Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Το νησί

sotirellos18.12.17
favicon

Θα μπορούσα να μείνω για πάντα στο νησί. Αρκεί να μην με έπαιρνε ο ύπνος, ή ίσως να μην ξυπνούσα ποτέ από αυτόν.

Το ξενοδοχείο μου ήταν ένα σύμπλεγμα τσιμεντένιων κυψελών, χτισμένο σε σχήμα πυραμίδας, πάνω σε μια άγονη ακτογραμμή που την χάιδευαν τεμπέλικα τα κύματα του Ατλαντικού.

Χάζευα που και που τα αραγμένα στον προβλήτα κρουαζιερόπλοια. Οι επιβάτες ξεμύτιζαν σποραδικά στα ιδιωτικά τους μπαλκόνια, με τα πλέξιγκλας στηθαία, κρατώντας ποτήρια με σαμπάνιες και εξεζητημένα κοκτέιλ. Δεν τους είχαμε δει ποτέ στη στεριά, μα τους φανταζόμασταν να χλαπακιάζουν αστακούς, τρούφα Φλωρεντίας, κόκκινο χαβιάρι και να επιδίδονται σε αχαλίνωτα όργια πάνω στα τεράστια υπερπολυτελή καθιστικά.

Τα δικά μας όνειρα μας εξασφάλιζαν ταξιδιώτικα πακέτα δεύτερης διαλογής με παραστάσεις που είχαμε συλλέξει από τις γυαλίστερες σελίδες λαικών περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας. Εικόνες που φευγαλέα είχαμε αντικρίσει σε χώρους αναμονής κομμωτηρίων, δημοσίων νοσοκομείων ή- οι πιο ψαγμένοι από μας-του προσωπικού μας ψυχαναλυτή…

Κι όμως τι σημασία είχε άραγε; Όσο η Σύλβια μου κρατούσε το χέρι και ατενίζαμε μαζί το σημείο του ορίζοντα που ο λευκός, πεντακάθαρος θόλος του ουρανού ενωνόταν με τον ωκεανό, ήμουνα καλά.

«Που θα καταλήξουμε άραγε αν τραβήξουμε μια νοητή γραμμή και μεταφερθούμε εκεί που αναδύεται ξανά η στεριά;».

Με ρώτησε.

«Στην Ισλανδία ίσως».

«Υπάρχει άραγε απευθείας σύνδεση από το νησί;».

«Ότι θέλουμε υπάρχει, δικό μας είναι το όνειρο».

«Όχι», μου απάντησε σχεδόν θιγμένη. «Ο καθένας ζει μες στο δικό του όνειρο, το ότι συναντήθηκαν αποτελεί μια κωμική σύμπτωση». «Μα νόμιζα…», «Ότι σ’ αγαπώ;», συμπλήρωσε τα αποσιωπητικά μου με ένα πνιχτό γέλιο. « Χαζέ, ακόμα δεν έχεις καταλάβει ότι ξυπνάμε από το όνειρο μας όταν επιχειρήσουμε να εισβάλουμε σ’ εκείνο του αλλουνού!».

Μάζεψα την επόμενη μέρα τις αποσκευές μου και τράβηξα για το μεγάλο λιμάνι στην απέναντι άκρη. Εκεί δεν υπήρχαν ξενοδοχειακές μονάδες, ούτε τουρίστες, παρά μόνο εργατικές πολυκατοικίες, φορτηγά αγκυροβολημένα στο λιμάνι και σαπιοκάραβα έτοιμα για κοπή. Στους δρόμους περιφέρονταν πουτάνες, τοξικομανείς, ναυτικοί, μετανάστες, αλκοολικοί και απόκληροι. Τα περισσότερα μπαρ ήταν υπόγεια, ευωδίαζαν κάπνα, κλεισούρα και χαλασμένα χνώτα. Ανάμεσα στους θαμώνες περιφέρονταν σκελετωμένες από το όπιο οι πεταλουδίτσες που τα δόντια τους θύμιζαν τα πλήκτρα κάποιου ξεχαρβαλωμένου πιάνου που το έτρωγε η υγρασία και το σαράκι. Ερμαφρόδιτα κολεόπτερα πασαλειμμένα με φτηνό κραγιόν και παροπλισμένοι θαλασσόλυκοι. Σμίγαν οι καπνοί με τα πατσουλιά καθώς πίσω από τα πολυκαιρισμένα βερμούτ καμάρωνε η ασπρόμαυρη φωτογραφία των παικτών της Πορτοσαντένσε που τώρα είχαν γίνει ένα με τις μικρές αόρατες δίνες της σκόνης που χόρευαν στην ατμόσφαιρα και γλιστρούσαν μέσα από τις χαραμάδες.

Δεν συνάντησα εκεί την Σύλβια, ούτε και εκείνη ήρθε να με βρει. Τα πρωινά, αποσυρμένος στο ξενοδοχείο, συναντούσα το νοητό νήμα του βλέμματος της στον άδειο ορίζοντα, και όσο και αν προσπαθούσα να κοιμηθώ, ή ίσως να ξυπνήσω από το όνειρο, δεν τα κατάφερα ποτέ…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία