Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Ένα (1)

sotirellos15.1.18
favicon

Ένα, ο αριθμός που μπορεί να διαιρεθεί με τον εαυτό του ενώ πολλαπλασιαζόμενος με τους υπόλοιπους τους αφήνει ανεπηρέαστους.

Καθόταν πίσω από τον πάγκο, με το τσιγάρο στα δάχτυλα σαν φυσική τους προέκταση, επικυρώνοντας δελτία. Έμοιαζε με κυβερνήτη κάποιας διαστημικής κάψουλας πλαισιωμένης με λάμπες φθορίου και φωτεινούς, ψηφιακούς πίνακες που διέσχιζε το σύμπαν. Όλα γύρω παρέμεναν αναλλοίωτα, εκτός από τη ροή των αποτελεσμάτων. Ήταν ίσως το μοναδικό μέρος που μπορούσα να βρω γαλήνη, ούτε το σπίτι, ούτε τα μπαρ με τα ζηλόφθονα της ζωής ναυάγια κατάφερναν να με απομακρύνουν από τις έγνοιες. Μόνο εδώ ο χρόνος απουσίαζε και η τυχαιότητα της ύπαρξης αποτυπωνόταν στους αναρίθμητους συνδυασμούς ενδεχομένων.

Υπήρχαν πολλές φυλές που κατασκήνωναν στα σπλάχνα του. Οι εθισμένοι, οι αργόσχολοι, οι συνταξιούχοι,οι Φιλιπινέζοι, τα πιτσιρίκια, οι αμετάκλητα απελπισμένοι. Όλοι με το ίδιο βλέμμα σφηνωμένο στις κόγχες, μια πέτρινη αντανάκλαση αγωνίας με ένα δειλό, αδιόρατο σπινθήρισμα ελπίδας έτοιμο να ξεχυθεί σαν άλογο του ιπποδρόμου. Όσο εκείνο ήταν προσηλωμένο στους φωτεινούς πίνακες που κλήρωναν τους αριθμούς τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τους αποτραβήξει. Τι κι αν η παρτίδα φάνταζε εκ των προτέρων χαμένη, για τους περισσότερους αυτό ελάχιστη σημασία είχε. Μέχρι να αποχωρήσουν με το κεφάλι σκυμμένο διέθεταν τουλάχιστον ένα καλό λόγο να ονειρεύονται, να αισιοδοξούν, να αποκόβονται από τη ρουτίνα που το νήμα της θα ξανάπιαναν βγαίνοντας.

Τα βράδια που τα συνοικιακά ελντοράντο έκλειναν, οι νέον μαρκίζες τους παρέμεναν αναμμένες. Επίτηδες, θα λεγες, για να εξάπτουν τα πάθη και να φουντώνουν την ψυχή. Το εμπόριο ψεύτικων ελπίδων άλλωστε γινόταν πάντα ευπρόσδεκτο σε μια πόλη ισοπεδωμένων προοπτικών. Ό,τι έμενε με το πέσιμο της νύχτας να διατηρεί τον ερωτισμό της ήταν τα φώτα του περιθωρίου.

Το τσιγάρο σιγόκαιγε στα δάχτυλα του σαν φυσική τους προέκταση, η καύτρα έπεφτε τεμπέλικα στο τασάκι και γω την παρατηρούσα ταξιδεύοντας στα θολά στιγμιότυπα της χθεσινής νύχτας. Την είχα ξανασυναντήσει, στα νιάτα της μάλλον την έκανες όμορφη, αλλά ο,τι είχε αφήσει ο χρόνος στο πέρασμα του ήταν ένα σύμπλεγμα ρυτίδων και ένα μόνιμο σπινθήρισμα τρέλας εντυπωμένο σαν χρόνια αναπηρία στον αμφιβληστροειδή. Τι και αν με είχε ακολουθήσει δύο φορές στο κρεβάτι, κάθε που με ξαναέβλεπε αδυνατούσε να με θυμηθεί. Καθισμένη στο διπλανό σκαμπό βρήκε πάλι ένα φτηνό  πρόσχημα να ανοίξει κουβέντα. Δυσκολευόμουν να καταλάβω αν έπαιζε θέατρο, δεν κατάφερνα να εντοπίσω την αλήθεια πάνω στο ακανόνιστο, ελαττωματικό βλέμμα της που τρεμόπαιζε σαν μπάρα αλογόνου. «Πως σε λένε;», «με τι ασχολείσαι;», «που μένεις;», κάπου στην πέμπτη ερώτηση αποχώρησα γνωρίζοντας προκαταβολικά την άγευστη συνέχεια.

Πήρα το αυτοκίνητο τύφλα στο μεθύσι και ανηφόρισα την Πάρνηθα. Ο μόνος τρόπος που μπορούσε να σου φανεί ωραία αυτή η πόλη ήταν να την ατενίσεις από ψηλά το βράδυ με τα φώτα να απλώνονται σαν ιστός γιγάντιας αράχνης. Αγόρασα τις μάρκες από την υποδοχή του καζίνο και πήγα στη ρουλέτα, τις έβαλα όλες στο ένα, ξανά και ξανά, μέχρι να τις χάσω όλες. Ένα: ο αριθμός που διαιρείται με τον εαυτό του και αφήνει ανεπηρέαστους εκείνους με τους οποίους πολλαπλασιάζεται. Στο γυρισμό κόντεψα να τρακάρω, οι ειδήσεις μετέδιδαν τις τελευταίες εξελίξεις από το τρομοκρατικό χτύπημα ακραίων ισλαμιστών στη Νίκαια, ξύπνησα το επόμενο μεσημέρι με τη λεκάνη της τουαλέτας αγκαλιά…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία