Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Ερωτική φιλανθρωπία

sotirellos9.3.18

favicon

Στάθηκα γυμνή απέναντι απ’ τον καθρέφτη και κοιτάχτηκα, είχα πάρει κιλάκια τελευταία, πολλά κιλά για να ακριβολογώ. Η αποχή απ’το κάπνισμα είχε κάνει τα αποτελέσματα της εμφανή, τώρα το’ χα ξαναρχίσει πετώντας όλη την προσπάθεια στα σκουπίδια. Όχι ότι με πείραζε ιδιαίτερα, αυτό μάλλον σε καλό είχε βγει. Ένιωθα πιο ποθητή, παρατηρούσα τους άντρες να με κοιτούν επίμονα και να ερεθίζονται, έστω και αν οι συμβάσεις δεν τους επέτρεπαν να παραδεχτούν ανοιχτά τον πόθο τους. Διασκέδαζα πάντα με την υποκρισία τους, ιδιαίτερα όταν κάποιοι αποθέωναν κατ’ιδίαν τα πλούσια κάλλη μου και μου εκμυστηρεύονταν πόσο αντισεξουαλικές έβρισκαν τις επίσημες ερωμένες τους, που συχνά περιέφεραν στα μπαρ και τα οικογενειακά γεύματα σαν καλογυαλισμμένα τρόπαια…

Έστρεψα στο κάτοπτρο τα πισινά μου και τα καμάρωσα στρίβοντας το κεφάλι, τα αντιαισθητικά σημάδια της κυτταρίτιδας δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους, οι ιστοί δεν είχαν χαλαρώσει, έβλεπα δυο ζουμερά, στητά, πλούσια ημισφαίρια, φανταζόμενη- ίσως και φανασιωνόμενη- την ικανοποίηση του ευκαιριακού, επόμενου εραστή που θα τα ψηλάφιζε, θα τα ζουλούσε ή θα τα τάραζε στα σκαμπίλια . Δε ντρεπόμουν να παραδεχτώ στον εαυτό μου ότι διέθετε έναν ωραιότατο πισινό, ούτε την επιθυμία μου να τον προσφέρω σε όποιον ήθελε να τον κάνει προσωρινά κτήμα του. ‘Εσκυψα κάπως ναζιάρικα αφήνοντας τις δύο μικρές τρυπούλες μου να διαφανούν, και ύστερα έπιασα με τις παλάμες τους γλουτούς και τους τράβηξα διάπλατα θαυμάζοντας τες.

Έξω η πόλη βούλιαζε στη χολή της και πνιγόταν από το καυσαέριο. Κάθισα στην εργονομική καρέκλα, άναψα το δέκατο σλίμ λάιτς της ημέρας και άνοιξα την οθόνη του υπολογιστή διαβάζοντας τα νέα. Το κέντρο της Αθήνας θα έμενε κλειστό λόγω της επίσκεψης ενός Τούρκου υπουργού, η επέτειος την επόμενη μέρα για τη δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου από όργανο της τάξης έδινε ένα επιπρόσθετο κίνητρο στην αστυνομία να μείνει σε επαγρύπνηση. Γενικώς προμηνυόταν ένα καυτό Σαββατοκύριακο για όλους τους λάθος λόγους. Είχα πάψει από το τελευταίο έτος της σχολής να συμμετέχω σε διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις και κοινωνικές διαμαρτυρίες, δηλαδή από την εποχή που ανακάλυψα το μουνί μου. Στα τριάντα με μια υποτονική δουλεία γραφείου και έναν σταθερό μισθό είχα όλη την πολυτέλεια και την ανεξαρτησία να το φροντίζω απαλλαγμένη από τους φραγμούς της δέσμευσης.

Το οβάλ ρολόι στην κουζίνα έδειχνε δώδεκα παρά κάτι, ο παρασκευιάτικος πυρετός σκαρφάλωνε στο απόγειο του, οι κάτοικοι της πόλης θα συνέρρεαν στα μπαράκια σαν προσκυνητές στους ναούς ή πρόβατα στα μαντριά. Θα μπορούσα να στριμωχτώ μαζί τους, αλλά με ενοχλούσε η τοξικότητα τους, οι άοσμες μάσκες που διατηρούσαν τα προσχήματα, οι υποδόριες νευρώσεις τους, η γραφική έπαρση τους, η απουσία κάθε υποψίας ερωτισμού στην ατμόσφαιρα. Αυτόν δεν τον έβρισκες στις θαμπές πιάτσες της ανασφάλειας και της προσποίησης , αλλά σε πιο αφανείς γωνίες της πόλης.

Λάτρευα τα τυφλά και ξεβράκωτα πάθη, εκείνα που η έκσταση τους μπορούσε να σε πάει μέχρι το χείλος του γκρεμού και από κει να αντικρίσεις μεθυσμένος το θάνατο ή ακόμα και να τον γνωρίσεις. Θυμήθηκα την προηγούμενη βδομάδα που βγήκα και άρχισα να σταματώ τα ταξί λέγοντας έναν τυχαίο προορισμό χωρίς να έχω τη βεβαιότητα ότι θα καταλήξω εκεί. Ο πρώτος που μου έτυχε ήταν ένας καλογυμνασμένος νεαρός, αμύητος και αφελής, πιάσαμε την κουβέντα και δήθεν ακούσια του άγγιζα κάθε τόσο τα πόδια και τ΄απόκρυφα, έβλεπα τον φουσκωμένο καβάλο του και την έξαψη στο πρόσωπο του, την ορμητική επιθυμία που προσέκρουε στον κυματοθραύστη του δισταγμού. Πλήρωσα την κούρσα αφήνοντας τον να ισορροπεί ανάμεσα στην τιμωρία και τη γλυκιά μέθη του ανικανοποίητου πόθου, που σύντομα θα απέβαλλε με μια βιαστική μαλακία…

Ο δεύτερος ήταν ένας μεσόκοπος, πρώην ναυτικός, αν με γοήτευε ο τζόγος θα στοιχημάτιζα τα ρέστα μου πως θα παρεκκλίναμε του συμφωνημένου προορισμού. Έδειχνε ψημένος από τις περιπέτειες της ζωής, τις εξωτικές λιμανίσιες πουτάνες, την αρμύρα του ωκεανού. Σταύρωνα και ξεσταύρωνα τα πόδια μου αφήνοντας τη στενή, μάυρη φούστα να ανεβαίνει, από πάνω τους ένας ξύλινος σταυρός στηριγμένος στο καθρεφτάκι ταλανιζόταν κοροιδευτηκά και ακανόνιστα σαν ελαττωματικό μπράτσο εκκρεμούς, και ένας ακόμα μικρότερος κρεμασμένος απ΄το λαιμό του πολλαπλασίαζε την ευλάβεια της αμαρτωλής περίστασης. Ακινητοποιημένοι σε ένα κόκκινο φανάρι ένιωσα τη χοντρή παλάμη του να γλιστράει στο μπούτι μου, βόλεψα τον πισινό μου λίγο πιο κάτω στη θέση αφήνοντας , σχεδόν μηχανικά και αναπόφευκτα, τ’ ακροδάχτυλα του να μπουν από μέσα και ν’ αγγίξουν τις πτυχώσεις μου. Δεν γύρισε να με κοιτάξει, είχε την προσοχή του στραμμένη ευθεία συνεχίζοντας την κουβέντα που είχαμε ανοίξει, μου άγγιζε το μουνί την ίδια φυσικότητα που έπιανε τον λεβιέ των ταχυτήτων. Το προτιμούσα, η αίσθηση του ανοίκειου μεγιστοποιούσε τον ερεθισμό μου, όπως και το ένδυμα της φτήνιας που είχα ρίξει πάνω μου περνώντας το κατώφλι του σπιτιού.

Γύρισα αντίκρυ εξετάζοντας το είδωλο μου, τα μεταξένια καφετί μαλλιά που έφταναν μέχρι το ύψος των θηλών, τα βαθυκάστανα μάτια, το περιποιημένο εφηβαίο με την μικροσκοπική τριχωτή γραμμούλα που ξεκινούσε πάνω από τη σάρκινη σχισμή, τα στρουμπουλά μπούτια μου. Ήμουν απρόσιτη και διαθέσιμη την ίδια στιγμή, πολύτιμη και ευτελής, ανέγγιχτη και μεταχειρισμένη. Μπορούσα να θαυμάσω το σώμα μου όσο κανένας άντρας δεν θα κατάφερνε, να του κάνω έρωτα όπως ούτε ο καλύτερος εραστής δεν θα μπορούσε. ‘Ηταν το κτήμα μου και εκείνοι η βροχή που το πότιζε και το άροτρο που το όργωνε. Δεν θα έχανα όμως ποτέ τους τίτλους κυριότητας, αυτό το είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου…

Δεν γνώριζα που βρισκόμασταν, ήμουν στημένη στα τέσσερα με το κεφάλι στη μαύρη επένδυση του πίσω καθίσματος, φανταζόμουν τους πισινούς που είχαν ακουμπήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας, τις ανθρώπινες εκκρίσεις που είχαν μείνει σαν αδιόρατα αποτυπώματα.

«Να’ στο βάλω και από πίσω;»

«Σιγά σιγά»»

Μια μυρωδάτη, κλανιά που είχε αμολύσει κάποια στρουμπουλή καθαρίστρια γυρνώντας σπίτι απ’ τη δουλειά. Χαμογέλασα με τον κωμικό συνειρμό που μου’ φεραν τα λόγια του. Μπαινόβγαινε μέσα μου διεκπεραιωτικά, ήταν παλιάς κοπής άντρας, άξεστος, άτακτος, ακόλαστος και κωλομπαράς. Δεν γύρευε να επιβεβαιώσει κάτι περισσότερο από τον πρωτογονισμό του.

Κοίταξα ξανά προσεκτικά το γυμνό είδωλο μέσα στο πλαίσιο, δυσκολευόμενη να κάνω την αντιστοιχία της εικόνας με την πραγματικότητα, υπέθεσα πως δεν ήμουν η μόνη. Αυτό που έβλεπα ήταν αυτό που έδινα, αυτό με το οποίο αγόραζα την ηδονή, αυτό που μ’ έριχνε στη λάσπη και με απογείωνε στον ουρανό. Δεν μπορούσα όμως να δραπετεύσω από μέσα του, όσο και αν κυνηγούσα επίμονα την ψευδαίσθηση της φυγής. Είχε αρχίσει να βρέχει, άκουγα τους γδούπους από τις στάλες που έπεφταν και διαλύονταν πάνω στο σίδερο του μπαλκονιού. Φόρεσα τη μωβ, ακρυλική ρομπα μου, βγήκα έξω και ξεπλύθηκα…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία