πρόσωπο ν΄ανάβει μες στη πηγάδια. Σκύβει και εκείνη από δίψα, μα είναι ο δικός της δρόμος και δεν σε συγχωρεί. Έφαγα ψωμί και ήπια απ΄το ποτήρι σας, η θέση σας είναι για πάντα στην καρδιά μου. Όμως τώρα πρέπει να συρθώ ως του κάτω κόσμου τις φωνές, τώρα φθάνουν τ΄άλογα της Περσεφόνης, ξέφρενα, αιφνίδια απ΄τις πρασσιές και απ΄τ΄όνειρο.

(Οι άλλοι δεν μιλούν μονάχα ένα βουητό απ΄τις τέσσερις γωνιές του δωματίου φθάνει, μια βοή ή αλλιώς το βήμα του καιρού που παρελαύνει. Ο νεαρός άνδρας μιλά.)

Μονάχα εκείνη, μια μικρή Αρμένισσα, βυθισμένη στο θάνατο, μ΄ένα δανεικό κορμί με πόνεσε. Την ώρα που πέθαινα από λύπη εκείνη έσκυβε στα πόδια μου. Έλυσε τα μαλλιά της, βαθιά λυπήθηκε, για όλα μετάνιωνε η μικρή Αρμένισσα, κλαίγοντας πολύ εκείνη τη νύχτα. Δεν είχα δική μου καρδιά και απ΄τα περιστύλια της έγνεφα για τα χρόνια μετά. Έπειτα ήρθε και έπεσε ο άγγελος πάνω στα δέντρα, πάνω στα σύρματα. Ένα χρωματιστός, βυζαντινός άγγελος, ακίνητος μ΄ορθάνοιχτα μάτια, με δίχως στάλα αίμα απ΄τις πληγές. Πάνω απ΄τα σπίτια, πάνω απ΄τα σπίτια κρεμάστηκε ο Άδωνις απόψε. Γυάλιζε μες στη νύχτα σαν άστρο που καιγόταν, κάτω απ΄τα πόδια του έρεε το ποτάμι της ζωής. Αυτό το παιδί που πεθαίνει ολομόναχο στα σύρματα μιας ωραίας πολιτείας, αξίζει όλη μας τη συγκίνηση, όλη μας την ψυχή. Επειδή τόση μοναξιά δεν την αντέχουν οι άνθρωποι, προσευχήθηκα για τον άγγελο. Και είπα να γίνει πουλί, άνθρωπος και φεγγάρι, να του γράψουν ποιήματα και να τ΄αγαπήσουν πολύ εκείνοι που θα΄ρθουν.

Τα φορτηγά φάνηκαν χαράματα. Ξεκίνησα μαζί με άλλους που ΄χαν φανεί εκείνη τη νύχτα στην πόλη. Στρατιώτες απ΄τις στέπες, γεροί, ποιμενικοί άνθρωποι μας συνόδευαν. Δεν ξημερώνει πια στον κόσμο. Το φεγγάρι μες στα περιβόλια έπεσε, δέθηκε στα κλαριά και αργά πεθαίνει. Ένα φεγγάρι απαρηγόρητο, ένα φιλί απερίγραπτο, μια σκληρή εποχή. Αύριο θα με πάνε στους δικαστές. Οι πραίτωρες θ΄αποφανθούν. Όσοι κριθούν ένοχοι, όσοι φανούν ποιητές και θέσουν σε κίνδυνο την μεγάλη μας δόξα θα σταυρωθούν. Πρώτα απάνω στο νερό, μ΄ένα μαρμάρινο τύμβο. Εδώ κείτεται ένα όνομα, θα γράφει στις στήλες των νεκρών. Λένε πως τελευταία πεθαίνουν τα μάτια των ανθρώπων. Έρχεται ένα κύμα και του παίρνει, έρχονται τα πνεύματα απ΄τις αβύσσους να τους προϋπαντήσουν. Λένε πως οι ένοχοι τόσο που φοβούνται ξεσπούν σε λυγμούς όταν ξαπλώσουν απάνω στον μαρμάρινο σταυρό και αντικρίσουν στους θόλους επάνω το έαρ που κορυφώνεται. Τι καημός αυτή η απόσταση απ΄τη ζωή, τι πόνος για τη μοναξιά μας εκείνος ο θερισμός της ησυχίας.

Θα΄ρθω πάλι, θα δείτε. Θα φανώ ξαφνικός απάνω στο ρεφραίν ενός λαϊκού τραγουδιού, βυζαντινός απ΄τις κερκόπορτες θα μπω, σαν άνεμος, ξεσηκώνοντας παρέες μουσικών σβησμένες με λάδια και κάρβουνο. Μια Περσεφόνη θα γνέφει ακρυλική με στεφάνι μαρτυρικό, μια Μαγδαληνή της οδού Φυλής, της Βηρυττού, σημείο στο εκκρεμές του καημού , τροχιά του τόξου και όνειρο κυκλωτικό.

(Οι άλλοι σηκώνονται αργά, τον φιλούν, χίλιες φορές τον προδίδουν. Ανοίγουν τα παράθυρα και φωνάζουν και φθάνουν τάγματα χωροφυλάκων, οπλισμένα. Κατακλύζουν τη σκηνή, το καφενείο δεκάδες κομπάρσοι με όπλα παρά πόδα. Ένας ένας που βγαίνει φωνάζει ονόματα.)

Σαγγάριος, Σρεμπρένιτσα, Σεράγιεβο, Κιουτάχεια, Αρτάκη, 731, Πίνδος, Προύσσα, Αετορράχη, Αργυρόκαστρο, Αφρίν, Μόρια, στα 13 ναυτικά μίλια, Ρουάντα, Βελιγράδι, γαρύφαλλο,  Άουσβιτς. Είπαν και άλλες λέξεις σε γλώσσα ελληνική, μικραίνοντας τον κόσμο με τη λύπη τους. Ένας ένας τον φιλούσαν και εκείνος πήρε να χορεύει χτυπώντας τα χέρια του αργά με το ούτι που δεν λιγοψύχησε ποτέ. Ακόμη και όταν έμπαιναν οι χωροφυλάκοι με προτεταμένα τα όπλα και τον σκότωναν καταμεσίς της άνοιξης, παγώνοντας τα ρολόγια, δαμάζοντας τον ουρανό. Ακούγονται ριπές πολυβόλου και έτσι κάπως παίρνει ένα τέλος το δράμα του, τόσους αιώνες στα βημόθυρρα του καλοκαιρού. Ο Άδωνις, που νέος εκοιμήθη. Τα φώτα σβήνουν και ένα κορίτσι ξανθό πολύ σαν εδώλιο κεχριμπαρένιο σπεύδει και ανάβει στα πόδια του εμπρός τον μικρό λύχνο. Παντού στο φόντο της σκηνής ο άγγελος κρεμασμένος στα κλαριά πάνω απ΄τα σπίτια, πάνω απ΄τα σπίτια. Αυτός ο ωραίος άγγελος είναι που παραμένει στη σκηνή, μοναδικό απομεινάρι ενός έργου που δεν τα κατάφερε. )

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: astrosparalio.gr

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Boutique_Theatre, Ανταποκρίσεις, θέατρο