Ολβία Παπαηλίου, Η αναμέτρηση με έναν λάθος κόσμο [5]

olvia5-14.3.18

Μέρος 5ο

Αυτά και άλλα τέτοια επεισόδια σκεφτότανε: συχνά σχοινοβατούσε ή έψαχνε να βρει το δρόμο της ανάμεσα στους ακανθώδεις θάμνους που σχηματίζονταν απο τα ανθρώπινα αισθήματα, όπως έμοιαζαν να δημιουργούνται στα πρόσωπα συνεργατών, γνωστών και αγνώστων. Αυτά τα αμμώδη και δυσπρόσιτα τοπία των εκφράσεων, προς τα οποία δεν υπήρχε καθαρός δρόμος σημάνσεως, σήμα σηματοδότησης – σημειοδοτημένοι ελλειπώς αυτοί οι δρόμοι, ακόμα και με λανθασμένα σύμβολα, σημεία που οδηγούσανε σε λάθος γειτονιές. Λεπτές, ως και ανύπαρκτες, οι αποχρώσεις ψεύδονταν, έτσι όπως σχημάτιζαν χαμόγελα-γκριμάτσες που έμοιαζαν τρόμων παραληρήματα. Οι αριθμοί, απείρως πιο ελκυστικοί, της κλείνανε το μάτι παιχνιδίζοντας, ανοίγανε βεντάλιες ωδικών σχηματισμών σαν τα αποδημητικά σμήνη πουλιών που ετοιμάζονται προβάροντας τις πτήσεις τους. Εκεί, όλα συνέβαιναν με τρόπο μουσικό. Αρκούσε με το βλέμμα να σκανάρει τη φωτεινή οθόνη του κομπιούτερ, να ξεφυλλίσει ένα τετράδιο με λίστες αριθμών οκτώ ψηφίων – και το ασεβές εκείνο νούμερο που απειλούσε τη δομή του οικοδομήματος κοκκίνιζε στα μάτια της σαν κοριτσόπουλο που το κλεφτοφιλήσανε, και το ξεχώριζε η Κλαρίσσα ευγενικά λες κι ήτανε γυμνάστρια που κατά μέρος έπαιρνε μια αδέξια μαθήτρια, προς την οποία υποδείκνυε μια κάπως λάθος στάση του κορμιού: «Δεσποινιδούλα, το σαγόνι σας θα πρέπει ελαφρά ν’ ανασηκώσετε, δίνετε λανθασμένες εντυπώσεις πως είσαστε για θύμα γεννημένη, δεν αρμόζει». Κι ο αριθμός πάντα συμμορφωνότανε, παγιδευμένος απ΄το άτεγκτο βλέμμα της ενστικτώδους προσοχής που η Κλαρίσσα προς εκείνον (και τους όμοιους του) πάντοτε αφιέρωνε: όχι το βλέμμα κάποιου που θα πάσχιζε να ξεχωρίσει πετραδάκια που ίσως και να βρίσκονταν κρυμμένα εντός του πινακίου της φακής, αλλά το βλέμμα του ατόμου που το χάιδεψε, που το ξεχώρισε το σύνδρομο Άσπεργκερ. Κλαρίσσα η Λεπτολόγος – με αυτή την ειδική ονομασία θα ήτανε γνωστή στην τάξη της Στατιστικής του κολλεγίου. Ήτανε μια ονομασία που της ταίριαζε και την ευχαριστούσε ως βαθιά, η λέξη είχε χρώμα κρασοβέλουδο που ένιωθε να της χαιδεύει τους κοχλίες των αυτιών. Έκανε και τους γύρω της να υπομειδιούν, κι αυτό θα ήταν σίγουρα καλό, έτσι δεν είναι; Η Λεπτολόγος, που μπορούσε να μιλάει με λέξεις μακριές ή τελεσίγραφες, με μια φωνή που ακουγότανε πολύ εμψυχωμένη, αν και σπανίως είχε ανταπόκριση απ΄ τους άλλους. Στην καφετέρια την ώρα του διαλλείματος, στεκόταν η Κλαρίσσα δίπλα από το παράθυρο, κάνοντας ότι βλέπει κάπου έξω. Ενώ τα μέσα της τα όργανα ψέλνανε προσευχές πολλαπλασιασμών με την ταχύτητα έμπειρου ψάλτη που αινεί τον Μόνο Κύριο, Δοξα σοι ο Θεός για το άγιο τρία, και το πέντε, το εφτά – εφτά η πέντε ασφαλώς τριανταπέντε, μείον το τρία ασφαλώς τριανταδύο. Και όλα γύρω της τόσο επισφαλή, τι να σημαίνει η μουτσούνα που φοράει ο Στήβεν Ρόμπινσον που γεννήθηκε το 1966 (άθροισμα αρχικά εικοσιδύο, μετά τέσσερα), που κατοικεί με τη μητέρα, τον πατέρα του (από δεύτερο γάμο) και το σκύλο τους, στη μονοκατοικία αντικρυστά απ’ το ραφείο με τη γαλάζια πόρτα (το ραφείο, γιατί το σπίτι είχε πόρτα τσαγαλί). Κάποιες φορές, η ανάγκη της να πάει να του δώσει ένα επώδυνο και ξαφνικό φιλί στο μάγουλο, την έκανε να νιώθει ότι χάνει τις διαστάσεις της, και τότε η καφετέρια ήταν δύσκολο να υπολογιστεί. Σε τέτοιες φάσεις η Κλαρίσσα θα κατέφευγε σε υπολογισμούς που της διασώζανε περίπου τη ζωή, γιατί γνώριζε πέραν λογικής αμφιβολίας ότι ο διάδρομος από την καφετέρια ως την πόρτα της τάξης είχε μήκος εκατόν σαρανταεπτά βήματα μέτριου διασκελισμού, συν τα σεμνότερα τριανταέξη (από τη θέση δίπλα στο παράθυρο ως την ταμιακή που ήταν τοποθετημένη δίπλα απ΄το αυτόματο μηχάνημα πώλησης αναψυκτικών), συν άλλα δεκαέξη ως την είσοδο ή έξοδο της καφετέριας (ανάλογα με τη φορά του υποκείμενου που βάδιζε), σύνολο εκατόν-εννενηνταεννιά (ή, παρά ένα διακόσια), και σωζότανε! Μόνο να μη βρισκότανε να πέσει εντελώς ντουγρού πάνω σε τίποτα, σε κάποιον άνθρωπο, τραπέζι ή καρέκλα. Μόνο να μην της τύχαινε να χάσει την κατεύθυνση του βήματος κι ύστερα να βρισκότανε να έχει σκουντουφλήσει σ’ έναν τοίχο που εντελώς απρόβλεπτα θα έμπαινε στο δρόμο της, που θα ερχότανε για να τη συναντήσει ολοταχώς. Μόνο να μην!

Και ο ανέμελος έως αναισθησίας Στήβεν Ρόμπινσον να έχει ένα μελίσσι από κορίτσια και ένα άλλο μελισσάκι από αγόρια που μοιάζανε να κρέμονται απ΄τα χείλη του, έτσι όπως σήκωνε τα αμάζευτα τσουλούφια του και έλαμπε σαν αμαζόνια θεότητα του σκότους. Εκείνα τα τσουλούφια που την είχαν οδηγήσει (τη δεύτερη ημέρα που τον έβλεπε) να πάει κοντά του και να απλώσει ένα χέρι δισταγμού, έτσι όπως την είχε καταλάβει μία έντονη, πιεστική επιθυμία επαφής, μια παντοδύναμη ορμή να του διορθώσει την εμφάνιση. Μα πιο πολύ, γιατί πονούσε η παλάμη της στη θέα εκείνων των μαλλιών που στραφταλίζανε, και έπρεπε αμέσως να γευτεί όλο το μέσα μέρος της παλάμης της την πεμπτουσιακή τους την ουσία – μα αμέσως! Κι εκείνος είχε μαρμαρώσει και την κοίταξε λες και του ήτανε μια άγνωστη εντελώς και η παλάμη της, που είχε ευφρανθεί μ’ αυτό το νέκταρ, βρέθηκε ύστερα αμέσως να συγκαίγεται στον καυτό πάγο που εκπορεύτηκε απ΄το βλέμμα του – μυστηριώδης ένας πάγος, τιμωρός ποιάς της παράβασης;

*

Συνεχίζεται το 6ο και τελευταίο Μέρος, Σάββατο 17 Μαρτίου >

©Oλβία Παπαηλίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε: 1ο Μέρος /2ο Μέρος / 3o Mέρος / 4ο Μέρος /

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία