Αργυρώ Πατσού, Το Φίδι

patsou5.3.18

favicon

Mοιραίο κάλεσμα και με λαχτάρα ανταποκρίθηκε, τη νύχτα εκείνη, η ψυχή των πραγμάτων. Πνοή απ’ την πνοή της τα ξεσήκωσε. Σείονταν και συγκρούονταν, προσέκρουαν στους τοίχους. Σ’ ένα τυφλό φευγιό που δεν το όριζε, σπρωγμένη απ’ το κενό που προοιώνιζε, της ύλης της πυκνής η εγκαρτέρηση κέλυφος που ’σπαγε απόψε.

Τη σκουριασμένη πόρτα άνοιξε συγκατανευτικά κι άφησε ελεύθερο το διάκοσμο να φύγει. Απέριττο απέμεινε το σκηνικό… Μια κάμαρα γυμνή, μια νύχτα σκοτεινή, κι ανάμεσά τους πόρτα ανοιχτή.

Κι ήρθε το φίδι, λάγνο, βδελυρό, και χόρεψε, μαγεμένο απ’ τις συσπάσεις του προσώπου της που, μια για πάντα, έμπαινε στ’ ολόδικό του ταξίδι.

«Για να διατηρήσω», της ψιθύρισε, «την ομορφιά σου, εδώ, κοντά σου, θ’ αλλάζω τη σάρκα μου· δώσε μου ρυθμούς, δώσε μου ρόλους. Άλλο πια δεν με σώζει από την πλήρη εγκατάλειψη σε κάποιου άλλου τ’ αμέρωτο όνειρο. Λανθάνοντα τον ουρανό που χάσαμε, ώς να τον θυμηθείς, πάνω μου πρόβαλλέ τον. Θα μείνω εδώ. Μονάχα για τα μάτια σου θ’ αναλωθώ. Γι’ αυτό το φως στα μάτια σου στασίασα. Γι’ αυτό το φως στα μάτια σου που δεν βαστώ να σβήσει. Θα περνάνε», της ψιθύρισε, «τα χρόνια. Ο κόσμος όλος θα γερνάει έξω σου, μα εσένα ρυτίδα δεν θ’ αυλακώνει τ’ αλαβάστρινο πρόσωπο, κι όσο θα μεγαλώνω θα μικραίνεις. Θα σε γυρίζουν στους γιατρούς, μα σοφός κανένας να εξηγήσει δεν θα μπορεί ποιες λειτουργίες μυστηριακές τελούνται πάνω σου ανερμάτιστα, ποιο θαύμα βρήκε στο κορμί σου καταφύγιο».

***

Και πέρναγαν τα χρόνια κι εκείνη δεν μεγάλωνε. Το φίδι χόρευε εκστατικό μες στις δαιμονικές και επουράνιες μουσικές που αδιάκοπα γεννούσε η ανανέωσή του στην καρδιά της. Δίχως ύπνο, δίχως κόρο, δίχως επιστροφή.

Ώσπου μια μέρα, ν’ αναλυθεί λαχτάρισε στην ίδια της τη δημιουργία. Πάνω στο λιγωμένο του χορό το βρήκε τ’ αποφασισμένο βλέμμα της. Αφοπλισμένο εκείνο ανταποκρίθηκε, και πάνω της τυλίχτηκε, πίνακας μισοτελειωμένος του τελευταίου ονείρου της.

Αρμονία ανάσας άλλη τέτοια η ζωή της δεν γνώρισε. Βιολί των ουρανών που ράγισε τη σιωπή· ραγισμένη σιωπή που θρυμματίστηκε από το σώριασμα του φιδιού στο ξύλινο πάτωμα.

Θέαμα πανικού σαν άνοιξαν, χαράματα, την πόρτα. Σ’ αόρατη μήτρα, πεσμένο στο πάτωμα, έμβρυο κουλουριασμένο σαν ουροβόρος.

*

©Αργυρώ Πατσού

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία