Ολβία Παπαηλίου, Η αναμέτρηση με έναν λάθος κόσμο [4]

olvia4-10.3.18

Μέρος 4ο

Κάτι ελαφρύ, λοιπόν: και ο κατάλογος έδινε δυνατότητες που γαργαλούσανε τη γεύση της Κλαρίσσας, έτσι που είχε αγκαλιάσει τη ζωή (έστω προσώρας). Να δούμε, ίσως το λιωμένο αβοκάντο με αυγά ποσέ και το ξινούλικο, χωριάτικο ψωμί όπως το έφτιαχναν στα τρίσβαθα εντόσθια του τεϊοποτείου «Της Μπέττυς», ήτανε όμορφα δεμένο ως προς τη γεύση, και με μια ελαφρή προσαύξηση τιμής, της τάξης δηλαδή της μίας λίρας, σύνολο δέκα λίρες και πενήντα – ή και καλύτερα, ναι, σίγουρα καλύτερα, τα αυγά μπενεντίκτ! Λαχτάρησε τη σάλτσα ολλαντέζ, και είχε όρεξη για δυνατή συγκίνηση, κι έτσι παρήγγειλε και μια κανάτα του καφέ (χαρμάνι μέτριο, πρόσμιξη αρωματική κι ιδανική για την ημέρα, που ήταν κρύα και λαμπρή μες στη γκριζάδα της). Η σερβιτόρα ήταν κάποια ξανθωπή μάλλον μεσήλικη, της ήταν όμως άγνωστη. Αντίθετα από τις άλλες σερβιτόρες που τις γνώριζε, τα τόσα χρόνια, μήνες, βδομάδες, περιδέραια Δευτέρων που έπινε ροφήματα και αφεψήματα στης Μπέττυς, ε πώς, τις γνώριζε: τη γελαστή και ελεφάντινη γυναίκα με τα μπουκλάκια της κομμένα σ’ ένα εύθυμο καρέ. Τη στρουμπουλούλα ποντικόμορφη δεσποινιδούλα που μάζευε τα άτονά της τρωκτικοκαφέ τριχοτσουλούφια σε κότσο, θαύμα της αρχιτεκτονικής πώς τον κατάφερνε. Την ισπανόφωνη μαιτρές ντ’ οτέλ, τη μόνη που φορούσε ρούχα μαύρα – γιατί των άλλων οι στολές ήταν μαυρόασπρες, ένα απέριτο σύνολο υποκάμισου και φούστας, η φούστα γραμμή ίσια με μια πιέτα και κόψιμο στο πίσω μέρος, το δε πουκάμισο μια μπροντερί ανγκλαίζ της μηχανής, ειδικό ύφασμα για τις στολές των υπαλλήλων των ενδιαιτημάτων που εμπορεύονταν τη γεύση, που αποσκοπούσαν να πουλάνε την τροφική εντόπια κουλτούρα στους τουρίστες. Ναι, ήταν να γελάει κανείς – να κλαίει! Η τσαγερία Μπέττυς που την είχε ιδρύσει αρχικά, μετέπειτα αναπτύξει κάποιος ξενόφερτος, τι ήταν, Ελβετός, Αυστριακός; Και να μοστράρεται τώρα λες κι ήταν το προαύλιο του Μπάκιγχαμ, με μία Ισπανίδα μανατζέρισσα – το άκουγε κανείς στην προφορά της, και η Κλαρίσσα είχε αυτί που τους ξετρύπωνε αυτούς τους ήχους της υπερβολής, αυτά τα έξτρα έψιλον στις λέξεις που αρχίζανε με απλό σίγμα-ταύ. Εστίβω, εστρίβω, εσταυρώνω. Ναι, ήταν πράγματι για γέλια έως δακρύων. Όμως, τουλάχιστον, δεν ήταν σουρλουλούδες – φαινότανε πως διάλεγαν μόνο τις σοβαρές, κι όχι τις πολύ όμορφες κοπέλες: ώστε να νιώθει η πελάτισσά τους άνετα, σκέψου να πας για ένα τσαγάκι με το αίσθημα και να σερβίρει το τσαγάκι η καλλονή, ε – είχανε στης Μπέττυς κοινό νου, αν και το όλο περιβάλλον είχε τάση να σπρώχνει το μυαλό στο πονηρό, με τόσες κι άλλες τόσες γιαπωνέζικες ξυλοτυπίες σκηνών από τα σπίτια της απόλαυσης, τα τεϊοποτεία του Κιότο, εποχής Έντο: τουλάχιστον εικοσιπέντε γκέισες, να παρακολουθούν απ΄τις κορνίζες τους τον ξεπεσμό που είχαν υποστεί οι εξωτικές τελετουργίες αποπλάνησης. Είχε καθήσει (μόνη πάλι, όπως πάντα) δίπλα στο τρόλλευ του σταθμού της τροφοδότησης: δίπλα στο μέρος που φυλάγανε τα αστραφτερά μαχαιροπήρουνα που σίγουρα δεν ήταν από ασήμι στιλβωμένο, μα έκαναν ανάλογο εφέ. Κολλαριστές λευκές πετσέτες; Είχαν πια καταργηθεί, ενώ ακόμα κι έξη έτη παλαιότερα τις χρησιμοποιούσανε, σα νότες άψογες κοσμοπολιτισμού. Η κρίση έφταιγε, το ήξερε βεβαίως η Κλαρίσσα, καταγινότανε με ανάλογα τερτίπια, να φέρνει βόλτα λίστες έσοδων κι εξόδων – ήταν το θέμα το οποίο της απέφερε τα προς το ζειν, επαγγελματικώς. Αρκούσε να σκεφτεί πόσο χρεώνανε στης Μπέττυς το σερβίς, για να φτάσει αμέσως στο ολοφάνερο συμπέρασμα πως οι πετσέτες του σερβίτσιου δε γινότανε πλέον να είναι από ατσαλάκωτο δαμασκηνό λινό της Ιρλανδίας, αλλά ακόμα κι έτσι, πόσο κρίμα…

Η σερβιτόρα με τα αχυρομαλλιά τής είχε φέρει τον καφέ όπως τον ζήτησε, αλλά της είχε επίσης φέρει κύβους ζάχαρης και γάλα (όπως δεν είχε ζητήσει), και είχε αμελήσει να της φέρει μια γαλατιέρα με λίγο κρύο νερό – ήτανε η Κλαρίσσα ειδικώς σ’ αυτό επίμονη, δεν είχε υπομονή να περιμένει για να κρυώσει από μόνος ο καφές, πρόσθετε πάντα ένα παγάκι, ή νερό για να πετύχει τη σωστή θερμοκρασία. Είχε ευγενικά στραβοκοιτάξει προς τη μεριά

της σερβιτόρας, μ’ ένα χαμόγελο ελάχιστης ενόχλησης: κι η σερβιτόρα είχε απολογηθεί, και είχε σπεύσει να διορθώσει την κατάσταση. Μετά, αρκετή ώρα πιο μετά, θα είχε φέρει και τα αυγά μπενεντίκτ. Κι ενώ η Κλαρίσσα έκοβε μικρές μπουκίτσες και τις έφερνε στο στόμα της, θα είχε έρθει ένας κύριος που έμοιαζε δεόντως αξιοπρεπής και θα είχε παρκάρει, ειλικρινώς, τον εαυτό του στο τραπέζι της απέναντι, που ήταν ήδη μερικώς κατειλλημένο από κυρία μ’ ένα πρόσωπο σα σκύλας σε μια στάση ημι-ανάπαυσης, και από έναν νεαρό, ίσως το γιο τους. Το πανωφόρι του κυρίου κάπως μύριζε κλεισούρα, ίσως ακόμα λίγη μούχλα κι υγρασία. Η μύτη της Κλαρίσσας είχε αρχίσει να ενοχλείται, μα πιο πολύ κι από τη μύτη της, θα ήτανε η αίσθηση δικαίου της που τέντωσε. Όλα πολύ καλά μέσα στης Μπέττυς, και ήταν συγκινητικό που αναφερότανε στις πινακίδες με στρωτή καλλιγραφία ότι « Η Διεύθυνση ζητά εκ της Πελατείας την κατανόηση για πάσα αποθάρρυνση ως προς τη χρήση κινητής τηλεφωνίας στο Κατάστημα», αλλά ωστόσο να μην έχουνε προβλέψει να απαγορεύουνε την είσοδο σε κάθε μουχλομύριστο υποκείμενο, που θα σε έκανε να αηδιάσεις τα αυγά σου μπενεντίκτ!

Κάτι περίεργο συνέβαινε στο χώρο, ολοφάνερο! Είχε, σε χρόνο ενός τετάρτου, κιόλας πιάσει (έστω και με την άκρη του ματιού της) παραγγελίες να πηγαίνουν κατά λάθος σε δυο τραπέζια ακριανά, μια κάποια αβέβαιη ανακατωσούρα. Μια σαστιμάρα, ένα μπέρδεμα, ένα λιγάκι κουλουβάχατο συνέβαινε! Οι αντένες της στέκονταν οριζόντιες ενώ κατάπινε τα αυγά της μπενεντίκτ, κι αυτό δεν ήτανε καλό ως προς την πέψη. Κι ωστόσο, η συνήθως ψύχραιμη, ως και ακόμα ψυχικώς μη εμπλεκόμενη, η κάθετα αποστασιοποιημένη Κλαρίσσα Μπέλμοντ, το διέγνωθε τριγύρω της. Υπήρχε στην ατμόσφαιρα ένας βαθύς εκνευρισμός που έμοιαζε να έχει διαποτίσει τελείως τη σάλα τoυ, συνήθως ήρεμου μέχρι σημείου γραφικότητας, τσαγάδικου. Και έτσι όπως σκούπιζε

τα χείλη της από το κάθε ασαφές μικροϋπόλειμμα τροφής, ένιωσε κάτι ασημόχρωο να πέφτει από τα χέρια, μα ναι, και πάλι της ξανθιάς! Αυτή η άγνωστή της σερβιτόρα, «Τι αμίμητη!», πρόλαβε άθελά της η Κλαρίσσα να σκεφτεί – κι αμέσως ύστερα, άκουσε μία φράση, που θα την άφηνε ξερή, μαλάκα, σέκο, την αποσβόλωσε έτσι όπως ποτέ δεν την εξέπληξε κανείς, καμμιά και τίποτα: μια φράση που ήταν άνω ποταμών, και που θα ήταν, ως συνθήκη, ικανή να στείλει την ξανθιά σερβιτορίσκα να στέκει στην ουρά που φιδογύριζε απ΄έξω απ΄τα γραφεία Πρόνοιας Κοινωνικής, αν δηλαδή επιτρεπόταν παραχώρηση αρωγής στα υποκείμενα που είχαν εκδιωχθεί απολυμένα, από τον πρότερό τους χώρο εργασίας. Γιατί, η αχυρόξανθη ανόητη είχε μιλήσει στην Κλαρίσσα με έναν τρόπο επιεικώς ανεπανάληπτο, της είχε πει πως «Θα το μάσω αυτό εγώ»! Κι αν είχε η Κλαρίσσα καταφέρει να έχει, έστω, αρθρώσει μιαν απάντηση, αν είχε βρει τον τρόπο να συνέλθει από την έκπληξη που θα την είχε καταλάβει εξαπίνης, τότε θα είχε σίγουρα εκφέρει μια απορία – γιατί, υπήρχε η περίπτωση να έσκυβε εκείνη, που ήτανε πελάτις, να το μάσει; Χώρια τις άλλες απορίες που ενδεχομένως θα είχε όρεξη να θέσει, ενδεικτικά να της ανέφερε δυο-τρεις: σε ποιο σχολείο έμαθε τη γλώσσα και δεν ήξερε, αυτή η άχρηστη, ότι δε λέμε «Θα το μάσω», παρά πως το σωστό είναι «Μαζέψω»; Και πώς της ήρθε, της ηλίθιας, η διάθεση να απευθυνθεί έτσι αστόχαστα κι αναίτια σε μια πιστή πελάτισσα, ήτανε δα βλαμμένη ντιπ για ντιπ; Και τελικά – πως τι στο γαμοκέρατο συνέβαινε, και της ξημέρωναν τέτοιες ασύδοτες υπάρξεις που είχανε την τάση να νομίζουν πως «τις παίρνει», όπως το λέγαν στην αργκό του κολλεγίου, να της μιλάνε της Κλαρίσσας τοιουτοτρόπως; Τι στο δαίμονα;

*

Συνεχίζεται Τετάρτη, 14 Μαρτίου >

©Oλβία Παπαηλίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε: 1ο Μέρος /2ο Μέρος / 3o Mέρος /

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία