Μαρία Α. Μίτλεττον, Το σχολείο και ο «Αρχιμάστορας Σόλνες»

mitletton9.2.18

favicon

Το σχολείο ήταν ένα παλιό κτίσμα του 1890. Με τα ψηλά παράθυρα, τις καμάρες, τη μεγάλη σιδερένια εξώθυρα, τις φροντισμένες τριανταφυλλιές στα παρτέρια. Είχε παλιά αρχεία, τετράδια που κιτρίνιζαν, αλλά μύριζαν εκείνη τη μυρουδιά των ιερών χώρων. Λιβάνι; Λιβάνι. Όλα τους άγιασαν μέσα σε κρύπτες κι αποθήκες.

Κι εκείνη άλλωστε ήταν παλαιάς χρονολογίας. Προ αμνημονεύτων χρόνων φοίτησε εδώ. Προ αμνημονεύτων χρόνων δούλεψε εδώ, επί της εποχής της κιμωλίας μαυροπίνακα και του μαρκαδόρου ασπροπίνακα, προ αμνημονεύτων χρόνων αγάπησε και αγαπήθηκε εδώ, τόσο όσο είναι δεμένο το όστρακο με το μαργαριτάρι.  Ο Φάνος. Ο Φάνος ήταν από εκείνη την περίεργη πάστα των ιπποτών. Εκείνων με τα λεπτά χαρακτηριστικά. Τα ευγενικά, τα ανεπιτήδευτα. Ο Φάνος είχε εκείνη τη σμιλεμένη ψυχή, τη σμιλεμένη από γλύπτη ικανό και μοναδικό. Ο Φάνος, το φως. Και τα μαθητούδια της, μια βρύση που δεν σταμάτησε λεπτό να τρέχει αγάπη. Ούτε και τώρα, τώρα…

Ήταν τώρα πια εβδομήντα. Ο βήχας τη βάραινε. Ξεκινούσε από ένα εστιακό βάθος στη θάλασσα, ήτοι το στήθος της, και της τράβαγε κάθετες γραμμές οδύνης στους πνεύμονες, λες από ένα χαρακτικό εργαλείο που στο πέρασμά του πετάει σπίθες. Ήταν τώρα πια εβδομήντα. Το σχολείο το είχε αλήθεια επιθυμήσει. Τις φαγωμένες άκρες των θρανίων του, τα άσπρα νοσοκομειακά σκαλοπάτια που βρώμαγαν χλωρίνη, την παλιά φωτογραφία του Καραϊσκάκη μ’ εκείνη την ανεκδιήγητη μουστάκα του… Τι σου είναι αυτά τα σχολεία! Κρατάνε την παλιά μπογιά και τα παλιά τους ρούχα πλάι στην τεχνολογία. Κρατάνε τις παλιές ιστορίες μέσα σ’ εκείνες που αρχινάνε. Κρατάνε τις παιδικές κι εφηβικές αγάπες μέσα σ’ εκείνες που ωριμάζουν.

«Έφαγες τα νιάτα σου εκεί μέσα», τη μάλωνε η Άννα. «Και σιγά πια! Όλα τα σχολεία ίδια είναι. Έχουν μια επιβλητική πρόσοψη, μια σιδερένια εξώθυρα, τα παλιά αρχεία και τις μνήμες που επιμένετε ν’ αναμασάτε σαν τσίχλα που έχασε τη γεύση». «Και γιατί; Τι έχει η ζωή σου τώρα, μπορείς να μου πεις;» Πόσο σκληρή γινόταν κάποτε η Άννα! Λες και δεν έζησε ποτέ. Λες και δεν ήταν παρελθόν. Λες και ζυμώθηκε μόνο από το τώρα και το μέχρι πρότινος.

Ήταν όμως αλήθεια ότι είχε εδώ και χρόνια αποσυρθεί. Ή αλλιώς αφυπηρετήσει. «Από» και «υπηρετώ» ίσον απομακρύνομαι από την υπηρεσία. Στοχαζόταν για πολλοστή φορά το κόστος και το βάρος της απόσυρσης. Τα φαγούρικα κάποτε σπυριά της μνήμης που κέντριζαν το είναι της. Γιατί το είναι σου είτε με δηλητήριο είτε με ροδόσταγμα ποτίζεται, το συνηθά, το αποζητά, το χρειάζεται.  Χρόνια τώρα είχε αποσυρθεί στο σπίτι της –«αποσύρομαι», άλλη αμφίσημη λέξη. Αυλαία. Με τα οικιακά της, τα βιβλία της, το ξεχωριστό ράφι στη βιβλιοθήκη με τα θεατρικά.

Τα θεατρικά!! Τι ιστορία κι αυτά! Ανέβαζαν μικρά μονόπρακτα και ολόκληρες παραστάσεις, από τραγωδίες μέχρι σύγχρονα έργα. Τ’ άσπρα πέπλα των κοριτσιών να σιγοπαφλάζουν στο σανίδι, το χειροκρότημα, το βεστιάριο…

Η σκέψη της στάθηκε στο βεστιάριο. Ένα μικρό δωματιάκι όλο κι όλο, σκοτεινό, χωρίς καθρέφτες, με τα κοστούμια στρατιωτικά παραταγμένα, το καθένα και η ιστορία του, το καθένα και η σκόνη του, ένα δωματιάκι πλημμυρισμένο από τα μαθητούδια και τον Φάνο, ένα δωματιάκι που το μόνο στολίδι του ήταν ο φεγγίτης, ο φεγγίτης που οδηγούσε σε μια υπερυψωμένη αυλή χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα, χωρίς προστατευτικό αλεξίπτωτο, χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Γιατί; Ποιος θα τη σεργιάναγε, θα μου πεις; Θα έβγαινε ποτέ η Ηλέκτρα ή η Ανδρομάχη από τον φεγγίτη στην αιωρούμενη πίστα; Οι άλλοι ήταν που έπεφταν.

Το βεστιάριο… τι την έπιασε τώρα να ξαναμπεί στο βεστιάριο!! Να φορέσει τα σφιχτόδετα φορέματα των Χοηφόρων που σούρωναν κάτω απ’ το στήθος. Να συρθεί η σόλα της στο παλιό σανίδι, να νιώσει τον παλμό της αναμονής μιας παράστασης, ν’ ακούσει πάλι τις τσακισμένες κόλλες του υποβολέα, το εναγώνιο πέρα δώθε του πρωταγωνιστή… Το βεστιάριο… ο Φάνος, τα μαθητούδια… Πώς να ζητήσει όμως κάτι τέτοιο…

Η σκέψη της πήγε στον Βαγγέλη.  Ο Βαγγέλης ήταν ακόμα εκείνο το ψηλόλιγνο χλωμό παιδί, εκείνος που είχε ακόμα αλλεργία στη σκόνη, εκείνος που διετέλεσε επί σειρά ετών διαρρήκτης και οπωσδήποτε θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Τον συμπαθούσε. Ναι, θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Του ήρθαν όλα στραβά από νωρίς. Διαλυμένη οικογένεια, κανείς να διαβάσει το παιδί, κανείς να πιάσει τον πυρετό του παιδιού, κανείς να χαρεί και να κλάψει για το παιδί. Εκείνη τον συμπαθούσε. Ή, ακριβέστερα, τον αγαπούσε. Του έβαζε πάντα δυο με τρεις μονάδες επιπλέον στον βαθμό, τον επαινούσε για το τίποτε. Ποιος είπε άλλωστε ότι το «τίποτε» είναι τίποτε; Τον καταλάβαινε. Συνέπασχε. Τι να σου έχουν έρθει από την αρχή όλα στραβά, τι να ξεκίνησαν καλά και να στράβωσαν στην πορεία! Ομοιοπαθείς ήταν.  Το παραδέχτηκε στον εαυτό της. Τι ομοιοπαθείς! Ο Βαγγέλης, αν το καλοσκεφτόσουν, είχε βολευτεί, ενώ εκείνη ήταν μόνη της με τις αναμνήσεις της.

Και ξαφνικά είδε τον εαυτό της να στέκεται με τα χαμηλά της παπούτσια και το συντηρητικό φουστάνι της στην παλιά γειτονιά του Βαγγέλη. Από τη σκέψη στην πράξη ένα μόνο δράμι χρόνος. Το σπίτι του ήταν λερό, στεκόταν εκεί όπου ήταν το άλλοτε γιασεμί που είχε φυτέψει η άλλοτε και ας πούμε μάνα του. Από μέσα ερχόντουσαν όμως ήχοι που μαρτυρούσαν ότι εκεί ζούσαν άνθρωποι. Κι ότι ζούσαν ευτυχισμένοι.

«Κυρία», άκουσε το ξεφωνητό και κάποιος την τύλιξε στα δυνατά του χέρια.

«Κυρία μου, πώς από δω, πώς περνάς; Έλα, έλα μέσα».

Χοροπηδούσε σαν μωρό παιδί. Σχεδόν την έσυρε. Θα πρέπει να την έσυρε, γιατί τα πόδια της τα ένιωθε καρφωμένα στη γη, βαριά κι ασήκωτα.  Κάθισε σ’ ένα θαμπό, φθαρμένο, μα όμορφο σαλόνι.

«Εγώ νοικοκυρεύτηκα, όπως βλέπεις. Τώρα έχω μια καλή δουλειά. Έχουμε και δυο παιδάκια…»

Στο «έχω μια καλή δουλειά» της ήρθαν δάκρυα στον λαιμό. Θυμήθηκε τις εποχές που του μιλούσε ώρες ατέλειωτες για να πιστέψει στον εαυτό του και στο μέλλον, για να φροντίσει  ακόμα κι εκείνο το γιασεμί για να εξακολουθήσει να υπάρχει και για να κάτσουν κάποτε, μια καλοκαιριάτικη νύχτα, στη βεράντα να το μυρίσουν και να πουν: «Τι ωραία που είναι η ζωή! Τι όμορφους κύκλους που κάνει η ζωή! Η ζωή είναι σαν καρουζέλ. Και οι άνθρωποι γυρίζουν μαζί της».

Η γυναίκα του ξεπρόβαλε από το μέσα δωμάτιο. Ένα καχεκτικό και δροσερό συνάμα πλάσμα με φανερή την έγνοια και την ξαγρύπνια στο λεπτοκαμωμένο της πρόσωπο. «Καλωσορίσατε. Τι να σας φιλέψουμε;»

«Τίποτε. Χαίρομαι που σας γνωρίζω». Η επαφή με το ζεστό της χέρι της μετέδωσε ένα αίσθημα σιγουριάς.  Εκείνης της σιγουριάς που νιώθει κανείς όταν βρίσκεται μέσα σ’ ένα κλοιό αγάπης. Χάρηκε γι’ αυτό. Πόσο χάρηκε! Πόσο καιρό είχε να χαρεί έτσι!

Η γυναίκα διαισθάνθηκε ότι η συζήτησή τους ήταν σοβαρή και αποσύρθηκε κι αυτή σέρνοντας ηχηρά μεν νωχελικά δε τις παντούφλες της στον διάδρομο. «Εμένα με συγχωρείτε…»

Κι εκείνος το διαισθανόταν. Για να έρθει ως εδώ η κυρία Χριστίνα, υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος. Χαιρόταν και μόνο που τον εμπιστευόταν. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν έδειξε να απογοητεύτηκε από εκείνον, τώρα που το σκεφτόταν. Και δεν πέρασαν και λίγα μαζί. Δεν τον απέρριψε. Γιατί να την απορρίψει;

«Λοιπόν, πώς περνάς;»

Αυτός ο ενικός που του τον συγχωρούσε γιατί όλους τούτους τους ενικούς μέσα στους πληθυντικούς χτίζει το σχολείο…!

«Στο σπίτι. Πέρασα στη σύνταξη. Όμως άσε με εμένα. Πόσο χαίρομαι που είσαι καλά…»

«Κανένας δεν θα το πίστευε κυρία. Πέρασα πολλά. Και έκανα. Μα εσύ το ξέρεις. Δεν θα σου το κρύψω.»

«Το ξέρω. Δεν χρειάζεται να νιώθεις άσχημα γι’ αυτό. Στη ζωή σημασία έχει να διορθώνουμε τα λάθη μας. Να προχωράμε. Και να μπορούμε ύστερα να βλέπουμε τις περιπέτειες σαν τη νοστιμάδα της ζωής που θα διηγιόμαστε στα παιδιά μας. Είμαι περήφανη για σένα».

Η φωνή και των δυο τους κόπηκε από τη συγκίνηση. Της έπιασε το γέρικο χέρι της.

«Άκου Βαγγέλη μου, ήρθα ως εδώ για να σε δω βέβαια, μα και γιατί θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Αυτό που θα σου ζητήσω είναι δύσκολο ηθικά, αλλά όχι πρακτικά, μπορεί και να με πεις τρελή δηλαδή, δεν περιμένω να μου απαντήσεις αμέσως, σκέψου το. Να το πάρεις μόνο σαν μια συναισθηματική μου ανάγκη που αν δεν εκπληρώσω τώρα, δεν ξέρω πότε και αν θα είμαι ποτέ σε θέση να εκπληρώσω.»

«Μα τι εννοείς;»

«Άσε με να τα πω χωρίς να με διακόψεις, γιατί μετά μπορεί να μετανιώσω. Ξέρω πως…» κόμπιασε… «να, θέλω να πω ξέρω, και το ξέρεις ότι ξέρω, ξέρω λοιπόν πως κάποτε εσύ, χωρίς να λέω βέβαια ότι δεν έχεις μετανιώσει γι’ αυτό, πως εσύ…» ξανακόμπιασε… «εσύ έκανες κάποιες διαρρήξεις. Με συγχωρείς αν σου ξυπνώ δυσάρεστες αναμνήσεις.»

«Όχι. Καταλαβαίνω.»

«Θέλω να πω ότι γνωρίζεις πώς να παραβιάσεις μια ασφαλισμένη πόρτα.»

«Ναι, όμως εξακολουθώ να μην κατά…»

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Θέλω να με βοηθήσεις να μπω ένα βράδυ στο βεστιάριο του σχολείου. Χρειάζομαι μόνο μισή ώρα στο βεστιάριο». Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Μην με ρωτήσεις γιατί. Χρειάζομαι μόνο μισή ώρα στο βεστιάριο».

Κοίταζε τα δάκρυα που κυλούσαν στα σκαμμένα της μάγουλα. Τη λυπήθηκε. Θεέ, η γυναίκα εκείνη τον κανάκεψε, πίστεψε σ’ αυτόν όταν δεν πίστευε κανείς και τον αγαπούσε κι όταν ακόμα πήρε τον στραβό τον δρόμο. Δεν έφυγε ποτέ από δίπλα του. Και τώρα ήταν μόνη της και του ζητούσε τη βοήθειά του. Θες τρελό, θες ανήκουστο αυτό που του ζητούσε, θα το έκανε για χάρη της. Καμιά φορά η καρδιά μας κάνει μεγάλες βουτιές και μπορεί να χτυπήσει στον πάτο. Σκασίλα μας.

Της έσκασε ένα στραβό συνωμοτικό γέλιο που την έκανε να σαλέψει τα χείλια σε κάτι που πήγαινε να γίνει χαμόγελο. Η κουβέντα τους κράτησε περισσότερο από μία ώρα. Εκεί σχεδιάστηκαν όλες οι λεπτομέρειες. Και μια παγερή νύχτα του Γενάρη με πανσέληνο αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους.

Βάδιζε νευρικά μέσα στο σπίτι εκείνη την κρύα μέρα.  «Μισή ώρα μόνο παίρνει η σκηνή της Χίλντα», μονολογούσε. «Θα μπορούσε να είναι μαζί μου κι ο Φάνος. Όμως ο Φάνος έχει σχεδιάσει και χτίσει τη ζωή του σύμφωνα με την καθιερωμένη δομή. Θεματική περίοδος, λεπτομέρειες, κατακλείδα. Η κατακλείδα φυσικά μπορεί και ν’ απουσιάζει. Είναι θεμιτό. Και η μόνη εκτροπή. Ο Φάνος έχει σχεδιάσει τη ζωή του. Είναι αρχιτέκτονας. Ο Φάνος δεν θα έπεφτε ποτέ από κανένα πύργο για μένα. Μα τι λέω;» Ποτέ δεν θα το ήθελε αυτό για εκείνον. Για κανένα. Ο Φάνος είχε βυθιστεί στη δικιά του τέχνη, στη δικιά του ζωή, ακολούθησε τον δικό του δρόμο. Πόσο ήθελε όμως να της έλεγε εκείνη την ατάκα: «Απόψε θα κρεμάσουμε το στεφάνι πριγκίπισσα Χίλντα». «Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις η πριγκίπισσά μου». Ο Φάνος, ό,τι έμεινε ξεκρέμαστο στο παρελθόν… Είτε ήταν το στεφάνι είτε ήταν η χαρά είτε ήταν τα γέλια των παιδιών είτε ήταν τα ταξίδια που έμειναν στη μέση.

Συναντήθηκαν στο καθορισμένο σημείο. Το κρύο της τρύπαγε την ψυχή. Σφίχτηκε στο μάλλινο παλτό της. Τώρα η αγωνία της δεν ήταν αν θα κατάφερναν να μπουν στο σχολείο, αλλά αν θα χωρούσε στο φόρεμα της εικοσιτριάχρονης Χίλντα. Η βαριά σιδερένια πόρτα υποχώρησε εύκολα. Η Βαγγέλης απενεργοποίησε τον συναγερμό με γρήγορες κι επιδέξιες κινήσεις. Περπάτησαν τον διάδρομο που βρώμαγε ακόμα χλωρίνη κι έφτασαν σ’ ένα στενό άνοιγμα με μια απότομη σκάλα.

Το βεστιάριο!  Άνοιξε μεμιάς τα πνευμόνια της να ρουφήξει όλη τη σκόνη που έκατσε στον κόσμο. Το βαρύ βελούδο, τα ξεθωριασμένα υφάσματα, να ψαχουλεύει αχόρταγα και σε κάθε κοστούμι που άγγιζε να χορεύει μέσα στη μνήμη της μια κελαρυστή φωνή ή μια κραυγή. Τα δάκρυά της ήταν καφέ, μα όχι, αυτές θα πρέπει να είναι οι γεροντικές κηλίδες. Και ξάφνου τα χέρια της να γεμίζουν με το φουστάνι της Χίλντα. «Κάνε να χωράω Θεέ μου, Θεέ…»

Ο Βαγγέλης έμπλεκε και ξέμπλεκε τα δάχτυλά του. «Μα τι κάνει εκεί μέσα;» Εκείνο το προαίσθημα δεν έλεγε να τον αφήσει.  «Ας της δώσω λίγο χρόνο ακόμα…»

Η κρεμάστρα κρεμόταν έρημη και το φουστάνι της Χίλντα αγκάλιαζε τώρα το γεροντικό της κορμί. «Απόψε θα κρεμάσουμε το στεφάνι πριγκίπισσα Χίλντα», άκουσε τη φωνή του.  «Καιρός είναι να κρεμάσουμε το στεφάνι». Τον έβλεπε μπροστά της. Ή έτσι νόμιζε.

Ξάφνου έσκισε τον αέρα εκείνος ο απαίσιος σφυριχτός ήχος. Ο συναγερμός. Θεέ μου… Προσπάθησε να βγάλει το φουστάνι της Χίλντα. Μα αυτό… δεν έβγαινε. Σαν να κόλλησε πάνω της και της έσφιγγε το κορμί. Αυτόματα κινήθηκε προς την πόρτα. «Βαγγέλη!!» Η πόρτα μαγκωμένη, το πόμολο της έμεινε στο χέρι.. «Περίμενε κυρία Χριστίνα». Δεν ήξερε πόσα λεπτά χτυπούσε την πόρτα ώσπου μια αστραπή άναψε στο μυαλό της: η αστυνομία δεν θ’ αργούσε να φανεί. Και τι θα έβλεπαν; Μια ηλικιωμένη γυναίκα που μπήκε στο σχολείο για να κλέψει ένα νεανικό θεατρικό κοστούμι!! Τι ντροπή! Όχι, δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν. Στράφηκε στον φεγγίτη. Σφήνωσε το ζαρωμένο της κορμί όπως-όπως και βρέθηκε στην υπερυψωμένη αυλή.  Την αυλή τη χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα, τη χωρίς προστατευτικό αλεξίπτωτο, τη χωρίς προστατευτικό δίχτυ.  Το φουστάνι της Χίλντα της ερχόταν μακρύ. Παραπάτησε. Ο Φάνος ένιωσε κάπου μακριά να κόβεται η αναπνοή του.  «Της ηλικίας είναι», ψευτοπαρηγορήθηκε.  Η σκηνή της Χίλντα κράτησε ακριβώς μισή ώρα. Κι οι ατάκες που άκουσε ολοκάθαρα πήγαν μαζί της. «Η Αλίνα που είχε το ταλέντο να κτίζει παιδικές ψυχές». «Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις η πριγκίπισσά μου». «Απόψε θα κρεμάσουμε το στεφάνι πριγκίπισσα Χίλντα. Απόψε. Εδώ. Στο σχολείο».

Ξάφνου έσκισε τον αέρα εκείνος ο απαίσιος σφυριχτός ήχος. Ο συναγερμός. Θεέ μου… Προσπάθησε να βγάλει το φουστάνι της Χίλντα. Μα αυτό… δεν έβγαινε. Σαν να κόλλησε πάνω της και της έσφιγγε το κορμί. Αυτόματα κινήθηκε προς την πόρτα. «Βαγγέλη!!» Η πόρτα μαγκωμένη, το πόμολο της έμεινε στο χέρι.. «Περίμενε κυρία Χριστίνα». Δεν ήξερε πόσα λεπτά χτυπούσε την πόρτα ώσπου μια αστραπή άναψε στο μυαλό της: η αστυνομία δεν θ’ αργούσε να φανεί. Και τι θα έβλεπαν; Μια ηλικιωμένη γυναίκα που μπήκε στο σχολείο για να κλέψει ένα νεανικό θεατρικό κοστούμι!! Τι ντροπή! Όχι, δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν. Στράφηκε στον φεγγίτη. Σφήνωσε το ζαρωμένο της κορμί όπως-όπως και βρέθηκε στην υπερυψωμένη αυλή. Την αυλή τη χωρίς προστατευτικό κιγκλίδωμα, τη χωρίς προστατευτικό αλεξίπτωτο, τη χωρίς προστατευτικό δίχτυ.  Το φουστάνι της Χίλντα της ερχόταν μακρύ. Παραπάτησε. Ένα γερό χέρι την άρπαξε  από το μπράτσο. «Εσύ;» Άσθμαινε από το λαχάνιασμα μα της γελούσε. Έβλεπε τα χαρακτηριστικά του. Τόσα χρόνια μετά. Ήταν από εκείνη την περίεργη πάστα των ιπποτών. Εκείνων με τα λεπτά χαρακτηριστικά. Τα ευγενικά, τα ανεπιτήδευτα. «Τώρα ξέρω τι με οδήγησε να βγω και να περπατήσω ως εδώ μια τέτοια νύχτα. Κρατήσου. Πριν το κεφάλι σου γίνει λιώμα». Δεν καταλάβαινε αν αυτό που έβλεπαν τα μάτια της ήταν αληθινό. Ούτε αν αυτό που άκουγαν τ’ αυτιά της το άκουγαν στ’ αλήθεια. Κι ο Βαγγέλης έπαιρνε όρκο μετά ότι άκουσε τον άντρα να της λέει γλυκά: «Έλα. Απόψε θα κρεμάσουμε το στεφάνι πριγκίπισσα Χίλντα». Ήταν εκείνος που τους άλλαξε τα στέφανα στο βεστιάριο. Κι ήταν η πιο αληθινή παράσταση που παίχτηκε ποτέ στο σχολείο.

*

©Μαρία Α. Μίτλεττον

φωτο: diaforetiko.gr

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία