Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, για την Αμερική

thiveos23.1.18
fav_separator

Your face sounds Afroamerican
Με μια μπαλάντα για τους χιλιάδες Emmet
αυτού του παράξενου κόσμου

Το αμερικανικό όνειρο ξέφτισε και πάει. Στις αρχές του καινούριου μας αιώνα τελέστηκε η σεμνή τελετή, σφραγίζοντας μια μεγάλη περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού. Οι παλιές αξίες σκόρπισαν σαν φίλοι στους 44 δρόμους του Μ. Χατζιδάκι. Έγιναν βορά  στο πλήθος και τα χρόνια, αφήνοντας ένα αδύναμο στίγμα. Μια μακρά και αδιάλειπτη περίοδος πρωτοπορίας και νέας ηθικής έφθασε στο τέλος που επιφυλάσσει ο καιρός για κάθε πράγμα. Μια κορυφαία, οικονομική κρίση, από αυτές που μπορούν να ταράξουν ένα ευρύτερο πεδίο σήμανε το τέλος της κυριαρχίας και μετατόπισε το ενδιαφέρον. Το παιχνίδι παίζεται πια σε όρους οικονομίας. Η πολιτική διαθέτει το χρώμα του χρήματος δικαιώνοντας μια ολόκληρη βιομηχανική επανάσταση και ατέλειωτα μίλια κινηματογραφικού φιλμ. Πίσω απ΄τα φώτα του σπουδαίου θεάτρου περνά σαν βροχή, σαν πάντα το πλήθος που συνέθεσε την πιο διαχρονική αξία του αμερικάνικου πολιτισμού.

Το μισό φεγγάρι αυτού του φροϋδικού κόσμου χαμήλωσε ώσπου να σβήσει μες σε μια μελαγχολική φαντασμαγορία, σαν εκείνη του Τσέζαρε.Όσοι θυμούνται αδυνατούν να περιγράψουν το πρόσωπό του. Είναι τόσο τραγικό μα μπορεί μια ολόκληρη εποχή να μας προσπέρασε δίχως ταυτότητα και δίχως ερμηνεία. Η Αμερική του 20ου αιώνα, αυτός ο σπουδαίος πόλος κατόρθωσε τόσα, ωστόσο έχασε στα σημεία, κρατώντας πεισματικά  το μαντήλι των δικών της ιδανικών. Μια ανοιχτή κοινωνία που διατηρεί αμείωτη τη ροπή της στη δημιουργία περιθωρίων. Η κριτική της παραμένει αμείλικτη, ο πραγματισμός και η παράδοσή της στέκονται ακλόνητα δεκανίκια σε μια ετοιμόρροπη ένωση.

Γιατί το πρόσωπό της έχει αλλάξει τόσο με τον καιρό. Άλλοτε ένας ιδανικός, λευκός πετυχημένος άνδρας και πάλι τα κομματιασμένα παιδιά στο Ανόι που ποτέ δεν επέστρεψαν. Ο Jean Michele Basquiat με ελάχιστα φροντισμένο κοστούμι, χιλιάδων δολαρίων στο ατελιέ του όταν η τέχνη συναντά τον άκρατο φιλελευθερισμό να ζωγραφίζει την αμερικάνικη εποποιία. Την πιο αντιπροσωπευτική ίσως, μιας δημοκρατίας που έθεσε τις βάσεις για διεθνείς μεταβολές και όμως αποσιώπησε σαν καλός και ενσυνείδητος αμαρτωλός τις πιο μύχιες εκδοχές.

Ο πρόεδρος Ομπάμα, πιο χρήσιμος πια με διάφανο το αποτέλεσμα της σύγκρισης με την έξαλλη επικαιρότητα και οι δεκάδες αφροαμερικανοί νεκροί με τις μορφές τους απειλητικές που δεν μπορούν να μεταβάλλουν κανένα δικαίωμα, καμιά κοινωνική αισθητική. Όπως τότε με τ΄αναμμένα, ποταμίσια εκκρεμή  έτσι και σήμερα πλάι στην πολύβουη λεωφόρο υπάρχουν μυστικές γειτονιές, παράλληλοι, διαλυμένοι κόσμοι να συνθέτουν εκείνο το είδος που λέγεται λαϊκή, αμερικανική ιστορία.

Η αμερικανική ένωση φιλτράρεται δυο αιώνες και πλέον με άσπρη, εκτυφλωτική ζελατίνα. Σαν το δικό μας τραγούδι ένα πράγμα, κρύβει την πιο ειλικρινή της εκδοχή και βάφει πάντα λευκό, λευκότατο το πρόσωπό της. Η εικόνα της δεν σημαίνει και δεν είναι τίποτε. Πάει να πει την βαραίνει μια τρομερή κολάσιμη πράξη, την βαραίνουν τότε και τώρα χιλιάδες νεκροί αδικαίωτοι. Οι λάμψεις ήταν διάττοντες, ήταν ευκαιρίες που κάπως φώτισαν το σκοτεινά σημεία. Ωστόσο, ένα μεγάλο περιθώριο κυκλώνει εφιαλτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα περιθώριο με χιλιάδες φωνές και ρίζες. Στα πεζοδρόμια της Νέας Υόρκης, στα προάστια του πάλαι ποτέ βιομηχανικού Ντιτρόιτ, στ΄ανοιχτά της απέραντης ενδοχώρας οι αφροαμερικάνοι συνιστούν το διαχρονικό όρυγμα στ΄όνειρο. Βυθισμένοι στα γκέτο τους διαμορφώνουν έναν ολόκληρο κόσμο. Η διασπορά τους,  το κοινό τους όραμα, ο αναστεναγμός και οι δικοί τους κώδικες δίνουν υπόσταση σε μια συλλογική συνείδηση, ικανή να σταθεί αντιστρόφως ανάλογη με τις ευκαιρίες που τους αναλογούν. Η εξίσου συλλογική τέχνη που αναπτύσσεται στα περιθωριοποιημένα προάστια των κοσμοπόλεων συνιστά μάρτυρα και απτή απόδειξη της ενιαίας μορφής που λαμβάνουν τα πράγματα.

Είναι τόσα τα πρόσωπα της Αμερικής. Τόσες οι εκδοχές και τα πάθη της. Στον καιρό των θορύβων ολόκληρη  η χώρα κλυδωνίζεται απ΄τους τελευταίους σπασμούς μιας παράδοσης που φθίνει, ενός απατηλού ονείρου. Τώρα το ζητούμενο δεν είναι άλλο από εκκωφαντικές κατασκευές και καινούρια αφηγήματα. Οι πύργοι που όλο ψηλώνουν, το πλήθος που σκορπιέται σε φόνους, έρωτες, δουλειές και θάνατο, οι απωθημένοι άνθρωποι, τα οράματα και τα φαντάσματα που επιστρέφουν ξανά, μονοπωλούν το ενδιαφέρον του καιρού.

Έτσι λοιπόν, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια, πως ολότελα φυσικά, σαν τους στίχους του θρυλικού Ο΄Σάλιβαν στο μακρινό 1971, πως το πρόσωπο της Αμερικής δεν είναι εκείνο του απερχόμενου Μπάρακ ή του Πάρκερ στα υπόγεια της Νέας Υόρκης. Δεν είναι ένα σπασμένο κρίνο στα στενά του Μπρονξ ή μια πρόζα στην αυγή του Σαν Φρανσίσκο. Δεν είναι ένα ποίημα ανάμεσα σε λάστιχα και εργοστάσια, δεν είναι το κρεμασμένο παιδί πλάι στο ποτάμι. Δεν είναι κάποιος που είχε έστω για μια φορά το κυριολεκτικό δικαίωμα στο χρώμα.

Με άλλα λόγια, το πρόσωπο της Αμερικής δεν είναι όλα αυτά τα πράγματα. Αυτά είναι αποθέματα από όσα λογάριασε για σκουπίδια του εκείνος ο πολιτισμός που σήμερα καταρρέει, διεφθαρμένος, παθητικός, σκληρά παραμορφωμένος. Δεν έχει θέση, λοιπόν το μαύρο μες στη μεγάλη, αμερικανική μοναξιά που όλο πυκνώνει, ακόμη και τώρα με το όνειρο χαλασμένο να μην αξίζει τίποτε πια στα σπουδαία χρηματιστήρια. Αυτό το σκοτάδι που λάμπει με φως εκατό κεριών σ΄ολόκληρη την αμερικανική χώρα δεν είναι διάστημα χωρίς συναίσθημα. Είναι η αντανάκλαση που ρίχνει στ΄αλήθεια ένα αχνό, χρυσαφένιο φως στο διάχυτο σκοτάδι που σκεπάζει εδώ και δεκαετίες το μεγάλο δρόμο 66. Είναι τα σίγουρα τείχη για να ζήσουν όπως πάντα τα ανεπιθύμητα παιδιά μας.

Τελευταίοι στίχοι από την μπαλάντα του Emmet Till, του νεαρού που λιντσαρίστηκε βάναυσα το 1955, επειδή έδειξε ενδιαφέρον για μια λευκή κοπέλα. Στίχοι γραμμένοι από την Αφροαμερικανίδα G. Brooks που αφιέρωσε μεγάλο μέρους του έργου της στην υπηρεσία του συλλογικού σκοπού. Τα δικαίωματα των μαύρων κοινοτήτων τέθηκαν στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντός της, καθιστώντας την μία από τις πιο ενεργές παρουσίες ανάμεσα στις επιδραστικότερες, καλλιτεχνικές μορφές της εποχής. Ο Χιουζ και η πόλη των δικών του ποιημάτων ενέπευσαν την Brooks εντείνοντας τον κοινωνικο-πολιτικό ακτιβισμό της στην κατεύθυνση μιας δίκαιης κοινωνίας χωρίς διακρίσεις και γκρίζες ζώνες. Εκείνη η μπαλάντα, τραγουδά,

μετά τον θάνατο,
μετά την ταφή,

Η μητέρα του Έμετ είναι όμορφη,
το χρώμα της είναι εκείνο του ζαχαρωτού,
μένει σ΄ένα κατακόκκινο δωμάτιο
και απολαμβάνει τον καφέ της,
Φιλά το νεκρό παιδί της
και λυπάται.
Λυπάται
πέρα από τους κατακόκκινους λειμώνες,
πέρα από πύργους σκοτεινούς
και ανέμους.[±¥]

 


[±¥]“The Last Quantrain of the Ballad of Emmett Till”, Gwendolyn Brooks, Northon Anthology

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις