Ολβία Παπαηλίου, Η αναμέτρηση με έναν λάθος κόσμο

olvia1-27.2.18

Μέρος 1ο

Δε θα υπήρχε λέξη ακριβής για να αποδοθεί το εύρος της κατάστασης. Έτσι το ένιωθε η δεσποινίς Κλαρίσσα, κι έτσι ήταν. Εκτός από τις δυσκολίες της μετάφρασης της ύπαρξής της εξωτερικώς, υπήρχανε κι οι δυσκολίες των μεταπτώσεων, κι ήταν αυτές που θα την είχαν οδηγήσει στο γραφείο του αναλυτή, σε πρώτη διάσταση. Γιατί αυτές οι καταστάσεις στις οποίες είχε τάση, ή καταδίκη, ή κι εντέλει την αρρώστια να εμπλέκεται (κι έτσι το έβλεπε εκείνη, ως ασθένεια) είχαν γνωρίσματα μιας αντιπαραθέσεως πέραν κάθε ρητού και λεκτικού, ήτανε σαν τις επιδείξεις των αντίρροπων δυνάμεων, όπως λαμβάνουν χώρα στις χωροταξικές γατίσιες διεκδικήσεις του Γενάρη.

Τους είχε δει να περιφέρουνε τα νύχια και τα δόντια και τη γούνα τους, ταρακουνώντας τις ουρές τους νευρικά, σα να μαστίγωναν τον ασεβή αντίπαλο: κανένας απ΄τους δύο δε θα γύρναγε την πλάτη του στον άλλο, και οι πιο νέοι στην αλάνα της ζωής θα έβγαζαν τις γοερές απαίσιες κραυγές μιας εύθραυστης επίθεσης, για να μη δείξουν άμυνα και φόβο. Ναι, μάθαινε η Κλαρίσσα πώς να υπάρχει, με τρόπους άκρατα ευφάνταστους – γιατί στο σπίτι που μεγάλωσε δεν είχανε τα λεξικά που εξηγούσανε τη λέξη Διαπραγμάτευση, κι αυτό της είχε αφήσει άσχημες ουλές που έχριζαν άμεσης απολύμανσης.

Το θέμα ήταν, πώς να μην πισωπατήσει. Το άλλο θέμα ήτανε το πώς να μη χιμήξει και τα κάνει ρημαδιό, το τρίτο πώς να μην κλείσει την πόρτα της στον κάθε άσχετο, ίσως και (εάν ήταν δυνατόν!) ανύποπτο αντίπαλο. Εν κατακλείδι, πώς να μη συνομωτήσει ενάντια του αντιπαρατιθέμενου, ή ενάντια της ίδιας της τής ύπαρξης. Ισορροπίες που θα ήτανε άκρως επισφαλείς ούτως ή άλλως, αλλά που πιο πολύ θα γινόνταν δυσβάσταχτες, αφού σ’ αυτές θα είχε προστεθεί και η χριστιανική πνευματικότητα της πάσχουσας (γιατί το είχε πια αποδεχτεί το ότι έπασχε – και δη πως έπασχε θανάσιμα κι ίσως χωρίς ελπίδα γιατρειάς, κακή ασθένεια). Ένα απ΄τα συνεπακόλουθα προβλήματα (όπως εκείνη θα το αντιλαμβανόταν) ήταν η σκοτεινή απογοήτευση που έτεινε το μούτρο της να δείχνει, κάθε φορά που η Κλαρίσσα πικραινόταν, είτε θύμωνε. Αυτή η λάμια ήταν τέρας ψυχραιμίας, εμφανιζόταν σε ανύποπτες στιγμές: τότε που έπλενε τα δόντια της ερχόταν και στεκότανε στον ώμο της, και έξαφνα θα έβλεπε τη γλώσσα του ειδώλου της να της κάνει σινιάλα μοχθηρίας («Ναι ρε, κάτσε να σε τσαλαπατάει ο πάσα ένας»). Όποτε έκανε χρήση του μυαλού της, κατέληγε σε εξισώσεις που, ενώ κατά τα μέρη τους πηγαίνανε σωστά να επιλυθούν, στη φάση αποτελέσματος βγαίνανε ανισότροπες, τελείως ανισόρροπες και δεξιοστραβωμένες. Μάλιστα! Ήτανε ακραία εναγώνιο, γιατί δεν είχε καταλήξει να εργάζεται ως πρακτική λογίστρια κατά λάθος, το φλερτ των αριθμών το απολάμβανε, κι η αδυναμία της να φέρει σε σωστό ισολογισμό τα αθροίσματα των προσβολών που είχε λάβει, με τα αθροίσματα των προσβολών που είχε δώσει, την ξεπέρναγε. Και λες και δεν θα ήτανε ετούτο αρκετό να την τρελάνει, μέσα στη νοητή της την προσπάθεια προέβαλε κι ακόμα μία άλλη πιθανότητα, το να ισολογίσει προσβολές με προβολές άδειας οθόνης – το κόλπο δηλαδή που είχανε οι πιο μεγάλοι γάτοι καταφέρει να φέρουνε σε άρτια επαλήθευση, το πώς να μην εμπλέκονται σε νιαουρίσματα εγκλήσεων, αντεγκλήσεων, σε ταπεινές φτυσιές και λύσσες έτερες. Αυτό την έκανε να χάνει τα πασχάλια της, ότι το κάθε τριχωτό υπο-υποκείμενο μπορούσε κι είχε ελπίδα να εφαρμόσει ύψιστες τεχνικές μη-εμπλοκής, ενώ εκείνη πάσχιζε ακόμα με μπακαλίστικα διψήφιων αριθμών!

Τέτοια θα είχε ξεφυσήξει με μία δόση εκνευρισμένης παρρησίας κατά τη διάρκεια της πρώτης της συνέντευξης μ’ αυτόν που θα

επρόκειτο να γίνει σύμμαχός της, στην επιτέλεσης της άμιλλας κατά (ή έστω υπέρ) του εαυτού της. Ναι, είχε η Κλαρίσσα απηυδίσει με την κοινωνική υποκρισία που επέβαλλε να μην αναγνωρίζεται η σκοτεινή πλευρά της ευγενούς αντιπαλότητας όπως τη βλέπουμε στο στίβο κάθε σχέσης των ανθρώπων. Οι διαξιφισμοί των αθλητών της ξιφασκίας ήταν μοντέλο μιας χαζής ρομαντικότητας, το ίδιο και οι γαζέλικες αθλητοϋπερβάσεις (όπως τις έβλεπε μαγνητοσκοπημένες στις εκπαιδευτικές προβολές που οργάνωνε ο Σύλλογος της Αλλαγής Ψυχής και Σώματος, το κέντρο δηλαδή εφαρμοσμένων τεχνικών αυτοαμύνης στο οποίο ανήκε τα τελευταία οχτώ χρόνια, επιτυχώς). Εκεί, μπορούσε να ουρλιάζει τις κραυγές που θα πετρώνανε τον κάθε κερατά που θα της κούναγε κάπως τον πισινό του – θα τον τσάκιζε! Εκεί μπορούσε να μαζεύει τα μαλλιά της στους πιο σφιγμένους κότσους που θα είχανε ποτέ εφευρεθεί. Όχι για εκείνην τα μαλλιά που κατρακύλαγαν σαν το βαρύ μετάξι στο λαιμό, πάντα μονόπαντα, για να χαρίζουνε κύματα θηλυκότητας ακύμαντης, ακοίμητης και τόσο αβοήθητης που να σου φέρνουν πικρά δάκρυα στα μάτια, τις φτιάχνανε ηλίθιες τις κοπέλες, όλο με λάθος πρότυπα, ήταν αποκαρδιωτικό. Μα ακόμα κι έτσι, οι κοπέλες του Συλλόγου Αλλαγή ξέρανε ν’ αντιστέκονται και να αντιπαλεύουν, χειρότερες αυτές κι από τους γάτους: με εξωφερείς κλωτσιές στο ύψος του λαιμού του αντιπάλου, με ιαχές, τρικλοποδιές, κάθετες πτώσεις των χεριών και ανορθώσεις του ηθικού, ανυπερθέτως. Αλλά αυτό δε βόηθαγε την ψυχική επίλυση του γρίφου, το «Πώς στον άνεμο δε θα κατρακυλήσω μες στη χαμέρπεια που θα με καταπιεί», όποτε ένιωθε το κάψιμο του φόβου ότι λάθος, ότι και πάλι λάθος εμπιστεύτηκε…

Συνεχίζεται ->Σάββατο 3 Μαρτίου 

©Ολβία Παπαηλίου

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία