Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Μετεμψύχωση φυτών

Night-fragrant orchid:Angraecum Didieri

Ορχιδέα / Night-fragrant orchid: Angraecum Didieri

favicon

Η συζήτηση λαμβάνει χώρα στο φωτεινό conservatory χαρακτηριστικού σπιτιού του Barnes στο νότιο Λονδίνο. Είναι χειμώνας και τα φυτά που το στολίζουν αγωνίζονται να επιζήσουν ανάμεσα στο τσουχτερό κρύο που εισβάλλει στην εκτεθειμένη τζαμαρία και τις ξαφνικές καυτές ριπές του καλοριφέρ που κατά καιρούς ανάβει και κορώνει.

-Έτσι λοιπόν, κατάφερες να αποκτήσεις το περίφημο θερμοκήπιό σου … της λέω για της φανώ ευχάριστη, η σχέση μου με τη φύση και την κηπουρική είναι σχεδόν μηδαμινή.

-Βλέπεις το ονειρευόμουν τόσα χρόνια! Από τότε που κάναμε αυτή την προσθήκη στο σπίτι εδώ περνάμε τον περισσότερο μας χρόνο!

Κυριολεκτεί: όλο το χρόνο της τον περνάει κλεισμένη στο επαρχιακό της conservatory ενώ η πόλη του Λονδίνου μερικές στάσεις πιο κάτω, με την κοσμοπλημμύρα του, τα εβέντς του, τη πάλλουσα ζωντάνια του, την αφήνει αδιάφορη. Πως τα καταφέρνει;

Κι όμως τα καταφέρνει, η ζωή της περνάει ανάμεσα στον μπροστινό παρκάκι στην είσοδο του σπιτιού της και τον πίσω σχεδόν άγριο κήπο της ξεκοκαλίζοντας εκατοντάφυλλες εφημερίδες και περιοδικά που φέρνουν μέχρι την πόρτα της τον απόηχο της ζωής των άλλων. Την ιατρική που σπούδασε δεν την εξάσκησε ποτέ. Ήταν άραγε γιατί η οικογένεια τής φάνηκε πιο σημαντική; Ήθελε ίσως να αφήσει στον γιατρό άντρα της όλο το χώρο για να αναπτύξει την δική του καριέρα; Ή μήπως ήταν από απλή τεμπελιά; Από ακαταμάχητη ανάγκη του φαρνιέτε; Κανείς δεν ξέρει. Είναι μυστήριο η ζωή των ανθρώπων κι όσο κι αν βοήθησε ο Φρόυντ μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Άλλωστε τι είναι η τεμπελιά πλην ένα αίσθημα ανασφάλειας, ένα είδος ατολμίας βαθειά κρυμμένο στα μύχια της ψυχής; Μια παράξενη αναβλητικότητα αναγκαία για ένα άτομο που οι φυσικές του δυνάμεις δεν του επιτρέπουν να ενσκήψει ακάθεκτο για να παλέψει στο στίβο της βιοπάλης;

Παρατηρώ τις αζαλέες και κυρίως την όμορφη αμαρυλλίδα που βρίσκεται σε βάζο στο μαρμάρινο τραπέζι. Είναι ένα πραγματικό θαύμα. Γιγάντια ροζ παλ πέταλα με γραμμές φούξια και βερμιγιόν, χάρμα οφθαλμών. Ένα ολόφρεσκο καινούριο μπουμπούκι έχει ανθίσει και σε λίγο θα πάρει κι αυτό διαστάσεις εντυπωσιακές.

-Είναι υπέροχο, λέω.

-Το έχω κιόλας από τα Χριστούγεννα. Βλέπεις είναι το τελευταίο λουλούδι που βγάζει, σε λίγο θα χάσει την ομορφιά του και θα πρέπει να το βάλω στο νοσοκομείο…

Την κοιτάζω ερωτηματικά. Τι εννοεί; Εκείνη βλέποντας την απορία μου γελάει.

-Θα το βγάλω στην αριστερή πλευρά του κήπου, διευκρινίζει. Όταν τα φυτά μου μαραίνονται και τα φύλλα τους αρχίζουν να πέφτουν τοποθετώ τις γλάστρες τους έξω ελπίζοντας πως θα γιάνουν. Μερικά εκτεθειμένα εκεί στον αέρα, τον ήλιο και τη βροχή, αντέχουν και ξαναβρίσκουν την υγειά τους. Βγάζουν καινούρια φύλλα και ανθίζουν. Τότε τα ξαναφέρνω στο conservatory και τους δίνω την παλιά τους θέση. Είναι όμως άλλα που ευδοκιμούν μόνο στο εσωτερικό και εκτεθειμένα στο ύπαιθρο καταστρέφονται τελείως και πεθαίνουν. Τότε τα μεταφέρω στη δεξιά μεριά του κήπου που την έχω βαφτίσει «νεκροταφείο» όπου σαπίζουν σιγά-σιγά.

-Υπάρχει λοιπόν πουργκατόριο και κόλαση για τα λουλούδια σου ! της λέω και γελάμε.

-Ναι, ακριβώς! Και ξέρεις, μου λέει με λαμπερά μάτια, καμιά φορά αυτά που θεωρώ πεθαμένα νεκρανασταίνονται κι εκεί μέσα από τη σαπίλα τους ζωντανεύουν πετούν φύλλα και μπουμπούκια. Φαντάσου: είναι σαν να αποκτούν μια ζωή μετά θάνατον, μια μετεμψύχωση! Και τότε βέβαια ξαναμπαίνουν θριαμβευτικά στη τζαμαρία μ’ αυτή τη νέα ζωή που τόσο ανέλπιστα τους χαρίστηκε.

Έχω μείνει κατάπληκτη. Μήπως τα φυτά της είναι το υποκατάστατο τον ασθενών της, αυτών που θα είχε αν εξασκούσε το επάγγελμά του γιατρού που εγκατέλειψε; Έτσι σαν τα φυτά της θα τους πρόσεχε και εκείνους. Θα τους φρόντιζε στις αρρώστιες τους, θα προσπαθούσε να τους γιατρέψει και τέλος θα τους κατευόδωνε όταν δεν θα είχαν πια ελπίδες για ζωή. Κι αν παρ’ ελπίδα είχε συνδεθεί μαζί τους θα τους ανάσταινε με τη σκέψη και τις αναμνήσεις της… Άραγε τώρα που τα παιδιά της μεγάλωσαν, που ο άντρας της δεν υπάρχει πια, μετανιώνει για τις επιλογές που έκανε κάποτε τόσο αβασάνιστα;

Νοιώθει νοσταλγία γι αυτό το λειτούργημα που στο βάθος αγαπούσε και θα μπορούσε το να εξασκήσει κι όμως το απαρνήθηκε;

Την παρατηρώ προσπαθώντας να μπω στην ψυχολογία της. Πόσο μπορείς να καταλάβεις, να συμπονέσεις τον άλλο όταν είναι τόσο διαφορετικός από σένα; Την γνωρίζω από καιρό. Είναι μια γυναίκα περίεργη και εκδηλωτική που της αρέσει να μιλά και να εκφράζεται. Ωστόσο στο βάθος κρυψίνους. Είναι πράγματα που τα κρατά θαμμένα μέσα της. Ποτέ δεν θα τα παραδεχθεί, ποτέ δεν θα μου ομολογήσει την αλήθεια. Ίσως μάλιστα να μην την έχει πει ούτε στον εαυτό της. Ωστόσο με τα χρόνια έχω μάθει να διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές. Όπως τώρα για παράδειγμα, που μιλώντας μου γι αυτά που συμβαίνουν στο conservatory γελάει με το πήγαινε-έλα των φυτών στον Άδη, σαν να την διασκεδάζει. Είναι φανερό πως της αρέσει ν’ αναφέρεται σ’ αυτή τη συνεχή παρατήρηση του κύκλου της ζωής που εξελίσσεται εκεί, μπροστά της, καθώς τη παρακολουθεί θρονιασμένη στην πολυθρόνα της με τη συνηθισμένη «τεμπελιά» της…

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή
Από την ανέκδοτη συλλογή ‘ Περιδιαβαίνοντας’.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία