Ντόροθι Πάρκερ, Διακανονισμός σε Μαύρο και Άσπρο -μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

lambrakou19.2.18
favicon

Arranged in Black and White by Dorothy Parker [novella]/p. 19

(Μια νουβέλα της Πάρκερ όπου σαν βασικό στοιχείο διήγησης χρησιμοποιεί τον διάλογο. Κύριο πρόσωπο μια λευκή αμερικανίδα της οποίας την εικόνα δομεί στις πρώτες σειρές του έργου. Η λευκή γυναίκα παραβρίσκεται σε ένα πάρτι προς τιμήν ενός Αφρο-Αμερικάνου τραγουδιστή. Το πάρτι έχει ως οικοδεσπότη έναν επίσης λευκό. Σε όλο το έργο, η λευκή γυναίκα προσπαθεί με υπερβολικό τρόπο, να δείξει την αποδοχή και ανεκτικότητά της στους νέγρους σε αντίθεση με τον σύζυγό της. Σε κάποιο ωστόσο γλίστρημα του λόγου της, αποκαλύπτεται ο δικός της κρυμμένος ρατσισμός. Η Ντόροθι Πάρκερ, βαθειά ειρωνική, σηκώνει το σεντόνι της υποκριτικής κοινωνίας ξανά και ξανά.)

H γυναίκα με τις ροζ βελούδινες παπαρούνες τυλιγμένες γύρω από το υποβοηθούμενο χρυσαφί των μαλλιών της, διέσχισε το γεμάτο δωμάτιο με ένα ενδιαφέρον βάδισμα συνδυάζοντας ένα χοροπηδητό με ένα πλάγιο βηματισμό, κρατώντας σφιχτά το απλωμένο μπράτσο του οικοδεσπότη της.

«Τώρα σ’ έπιασα!», είπε. «Τώρα δε μπορείς να ξεφύγεις!»

«Έλα, γεια!,» είπε ο οικοδεσπότης. «Λοιπόν, πώς είσαι;»

«Ω, είμαι τελειωμένη,» είπε εκείνη. «Ακριβώς απλώς τελειωμένη. Άκου. Θέλω να μου κάνεις την πιο φοβερή χάρη. Θα το κάνεις; Θα το κάνεις, παρακαλώ; Πολύ παρακαλώ;»

«Περί τίνος πρόκειται;» είπε ο οικοδεσπότης.

«Άκου,» είπε εκείνη. «Θέλω να συναντήσω τον Walter Williams. Ειλικρινά, είμαι εντελώς τρελή γι’ αυτόν τον άντρα. Ω, όταν τραγουδάει! Όταν τραγουδάει εκείνα τα σπιρίτσουαλς! Λοιπόν, είπα στον Μπάρτον, “Είναι καλό για ’σένα που ο Ουόλτερ Ουίλιαμς είναι έγχρωμος,” είπα, “διαφορετικά θα είχες  πολλούς λόγους να ζηλεύεις”. Θέλω πραγματικά πολύ, να τον συναντήσω. Θα ήθελα να του πω πως τον έχω ακούσει να τραγουδάει. Θα γίνεις ένας άγγελος και να με συστήσεις σε ’κείνον;»

«Μα, βεβαίως» είπε ο οικοδεσπότης. «Νόμιζα πως τον είχες συναντήσει. Το πάρτι είναι γι’ αυτόν. Που είναι;»

«Είναι εκεί πάνω στη βιβλιοθήκη,» είπε εκείνη. «Ας περιμένουμε έως ότου εκείνοι οι άνθρωποι σταματήσουν να του μιλάνε. Λοιπόν, νομίζω είσαι απλώς θαυμάσιος, δίνοντας αυτό το τέλεια εκπληκτικό πάρτι γι’ εκείνον, και κάνοντάς τον να συναντήσει όλους αυτούς τους λευκούς ανθρώπους, και όλα. Δεν είναι τρομερά ευγνώμων;»

«Ελπίζω όχι,» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Εγώ νομίζω πως είναι πραγματικά όμορφος,» είπε εκείνη. «Εγώ ναι. Δεν βλέπω γιατί στο καλό δεν είναι τέλεια εντάξει να συναντάς έγχρωμους ανθρώπους. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό για όλο αυτό – ούτε στο ελάχιστο. Ο Μπάρτον – ω, είναι ακριβώς διαφορετικός. Καλά, ξέρεις, κατάγεται από τη Βιρτζίνια, και ξέρεις πως είναι αυτοί.»

«Θα έρθει απόψε;» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Όχι, δεν μπορούσε,» είπε εκείνη. «Είμαι μια κλασική εργένισσα απόψε. Του είπα καθώς έφευγα: “Είναι αδύνατο να ξέρει κανείς τι θα κάνω,” είπα. Ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν είναι κρίμα;»

«Α,» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Περίμενε μέχρι να του πω πως συνάντησα τον W.W.!» είπε αυτή. «Σχεδόν θα πεθάνει. Ω, έχουμε περισσότερες διαφωνίες για τους έγχρωμους. Του μιλάω σα δε ξέρω τι, τόσο ενθουσιώδης γίνομαι. “Ω, μη γίνεσαι τόσο ανόητος,” λέω. Αλλά πρέπει να πω για τον Μπάρτον, είναι άπειρα ανοιχτόμυαλος σε σχέση με περισσότερους από αυτούς τους Νότιους. Είναι αλήθεια φρικτά καλοδιάθετος απέναντι στους έγχρωμους. Καλά, λέει ο ίδιος, πως δε θα έχει λευκούς υπηρέτες. Και ξέρεις, έχει εκείνη τη γριά έγχρωμη νοσοκόμα, αυτή τη συνηθισμένη γριά νέγρα μητερούλα, και ακριβώς την αγαπά πολύ. Γιατί, κάθε φορά που επιστρέφει σπίτι, πηγαίνει έξω στην κουζίνα να την δει. Το κάνει, πραγματικά μέσα στη μέρα. Ό,τι λέει είναι, λέει δεν έχει μια λέξη να πει εναντίον των έγχρωμων ανθρώπων όσο κρατούν τη θέση τους. Πάντα κάνει πράγματα γι’ αυτούς – τους δίνει ρούχα και δεν ξέρω τι άλλο. Το μόνο πράγμα που λέει, λέει πως δεν πρόκειται να καθίσει στο τραπέζι με κάποιον απ’ αυτούς για ένα εκατομμύριο δολάρια. “Ω,” του λέω, “με αηδιάζεις, μιλώντας έτσι.” Είμαι τελείως απαίσια μαζί του. Δεν είμαι απαίσια;»

«Ω, όχι, όχι, όχι,» είπε ο οικοδεσπότης. «Όχι, όχι.»

«Είμαι,» είπε εκείνη. «Ξέρω πως είμαι. Καημένε Μπάρτον! Τώρα, εγώ, δεν αισθάνομαι το ίδιο καθόλου. Δεν έχω την παραμικρή συμπόνια για τους έγχρωμους ανθρώπους. Γι’ αυτόν το λόγο, είμαι τελείως τρελή για κάποιους από αυτούς. Είναι ακριβώς σαν παιδιά – ακριβώς καλόβολοι και πάντα τραγουδάνε και γελάνε και τα πάντα. Δεν είναι τα πιο χαρούμενα πλάσματα που είδες ποτέ στη ζωή σου; Τίμια, με κάνουν και γελάω μόνο που τους ακούω. Ω, μ’ αρέσουν. Ειλικρινά. Λοιπόν, τώρα, άκου, έχω αυτήν την έγχρωμη πλύστρα, την έχω για χρόνια, και είμαι αφοσιωμένη σ’ αυτήν. Είναι μια πραγματική ηρωίδα. Και θέλω να σου πω, τη θεωρώ φίλη μου. Αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτομαι γι’ αυτήν. Όπως λέω στον Μπάρτον, “Καλά, για όνομα του Θεού, είμαστε όλοι ανθρώπινα όντα!” Δεν είμαστε;»

«Ναι,» είπε ο οικοδεσπότης της. «Ναι, οπωσδήποτε.»

«Όμως, αυτός ο W. W.,» είπε εκείνη. «Θεωρώ ένας άντρας σαν αυτόν είναι πραγματικός καλλιτέχνης. Ναι. Νομίζω πως αξίζει πάρα πολλούς επαίνους. Θεέ, είμαι τόσο τρελή για τη μουσική ή οτιδήποτε, που δεν με ενδιαφέρει τι χρώμα έχει αυτός. Έντιμα, νομίζω εάν ένα άτομο είναι καλλιτέχνης, κανείς δε θα έπρεπε να έχει ενδοιασμούς σχετικά με το να τον συναντήσει. Αυτό ακριβώς είναι που λέω στον Μπάρτον. Δε νομίζεις πώς έχω δίκιο;»

«Ναι,» είπε ο οικοδεσπότης της. «Ω, ναι.»

«Δεν μπορώ ακριβώς να καταλάβω τους ανθρώπους να είναι στενόμυαλοι. Γι αυτό ακριβώς σκέφτομαι, είναι προνόμιο να συναντήσεις έναν άνθρωπο σαν τον W. W. Ναι, το κάνω. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό, τελείως. Καλά, Θεέ μου, ο καλός Κύριος τον έκανε ακριβώς ίδιον όπως έκανε οποιονδήποτε από εμάς. Όχι;»

«Βεβαίως.» είπε ο οικοδεσπότης της. «Ναι, οπωσδήποτε.»

«Αυτό είναι που λέω,» είπε αυτή. «Ω, τόσο εξοργίζομαι όταν οι άνθρωποι είναι στενόμυαλοι όσον αφορά τους έγχρωμους. Αυτό ακριβώς είναι όλο που μπορώ να κάνω: να μην πω κάτι. Βέβαια, ομολογώ όταν αποκτήσεις έναν αδέξιο έγχρωμο άνθρωπο, είναι απλώς άθλιοι. Αλλά όπως λέω στον Μπάρτον, υπάρχουν κάποιοι κακοί λευκοί επίσης, στον κόσμο. Δεν υπάρχουν;»

«Υποθέτω υπάρχουν,» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Γιατί, θα ήμουν πραγματικά ευχαριστημένη να έχω έναν άντρα σαν τον W. W., να έρθει στο σπίτι μου και να τραγουδήσει για μας, κάποια φορά,» είπε αυτή. «Βεβαίως, δε θα μπορούσα να του το ζητήσω για λογαριασμό του Μπάρτον, αλλά η ίδια δεν θα είχα κανέναν ενδοιασμό σχετικά με αυτό, καθόλου. Ω, αν μπορούσε κι ο ίδιος να τραγουδήσει! Δεν είναι θαυμάσιος ο τρόπος που όλοι έχουν τη μουσική μέσα τους; Απλώς μοιάζει να είναι ακριβώς μέσα τους. Έλα, ας πάμε κοντά του και να του μιλήσουμε. Άκου, τι θα κάνω όταν συστηθώ; Θα πρέπει να κάνω χειραψία; Ή τι;»

«Μα, κάνε ότι ακριβώς θέλεις,» είπε ο οικοδεσπότης.

«Υποθέτω ίσως είναι καλύτερα έτσι,» είπε αυτή. «Για τίποτε στον κόσμο δεν θα ήθελα να τον κάνω να σκεφτεί πως είχα ενδοιασμό. Νομίζω καλύτερα να δώσω το χέρι, ακριβώς με τον τρόπο που θα το έκανα για κάθε άλλον. Αυτό ακριβώς θα κάνω.»

Πλησίασαν τον νεαρό ψηλό Νέγρο, που καθόταν δίπλα – κοντά στην βιβλιοθήκη. Ο οικοδεσπότης έκανε τις συστάσεις· ο Νέγρος υποκλίθηκε.

«Πώς είστε;» είπε

Η γυναίκα με τις ροζ βελούδινες παπαρούνες άπλωσε το χέρι της κατά μήκος του μπράτσου της και το κράτησε έτσι ώστε όλος ο κόσμος να δει, μέχρι που ο Νέγρος το πήρε, το κούνησε, και της το επέστρεψε.

«Ω, τι κάνετε, κύριε W,» είπε εκείνη. «Λοιπόν, πως είστε. Μόλις έλεγα, απόλαυσα το τραγούδι σας τόσο υπερβολικά πολύ. Έχω παραβρεθεί στα κονσέρτα σας, και σας έχω στο φωνόγραφο και όλα. Ω, τελείως το απολαμβάνω!»

Μίλησε με μεγάλη σαφήνεια, κουνώντας τα χείλη της σχολαστικά, σαν σε διάλογο με κουφό.

«Είμαι τόσο χαρούμενος,» είπε εκείνος.

«Είμαι απλώς ξετρελαμένη με αυτό το “Water Boy” που τραγουδάτε,» είπε εκείνη. «Έντιμα, δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Έχω σχεδόν τρελάνει τον άντρα μου, με τον τρόπο που τριγυρνάω συνεχώς μουρμουρίζοντας το σκοπό. Ω, φαίνεται τόσο μαύρος όσο ο άσος από– Καλά. Πείτε μας, που στο καλό εμπνευστήκατε όλα αυτά τα τραγούδια σας; Πώς στο καλό τα “πιάσατε”;»

«Μα,» είπε, «υπάρχουν τόσο πολλά διαφορετικά»

«Θα έπρεπε να σκεφτώ πώς θα σας άρεσε να τα τραγουδάτε. Πρέπει να είναι περισσότερο διασκεδαστικό. Όλα εκείνα τα αξιολάτρευτα παλιά σπιρίτσουαλς – ω, πόσο μου αρέσουν! Όμως, τι κάνετε τώρα; Συνεχίζετε να τραγουδάτε; Γιατί δεν κάνετε ένα ακόμη κονσέρτο, κάποια στιγμή;»

«Έχω ένα στις 16 του μήνα,» είπε εκείνος.

«Λοιπόν, θα είμαι εκεί,» είπε αυτή. «Θα είμαι εκεί αν είναι δυνατόν. Μπορείτε να υπολογίσετε σε μένα. Θεέ, να, έρχονται ένα σωρό κόσμος να σας μιλήσουν. Είσαστε ακριβώς ένας προσκεκλημένος επί τιμή! Ω, ποιο είναι αυτό το κορίτσι στα λευκά; Κάπου την έχω δει.»

«Είναι η Κάθριν Μπερκ,» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Καλέ Θεέ,» είπε εκείνη, «αυτή είναι η Κ. Μπ; Δείχνει τελείως διαφορετική κάτω από τη σκηνή. Νόμιζα πως ήταν πιο καλοβαλμένη. Δεν είχα ιδέα πως είναι τόσο φοβερά σκούρη. Γιατί, μοιάζει σχεδόν με – Ω, νομίζω είναι μια εξαιρετική ηθοποιός! Δε νομίζετε πώς είναι μια εξαιρετική ηθοποιός κύριε W; Ω, νομίζω είναι θαυμάσια. Εσείς;»

«Ναι, νομίζω,» είπε αυτός.

«Ω, κι εγώ επίσης,» είπε αυτή. «Τόσο υπέροχη. Καλά, Θεέ, πρέπει να δώσουμε και σε κάποιον άλλον την ευκαιρία να μιλήσει με τον καλεσμένο επί τιμής. Τώρα, μη ξεχνάτε, κ. W., πρόκειται να παραβρεθώ σε αυτό το κονσέρτο εάν είναι δυνατό να είμαι. Θα είμαι εκεί επευφημώντας όπως όλοι. Και εάν δεν μπορέσω να έρθω, πρόκειται να πω σε όλους που ξέρω να πάνε, οπωσδήποτε. Μη ξεχάσετε!»

«Δεν θα ξεχάσω,» είπε αυτός. «Σας ευχαριστώ τόσο πολύ.»

Ο οικοδεσπότης πήρε το χέρι της και την οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο.

«Ω, αγαπημένε μου,» είπε αυτή. «Σχεδόν πέθανα! Ειλικρινά, στο δηλώνω, σχεδόν πέρασα απέναντι. Άκουσες εκείνο το τρομερό ατόπημα που έκανα; Πήγα σχεδόν να πω πως η Κ. Μπ. έμοιαζε περίπου σα νέγρα, έκοψα τον εαυτό μου εγκαίρως. Ω, νομίζεις πώς το πρόσεξε;»

«Δε νομίζω,» είπε ο οικοδεσπότης της.

«Καλά, ευτυχώς,» είπε αυτή, «διότι δεν θα τον έφερνα σε δύσκολη θέση για τίποτε. Γιατί, είναι τρομερά όμορφος. Τόσο ακριβώς όμορφος όσο μπορεί να είναι. Όμορφοι τρόποι, και κάθε τι. Ξέρεις, τόσοι έγχρωμοι άνθρωποι, τους δίνεις μια ίντσα, και προχωρούν εντελώς πάνω σου. Αλλά εκείνος δεν επιχειρεί κάτι τέτοιο. Λοιπόν, έχει περισσότερη αίσθηση, υποθέτω. Είναι πραγματικά όμορφος. Δε νομίζεις;»

«Ναι,» είπε ο οικοδεσπότης.

«Μου άρεσε,» είπε εκείνη. «Δεν έχω κανέναν εντελώς ενδοιασμό επειδή είναι έγχρωμος. Ένοιωσα τελείως φυσικά όπως θα ένοιωθα με κάθε άλλον. Του μίλησα τόσο φυσικά, και όλα. Αλλά ειλικρινά, μπορούσα δύσκολα να κρατήσω το πρόσωπό μου ανέκφραστο. Επέμενα να σκέφτομαι τον Μπάρτον. Ω, περίμενε μέχρι να πω στον Μπάρτον πως τον απεκάλεσα “Κύριε!”»

*

©Ασημίνα Λαμπράκου
Σεπτέμβρης 2017, Ταρσανάς, Χανιά – Ιανουάριος 2018, Κοντόπευκο, Αγία Παρασκευή

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία