Στέλλα Τενεκετζή, Ρία

tekenetzi8.3.18

favicon
Την εποχή εκείνη, στα τελειώματα του δημοτικού ήμουνα, περνούσαμε ώρες ο ένας με τον άλλον. Καθόμουν την κοιτούσα. Τα μαλλιά της ξανθά, χείμαρρος στην πλάτης της, έφταναν ως τη μέση. Σίγουρα –συνέχεια έτσι σκεφτόμουν!– ξανθό θα είναι και το απόκρυφο σημείο της. Όταν πέθαναν οι γονείς της κι ήρθε σπίτι μας, ξάνθυνε ο τόπος. Γιατί η Ρία πήρε από τον μπαμπά της κι όχι από την μάνα της που ήταν μελαμψή σαν την δική μου μάνα. Από εκείνον και το διάβασμα. Χρόνια ολόκληρα της διάβαζε, την κοίμιζε με παραμύθια. Κι έφτασε στα δεκαεπτά, κορίτσι ανθισμένο τότε, να περνάει τα μεσημέρια μόνη της και να μη νιώθει μόνη. Μπροστά στην μπαλκονόπορτα πάντα, στα μάρμαρα άπλωνε τα πόδια της, νωχελικά λιαζόταν. Μ’ ένα παντελονάκι λίγο πιο μακρύ από εσώρουχο και χωρίς σουτιέν, με δυο κίτρινες τιράντες και μια στάλα μπλούζα τάχα να κρύβουνε το στήθος. Κι εγώ, σταθερά απέναντι, ν’ ακολουθώ το ξανθό της χνούδι. (Μια ευθεία από τα γόνατα ως τους μηρούς που, μετά από χίλιες σκέψεις, έφτανε στον αφαλό. Και ανέβαινε. Στους ώμους σχημάτιζε σπείρες, μικρές ρουφήχτρες. Στον λαιμό, σαν πύρινη γλώσσα της έγλυφε τ’ αυτιά και ύστερα, λίγο πριν τον τερματισμό του στους κροτάφους, με ένα μαλακό καμπύλωμα στα μάγουλα, ανακατευόταν με λακκάκια και φακίδες.) Ώρες ατελείωτες αμολούσα τα μάτια μου στις κατάξανθες διαδρομές πάνω στο δέρμα της. Ανενόχλητος. Κρατούσε το βιβλίο της, εγώ το παγωτό μου. Γυρνούσε τις σελίδες, έγλυφα το κουταλάκι. Δε μιλούσαμε, παρά μόνο για τον Άρη. Ο Άρης έβγαινε από τις σελίδες του βιβλίου, ξάπλωνε προκλητικά με τα παπούτσια στο κρεβάτι, κοίταζαν μαζί τ’ άστρα ή το φεγγάρι. Όλο έτσι έλεγε κι επέμενε, ήθελε να την πιστέψω. Τόσο που μια φορά, όταν άργησα να πάω στο δωμάτιό της, πραγματικά ως κι εγώ νόμισα ότι τον είδα. Πάλι μεσημέρι ήταν και πίσω από την κλειστή της πόρτα μια ένταση άκουσα, μια πνιγμένη ανάσα. Κόλλησα τ’ αυτί μου και, αθόρυβο θαύμα, η πόρτα άνοιξε. Μέσα από τη χαραμάδα πρόσεξα: κάτω απ’ τα σεντόνια, τέτοια η ανακατωσούρα, έμοιαζε να μην είναι μόνο το δικό της σώμα. Το κουταλάκι έπεσε απ’ το χέρι μου, έτριξε ο μεντεσές κι αυτή πετάχτηκε. Όρθια δίπλα στο κρεβάτι. Αλαφιασμένη. Και τα μάτια της από την χαραμάδα στο άψυχο σεντόνι και ξανά, συνέχεια, την ίδια κίνηση. Όταν έβγαλε όλα της τα ρούχα και μονορούφι ήπιε το νερό (πάνω στην παρθένα φύση της έσταξαν δροσοσταλίδες), κι έπειτα, όταν ξαναβούτηξε μόνη στο σεντόνι, έφυγα τρέχοντας. Φοβήθηκα μήπως δεν προλάβω. Μπήκα, κλειδώθηκα στην τουαλέτα, το θυμάμαι ακριβώς, κόντεψα να λιποθυμήσω. Τη Ρία, τη λαχτάρα μου τη μέρα εκείνη, από τότε μέχρι τώρα τη θυμάμαι. Κι ο Άρης, από τότε μέχρι τώρα –χτες έπιασα τα σαράντα τρία– επίμονα με κυνηγάει. Πάντα με τις αρβύλες του και παντοτινά νέος κυκλοφορεί στη σκέψη μου. Αφήνει λάσπες πίσω του, τρυπώνει στα γραπτά μου. Σε κάθε νέο μου κείμενο, κάθε λευκή σελίδα. Γιατί τίποτα από μένα δεν μπορώ να θυμηθώ χωρίς να θυμηθώ τη Ρία την ξαδέρφη μου, τον Άρη της, τη Διδώ Σωτηρίου. Κατεδαφιζόμεθα κι η ιστορία –πανάθεμά με!– κάνει συνέχεια κύκλους.

*

©Στέλλα Τενεκετζή

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία