Σελάνα Γραίκα, Ιερό χτυποκάρδι

greca8.1.18
fav-3

« Στο τέλος θεώρησα ιερή
την αταξία του νου μου»
Α. R.

Δεν γίναμε ομάδα,
στο σώμα μας δεν δράσαμε, ποτέ
δεν είχαμε φυλλάδες
ούτε κληθήκαμε σ’ επιτροπές·
δεν προβάλαμε απ’ το στόμα
το έργο μας· κι ούτε ποτέ
γνωρίσαμε κανένα,
καθένας μας στη μοναξιά
δουλεύοντας, απ’ όμοια
συγκλονισμένα περιστατικά,

άτομα της μοναξιάς
και της ταλαιπωρίας
-με την καυτή εμπειρία-
ήρωες, που ξεντύθηκαν
την όποια υπόστασή τους
να βαπτισθούν, στο θάμπωμα
της μυθικής χροιάς.

Διαβάζεται ο στίχος μας
ως υμέναιος αναπνοής
με τον παλμό καρδιάς.

Μόνον θανή· και μόνον ζήση
κι ενάντια και πλέρια,
δέσμες ολόκληρες φωτός
από λέξεις τρυφερές
ανέγγιχτες ακόμα,

να αλλοιώνουν τη μορφή
όπως εκείνη, που κοιτάξαμε
μπρός σε κοίλους καθρέφτες·
μ’ ευπάθεια να δακρύζουμε
ομαδικά,
μια υποδόρια φλέβα ευαισθησίας
ύπαρξη της πηγής ή της πληγής·

μία πληγή που την αγγίξαμε
και ντύσαμε την κραυγή μας,

θαφτήκαμε ζωντανοί
στα σπλάχνα του βουνού
κατοικήσαμε σ’ ερείπια
σ’ αίματα κολυμπήσαμε,
σ’ ένα σπασμό του νου
από του λίκνου, ως φέρετρο

ο θόρυβος της υπαρκτής ζωής
θα έχει κατακάτσει,
η μελωδία των μυστικών φωνών
-άγνωστο αν θύτες
ή θύματα κι αυτοί-
χωρίς συνείδηση θα υποτάσσουν
ή θα υποτάσσονται
στα μάτια όλων αυτών
που μ’ είχαν συναντήσει.

Θα έπρεπε, κάπου, να διοχετευτεί η Οργή.

Να σηκωθεί, να κάτσει.
Και πάλι ξανά να σηκωθεί·
κι ύστερα ξανά να κάτσει.
Κάθε φορά, νομίζοντας,
πως θάναι η τελευταία,
κι έτσι πάντοτε, ωσότου ξημερώσει.

Να μην μπορώ, να υποφέρω
τον εαυτό μου·
να ξεσκίζω τις σάρκες μου
αιμάτινη, πηγαία, θερμή·

να διοχετεύω τον φόβο μου
φυτεύοντας μία μηλίτσα

να κοιμάμαι,
————-κοιμάμαι,
———————–κοιμάμαι

σε μία πρωτόγονη κατάσταση του νου,
να μην αγαπάω κανένα
μόνο σειρές από πανιά,
στρογγυλά, φουσκωμένα.

*

©Σελάνα Γραίκα

φωτο: Στράτος Φουντούλης

 

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση