Έκτωρ Πανταζής, Το λυρικό πάθος αυτές ο λέξεις της ψυχής

pantazis13.2.18

favicon

Νερένιο καλάμι στην όχθη γύρω του ο άνεμος, ψιθυρίζουν, κάθε γύρισμα του αέρα κι άλλη οπτασία, ήχος από τραγούδι σαν η φωνή σου.
Πότε μπορεί κανείς να πεί ότι διάβασε ένα ποίημα. Έναν ποιητή. Ένα έργο.Πότε πρέπει να σταματήσει άν ακόμα δεν έχει αρχίσει. Πότε τελειώνεις με ένα τέτοιο ποίημα; Ίσως ποτέ.Είναι σαν να μελετάς τη θάλασσα,βολιδοσκοπείς, και βάζεις σημάδια στο χάρτη. Πίσω σου η θάλασσα βρυχάται με την αιώνια τη γαλάζια θαλασσοταραχή,πάνω από την σιωπημένη κραυγή των πνιγμένων, και στο βάθος το σκαρί του Οδυσσέα διηγείται μια περιπλάνηση.

Στης ύπαρξης τα θαμνοτόπια: σε μια τούφα μέσα αναδεύτηκε το ιερογλυφικό σύμπλεγμα ζωής και θανάτου. Φίδι και ορτύκι σε θανάσιμη πάλη.

Η φυλή μας η πλασμένη με θάλασσα και του πειρατή την καρδιά, όποτε στάθηκε για λίγο στη στεριά, ξέχασε τί μας έδενε μέ τήν αρμύρα. Και έγινε η Ιστορία καρφί στην καρδιά.

Η ματιά θα πέσει επίμονη ερευνητική ασίγαστη, με τη μασιά της μνήμης τσιγκλάς τα καυτά της κάρβουνα, κάτω από τους μηχανισμούς της γλώσσας μαντεύοντας του μύθου το σφυγμό.
Έχεις να χειριστείς μια ήπειρο κι άλλη μιά που απλώνονται στις δύο πλευρές ενός ωκεανού έχεις την προοπτική όλης αυτής της κυματίζουσας επιφάνειας όπου παφλάζουν οι αιώνες αναδεύοντας τις φυλές και τα έγκατα.
Μιά ενορατική ματιά ανοιχτή στο χώρο και στο χρόνο. Εκτάσεις χέρσου και νερού,με σάρωμα του κάδρου μέσα στους αιώνες.Διαμιάς. Εξ απόπτου με το βλέμμα του κόνδορα καθώς η φτερούγα του κόβει τον άνεμο θερίζει τον κεραυνό.Κι όλο το νίτρο στα φτερά του κι η λεία στα γαμσόνυχα.

Η παλίρροια ερχόταν με το αλάτι της θάλασσας που μας άρπαζε πρώτο απ’ τα ρουθούνια. Το νερό έσβηνε λίγο μετά στην αμμουδιά και υποχωρούσε σαν να έκανε λάθος που ήρθε ώς εδώ. Σε λίγο ξαναδοκίμαζε της στεριάς τη γεύση σαν να την είχε αλλάξει το ψήσιμο του ήλιου.
Τη νύχτα κοιμόμαστε αγκαλιά καλπάζοντας στην πάμπα των ονείρων μας.

Όλα θέλουν ένα κλικ να δροσίσει η ψυχή μας. Μόνο αν κάθε στίχος υποβάλλει νέο ποιητικό ξύπνημα γίνεται ανεκτό το μακρόστιχο ποίημα.Σε κάθε ποιητή το ξεκόκισμα της λέξης συμβαίνει αλλιώς.Η εικόνα έρχεται μαζί με την έντρομη λέξη να πει τον ύπνο του κόσμου.Να συμβεί το ποίημα σαν πρωινό ξύπνημα αιφνιδιάζοντας τα ζευγάρια στην ερωτική φωλιά τους. Σαν εκείνα τα πουλιά εμείς στο νησί κλουβί που με τα αδύναμα φτερά τους δεν μπορούν να του ξεφύγουν, οι ακτίνες του μεσημεριού γυάλινες κοφτερές κατεβαίνουν απειλητικές στα γυμνά κορμιά.

ΑΓΑΠΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΕ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΓΥΑΛΙ
Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα που της πετάς ένα ξύλο και το κύμα σαν παιδί της το ξαναφέρνει πίσω, η αγάπη σκοτεινό βιολετί πηγή του πόθου. Δυό τέτοια μάτια μαύρα δεν τα ξανάβρα,όσο κι άν πέσω μέσα τους δεν με πνίγουν στο βυθό τους με ξαναφέρουν πίσω για να ξαναβυθιστώ σε πιο μεγάλη τους τρικυμία.Λούζομαι στην επιθυμία τους. Τα μάτια σου μου δίνονται κάτω από τη σκοτεινή τους πάχνη. Καλπάζουμε αγκαλιά πάνω από τις ξωτικές πάμπες του ονείρου.Τα μαλλιά σου με τυλίγουν σαν νύχτα τα μάτια σου με αφανίζουν τα χείλη σου με αφιονίζουν η αγκαλιά σου με σώζει το φιλί σου με κόβει.Σπάζεις τις ντροπές σαν κρυστάλλινο βάζο ριχνόμαστε στα φιλιά, ξέρω ούτε μ’ ένα κανίσκι σύκα δεν ξεπληρώνω τη γλύκα τους, μ έναν κόμπο μέλι στης σχισμής το σώμα.

*

©Έκτωρ Πανταζής

φωτο: Ελαιογραφία του Oskar Kokoschka (λεπτομέρεια):Woman with Hands Raised

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, πεζοποιήματα