Παυλίνα Παμπούδη, δύο από τις «40 κάπως παράξενες ιστορίες»

Η ΜΙΣΗ ΚΟΤΑ
Την εποχή της κρίσης (η οποία δεν έμεινε στην ιστορία ως «Εποχή της Κρίσης», διότι η «Ημέρα της Κρίσης» είχε προλάβει να προηγηθεί, τουλάχιστον ως αναγγελία κατά τις Γραφές, διεκδίκησε τα πνευματικά δικαιώματα της εμπορικής ονομασίας και κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα), την εποχή λοιπόν αυτής της ψευδεπώνυμης κρίσης, ζούσε κάπου ένας αγρότης χωρίς αγρό.

    Ήταν πολύ φτωχός, τόσο φτωχός που δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ψωμί και αναγκαζόταν να νοικιάζει. Είχε κληρονομήσει από τον παππού του το ½ εξ αδιαιρέτου με την Εφορία ενός αυθαίρετου, τόσο αυθαίρετου που δεν είχε ούτε πρόσοψη ούτε κάτοψη, τόσο μικρού, που τον χωρούσε μόνο προφίλ. Πίσω δε από αυτό το μικρό αυθαίρετο, είχε καταφέρει να χτίσει, με πλίνθους από πεπιεσμένους λογαριασμούς κοινής ωφελείας άλλο ένα, πιο μικρό και πιο αυθαίρετο. Εκεί φιλοξενούσε μισή μεσόκοπη κότα, την Ερνεστίνα δηλαδή Τίνα, που την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, και την είχε τόσο στριμωγμένη που του γεννούσε αβγά σε σκόνη.
    Αυτή η μισή κότα, η Τίνα, ήταν μισοπάλαβη: άκουγε κατά καιρούς από τη μεσοτοιχία μισόλογα για την κρίση που την οδήγησαν πρώτα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και, αμέσως μετά, στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως ο θεός είναι μεγάλος, καθώς και ο κόσμος. Οπότε, μισοαποφάσισε να δραπετεύσει και να πάει να τους βρει.
    Θα δυσκολευόταν βεβαίως αφάνταστα να τρέξει φτεροκοπώντας προς την ελευθερία μόνο με ένα δεξί πόδι και μια δεξιά φτερούγα – αυτό όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου της, αλλά με το αριστερό που δεν υπήρχε.
    Έτσι, κατάφερε και έκανε μισό πήδημα μαζί με μισό φτεροκόπημα και, μετά, αντί να συνεχίσει την προσπάθεια να απομακρυνθεί από το αυθαίρετο, στάθηκε, αφαιρέθηκε και τσίμπησε μισό σκουλήκι που βρήκε μπροστά της.
    Όταν μισο-κατάπιε, αφαιρέθηκε πάλι και ονειροπόλησε για λίγο. Θυμήθηκε έναν νεαρό κόκορα που – και μια γαβάθα καλαμπόκι πώς – και τα πούπουλα της μαμάς της όταν-.
    Μετά, έκανε πάλι μισό πήδημα με μισό φτεροκόπημα και μετά αφαιρέθηκε ξανά κι άναψε τσιγάρο, παρόλο που το είχε κόψει.
    Ύστερα από μισό μήνα κατέληξε σ’ ένα στενόχωρο ψητοπωλείο που πουλούσε, λόγω κρίσης, μόνο μισές κότες.
Ηθικό δίδαγμα: Αν δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα συλλογισμό και να διαχειριστείς ορθά την κρίση σου, κάτσε καλύτερα στ’ αβγά σου.
(Η πρώτη μορφή του διηγήματος είχε περιληφθεί στο βιβλίο ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, Κέδρος, 1999.)

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ προχωρούσε στον χωματόδρομο χοροπηδώντας και κλωτσώντας τα πετραδάκια. Από το πρωί εξερευνούσε την περιοχή γύρω απ’ το καινούργιο σπίτι. Ωραία ήταν. Είχε ανακαλύψει ένα άχτιστο οικόπεδο γεμάτο λάστιχα και παλιοσίδερα, ένα μεγάλο δέντρο που μπορούσε να σκαρφαλώσει πάνω του και να δει μέχρι πέρα, στο λιμάνι, είχε παίξει και κυνηγητό μ’ ένα κίτρινο σκυλί. Τώρα επέστρεφε, είχε αρχίσει να πεινάει.
    Ο Ιωσήφ ήταν έξι χρονών -εδώ και πενήντα χρόνια ήταν έξι χρονών.
    Οι γονείς του μόλις είχαν πάλι αλλάξει σπίτι και πόλη. Τον παρουσίαζαν πλέον ως εγγονό τους, αν και ο Ιωσήφ εξακολουθούσε να τους φωνάζει μαμά και μπαμπά. Αυτός δεν είχε κανένα πρόβλημα. Κάθε φθινόπωρο έκανε καινούργιους φίλους, μάθαινε να διαβάζει και να γράφει, δυσκολευόταν λίγο στην αριθμητική, έδειχνε ιδιαίτερη επιδεξιότητα στη ζωγραφική και καμία κλίση στα σπορ. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι, και συγκεκριμένα μετά την πρώτη του βουτιά στη θάλασσα, έχανε τους πέντε πόντους που είχε ψηλώσει κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ξεχνούσε ό,τι είχε μάθει κι άρχιζε πάλι να συμπεριφέρεται σαν αυτό που ήταν: ένα ανέμελο, χαρούμενο παιδί έξι χρονών. Την τρίτη φορά που συνέβη αυτό, οι γονείς του κατέφυγαν σε κάποιον παιδοψυχολόγο ο οποίος, αφού εξέτασε τον Ιωσήφ προσεχτικά, αποφάνθηκε ότι ήταν απολύτως φυσιολογικός για την ηλικία του, και με αρκετά υψηλό δείκτη ευφυΐας. Τον επόμενο χρόνο, αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να μετακομίσουν σε κάποια μεγαλύτερη πόλη γιατί, αφενός δε δέχονταν πια τον Ιωσήφ στην πρώτη τάξη του παλιού του σχολείου, αφετέρου είχαν αρχίσει οι γείτονες να τους κοιτάζουν περίεργα. Η κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Όλοι οι παιδοψυχολόγοι, καθώς και οι παιδίατροι διαφόρων πόλεων που κλήθηκαν κατά καιρούς να εξετάσουν τον εξαετή Ιωσήφ αποφαίνονταν ότι ήταν ένα υγιέστατο παιδάκι και μάλιστα δεν μπορούσαν να καταλάβουν πού ήταν το πρόβλημα.
    Καθώς ο Ιωσήφ πλησίαζε τώρα στο καινούργιο του σπίτι, άκουσε να τον φωνάζουν: «Ιωσήφ! Είσαι ο Ιωσήφ;»
    Στην πόρτα τον περίμεναν δυο κοινωνικοί λειτουργοί. Η πιο κοντή του χαμογέλασε καλοσυνάτα, τον χάϊδεψε στο ακούρευτο κεφαλάκι και τον πήρε από το χέρι. Θα τον οδηγούσε στο ίδρυμα και από εκεί θα τον έστελναν σε ανάδοχους γονείς. Τα είχαν ρυθμίσει όλα οι υπέργηροι κηδεμόνες του πριν αναχωρήσουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο παράξενο σημείωμα που είχαν αφήσει αναγνώριζαν ότι το πρόβλημα το είχαν αυτοί και, κατ’ επέκταση, όλοι οι άλλοι που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο συνέχιζαν να μεγαλώνουν, να μαθαίνουν διάφορα άχρηστα πράγματα και να γερνάνε.
***

© Παυλίνα Παμπούδη, από τις “40 κάπως περίεργες ιστορίες”
Μια συλλογή σαράντα μικρών αφηγημάτων, παλιότερων και καινούργιων, στην οποία περιλαμβάνονται: επτά «μυθιστορήματα» μπονζάι, ένας παράξενος μονόλογος, ένας ακόμα πιο παράξενος μονόλογος σκύλου, μερικοί εξωφρενικοί μύθοι με σοβαρά ηθικά διδάγματα, αρκετά nonsense «παραμύθια», ένα διήγημα «νουάρ» κ.ά.
Όλα αυτά σε πολύ μικρή φόρμα και όλα –το καθένα με τον τρόπο του– κάπως περίεργα, διασκεδαστικά, απροσδόκητα, ανατρεπτικά.

Υποψήφιο μικρής λίστας για τα βραβεία του περιοδικού Αναγνώστης 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία