Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Κομμένη ξαναρίξε

papathanassopoulos13.3.18
favicon

Στο καφέ Salto τα βράδια του χειμώνα οι παρέες είναι όπως η κινούμενη άμμος στο γιαλό, την παίρνει ο μαΐστρος και την ξαναφέρνει ο βοριάς, κόσμος πάει κι έρχεται. Κάθε Παρασκευή εμφανίζονται οι Αθηναίοι, νέο αίμα, καλώς όρισες, έφερα ένα καλό ανέκδοτο, ήταν ο Τοτός στο σχολείο και λέει της δασκάλας… Χωρίς ραντεβού γίνονται οι συναντήσεις. Μπαίνει στο μαγαζί και πιάνει καρέκλα δίπλα στους παίχτες, αν δεν βρει κάθισμα στέκεται όρθιος και παρακολουθεί, δεν ενοχλείται και δεν ενοχλεί, αθόρυβος, σιωπηλός, σχεδόν αόρατος. Κάποιος σηκώνεται να φύγει -Φεύγεις; -Ναι, έταξα στη γυναίκα από το μεσημέρι.

Κάθεται, το παιχνίδι έχει ενδιαφέρον, σασπένς, εκπλήξεις, βαρεμάρα. Γίνονται διάλογοι, γιατί έπαιξες έτσι, αν έπιανες το ρήγα, γιατί βιάστηκες να δηλώσεις αφού παίζουν ακόμα εννιάρια, γιατί δεν έπιασες το γραμμένο να τους βάλουμε μπροστά, άλλο δέκα δεν παίζει δε θυμάσαι τα δεκάρια; -Κούρβουλο έχεις γίνει. -Τώρα σκέφτηκες να βγάλεις το σακάκι; -Ναι, όταν γαμάω ιδρώνω. Καθυστερεί, σκέφτεται. -Ποιος παίζει ρε παιδιά; -Πόσο γράφει η πλάκα; -Περάσανε μπροστά τα μουνάκια.

Δίπλα παίζουν τάβλι η σύγκρουση είναι κορυφής. Ο Φαραώ με το Γύπα. -Δεν τα ‘παιξες καλά τα ντόρτια, γιατί άνοιξες τις εξάρες; αόδυο (ναι αόδυο), χάσαμε, σήκω Πάνο. -Εξάρες, έφυγε, δεν σου είπα να μην τις ανοίξεις; άντε κλάστου τ’ αρχίδια τώρα. -Γαμάς καλά Γιώργο; -Tι πετάγεσαι εσύ ρε μαλάκα. -Δε μιλάς καλάαα. -Θεώνη φτιάξε έναν καφέ. -Mε τη σειρά σας κύριε, δύο χέρια έχω. -Θεώνη βάλε ένα ποτό. -Είναι νωρίς ακόμα για ποτό, παίξε τα χαρτιά σου και ξέρω εγώ. -Είναι ζωχαδιασμένη γιατί έκοψε το τσιγάρο.

Στη γωνία το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με την πράσινη τσόχα -ο «γύρος του θανάτου»- με την ψυχρή λάμπα στη μέση, στο ύψος των ματιών. Εκείνοι έχουν προτεραιότητα στο σέρβις, από μακριά παραγγέλνουν. Φτιάξε ένα τοστ και βάλε μου ένα καμπάρι κι εμένα ένα τοστ κι εμένα ένα χωρίς ζαμπόν κι ένα ουίσκυ, τους θέρισε η πείνα από την αγωνία και το ποτό- η Θεώνη μέσα από τη μπάρα μουρμουρίζει ακατονόμαστες φράσεις. Σιωπηλοί μοιράζουν την τράπουλα και γνωστοποιούν: χαρακίρι, μία μπόμπα με καπέλο, κούκος μονός και τα σπρώχνουν, σπάνια υπάρχουν διενέξεις εκεί, τους πονηρούς τους έχουν αποβάλει. Παίζουν το μεροκάματο με συνέπεια. Ο Λάκης παρακολουθεί, δεν έχει παράδες σήμερα, το κοινωνικό μέρισμα κράτησε δύο μέρες, δεν ήταν τυχερός αυτή τη φορά.

Ο παλιός ο λεσχιάρχης καπνίζει το πούρο του και παρακολουθεί, ποτέ δεν παίζει, μόνο πίνει. Μόλις αδειάζει το ποτήρι το σηκώνει ψηλά με το αριστερό, το είδα ακούγεται η γυναικεία φωνή από το μπαρ με χορδή τεντωμένη, έτοιμη να σπάσει. Ο μαέστρος έρχεται καθυστερημένος, κάθεται αμέσως για τάβλι, μόλις τελειώνει με το τάβλι μπαίνει δίπλα στο κουμ καν, χωρίς να παίζει δεν μπορεί, τα χέρια του πάντα είναι σε κίνηση, έτσι τα έχει μάθει. -Τον τσιμπούκωσε τον μαέστρο ο Χρήστος. -Γιαννάκη δεν κοιτάς τα δικά σου τα χάλια, πάντα ευγενικός ο μαέστρος.

Το κοινό μετακινείται ομαδικά στο ματς δίπλα, πέφτουν οι τελευταίες ζαριές για το μάζεμα, αγωνία. -Κομμένη, ξαναρίξε. Χτυπά τα ζάρια γρήγορα κοντά στο αυτί, τα ακούει. -Ρίχτα τι τα μαλακίζεις, δεν αποκρίνεται, τα κουνά πιο γρήγορα. Επιτέλους τα ρίχνει, στριφογυρίζουν. -Εξάρες, άντε γεια. Γίνεται φασαρία, ζητωκραυγές. -Γαμάς καλά Γιώργο; -Γαμώ και χύνω για να μην παχύνω, κουφάλες. Στον «γύρο» ενοχλούνται από τη φασαρία, βλέμματα θανατηφόρα. Βρίσκει την ευκαιρία και αποσύρεται, φεύγει, κανείς δεν προσέχει την αποχώρηση.

*

©Γιώργος Παπαθανασόπουλος (Χειμώνας 2017 – 18)

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία