Έκτωρ Πανταζής, Δρυόφυλλα στο ρέμμα του νερού

pantazis14.12.17
fav-3

Κρατούσα λέει στο όνειρο από τη σπασμένη του φτερούγα τον λαβωμένο μαυροκότσυφα για να μου ψάλλει το χερουβικό και τα βαγγέλια της παιδικής μας μνήμης, τότε που δωδεκάχρονοι χανόμαστε σαν καταχνιές μέσα στις ρεματιές να στήνουμε παγίδες στους φτερωτούς μας φίλους, μέχρι που κάναμε φτερά.

fav-3
Λέξεις από τον ακάλυπτο ύπνο

Πόσο απλώνεται ο πόνος πόσο είναι λίγο
τα χίλια χρόνια να χωρέσει
Πόσο είναι λίγες και μικρές οι κωμοπόλεις δυτικά
και πόσο ποτάμια και φαράγγια στενά
για να σηκώσουν τη βουή του πόνου

Πόσο είναι εύκολο να σε πικράνουν
πόσο ένα τσάχαλο χαλάει τη μέρα

Στον κόρφο της βελανιδιάς
με το πυκνό σκοτάδι
απτόητος θα ακοντίζω από ψηλά τις προφητείες
που μηνύουν φύλλα πουλιά
ώ οι οιωνοί για όλους δεν είναι
Πρέπει κι εμείς να ρίχνουμε την οργή
κάπου το δισύλλαβο μένος
κάπου το ξέσπασμα
ό,τι μας εχθρεύεται τη γλώσσα του να καταπιεί

Ένα πεφταστέρι σβήνει τη φωτερή γραμμή του στη σκούρα λίμνη

Αρχαίε φίλε που κυνηγάς τον τάρανδο με το ένα
κέρατο
πόσα μερόνυχτα σου πήρε να τον φτάσεις;
Σταμάτησες σαν έφτασες στη ρεματιά
τη φαρέτρα σου να σιγουρέψεις
ο ήλιος έγερνε στα πέρα βουνά
η νύχτα έπεφτε πάνω στον αρχαίο κόσμο

Γρήγορα τίναξες το ξινάρι και μπήχτηκε
στο σβέρκο
Φύλαξες όλη νύχτα το ζεστό κορμί του
Με το πρωί φύσηξες την κόρνα.

Όμως εγώ τώρα σε βλέπω ένα με το κοκκινόχωμα
ενωμένο
Την αιχμή κρατώ στα χέρια αστροπελέκι.

fav-3
ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΜΕ ΣΒΟΥΝΙΕΣ ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΕΣΗΜΕΡΟ

Χνούδι λεύκας χιονίζει ακατάπαυστα
διαβαίνει κυματιστά μια αχεροντία, ποιος άδης;
εδώ είναι κακουργιοδικείο τόπος όπου συνθλίβουν.
Σίφουνας κουρελιάζει ένα νέφαλο που ξασπρίζει
λιώνουν τα ρούχα σαν χιόνι
σκοτεινιάζουν τα μαλλιά
κρύα φύλλα σαπίζουν χωνεύονται
λαίμαργα ζωντανά σκορπούν στην θαμνοπλαγιά
ο κάμπος είναι γεμισμένος καφετιά νερά
Ξεφουρνίζει η μαυρομαντηλούσσα ψωμί
αχνίζουν τα ταψιά σαν αγιασμός
θα περάσει μια σιδερένια νύχτα
λέξεις σκληρές φέρνει ο άνεμος,
συμμετρικά του θανάτου λιθάρια
κανένα δεν γράφει όνομα.
Δοκιμασία των άγρυπνων νυχτών.

Ένα γλυμμένο από τα νερά στεγνό ξύλο
αντιστέκεται στο τρελό χειμαρρώδες νερό
ξένο πουλί τινάζει τα φτερά του
πάνω από την πύλη του κοιμητήριου
η νεκρόκασα κατεβαίνει στο στενό τάφο
σβέλτα φτυαρίζουν το χώμα
επίμονος αέρας θρηνεί στα κυπαρίσσια
ο ήλιος αγνίζει σαρώνοντας τις κορυφογραμμές
σκοτεινό αγρίμι χάνεται πέρα απ τους λόφους

fav-3
Με του Θησέα τη βάρκα

Θέλω τον προκαταρκτικό λόγο όρο
μνήμη ξερολιθιά που τη συνέχουν τα κενά της
όταν χύνεται στα κόκαλα θάνατος
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις
βιβλίο είναι χωρίς γράμματα
ορισμένο για τέλος εντελώς μαύρο
Κάθομαι στο ξεραμένο και περιμένω
Το εξώφυλλο σαλιωμένο από γλοιό
γυμνοσάλιαγκα που το διέσχισε διαγώνια
χωρίζοντάς το σε δυό μισά. Μην κινηθείς θα σκιστεί.

Εσύ, σ’ έπλυνε γάλα, τόσο λευκή
όπως ταφόπλακα έτοιμη να ραγίσει μ’ έναν ψίθυρο
Αλλάξαμε όλες τις σανίδες στο σκαρί
βάψαμε τα πανιά στο χρώμα του ήλιου
άστραψε στα δυτικά καταιγίδα
και ρίχτηκε κατά πάνω μας
σφίγγει σαν χορδή γύρω από λαιμό
λες κι είμαστε στη δυσμένεια του δυνάστη
κι έστειλε το μουγκό του εκτελεστή
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις .Μην κινηθείς.
Καίμε τα αλλαγμένα σαπιοσάνιδα
μιά γλώσσα φωτιάς με μάλωσε
σαν για να με φρονιμέψει
που κάτι παράταιρο είχα σκεφτεί
γλώσσα φωτιάς με φορά προς τα κάτω
όπως ο κίονας του θανάτου.
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις. Μην κινηθείς.

fav-3
κάβος

Βουνά λόφοι ουρανός με χάλκινη φορεσιά
μιά φέτα φεγγάρι πριονίζει το Σάλφοξ Χορν
φωνές αντηχούν στην πράσινη σπηλιά
Σε κρατώ με γυμνά χέρια το κύκλωμα κλείνει
χύνονται έξω όλα τα νερά
τα ξεπλυμένα γδέρνει το φως
αηδιασμένος φυσά χαμηλά ο άνεμος
τσακίζοντας τις φτερούγες του
Μέρα που δεν είδα ουτένα αστέρι
λαμπρό κενό με συντροφεύει
το κύμα ρίχνει λάσο στα βράχια
που κοιτάζουν σαν μοσχάρια
παφλάζει στην οροφή της πράσινης σπηλιάς
το μαστίγιο της αστραπής σκίζει το βαμμένο με λουλάκι θόλο
ουρλιάζουν οι μανιασμένες σκύλες του πελάγου
ηλεκτρίζεται ο κάβος
Σε κρατώ με γυμνά χέρια το κύκλωμα κλείνει
στο φλογισμένο από την αναμονή κενό
τα μάτια μας γίνονται χρυσά.

fav-3
Σκηνή από λάστιχο

Πίσω από τα γυαλιά η εικόνα του κάδρου
ζωντανεύει,τα χρώματα αναμειγνύονται
ρέουν ένα μες στο άλλο
οι μορφές αποκτάνε φυσιογνωμία νέα
και το ερωτικό ζευγάρι αρχίζει
να επιδίδεται σε περιπτύξεις πάθους μοναδικού
η σαρκική εξάρτηση πραγματώνει τον υπαινιγμό της
Η σκηνή μοιάζει από μυθιστόρημα
ο συγγραφέας αρχίζει να ζει τις επινοημένες μορφές του
τη στιγμή που αυτονομούνται,του επιβάλλονται
με την προσωπικότητά τους
κινούν την πένα του, την υπόθεση,
τη μυθιστορηματική πραγματικότητα
Αυτό που είναι η πραγμάτωση των ιστοριών του.
Βαθύς είναι ο λάκκος.
Η ποίηση βγαίνει από το ράφι και το γλυκό
από το κουτί, για να εισέλθει στην πραγματικότητα
όπως η πραγματικότητα στη σκηνή.
Βαθύς είναι ο λάκκος.
Ο καλλίτερος τρόπος να υπαινιχτείς
και να μείνει ανεξίτηλο. Μην το πεις.
Δώσε την περιοχή του. Τέτοιος ο τόπος της τέχνης.
Χτίσε όλη την αθάνατη ψυχή
του ήρωά σου. Κι αν έπεσε, μεγάλως έπεσε.

Κι αν έπεσε μεγάλως έπεσε.
Μην σε ξεγελούν τα πετροδόλαρα
τα λουλούδια αν αρνούνται ν ανθίσουν
κορίτσια ,λυγερές χορεύτριες
ανθίζουν στο μίσχο τους
αίσθηση φαντασμαγορίας σκότος κυκλοτερές
κύκνοι στο μαύρο κύμα
κάτω από προβολείς στο στόμα φωτεινού κύκλου
η ζωή παγώνει
Βουνά θρυμματίζονται από το μαστίγιο της αστραπής
Η θάλασσα δαρμένη σκύλα ουρλιάζει στα βράχια
Την ώρα του τυφώνα η καταιγίδα μοιάζει χαμόγελο
Η καρδιά δεν είναι βούτυρο που λιώνει
Πίσω από τη γυάλα η εικόνα του κάδρου ζωντανεύει.
Δώσε την περιοχή του.

fav-3
Άλογα στο ριζό

Το βουνό με το λοξό φως του φεγγαριού
μοιάζει μαχαιρωμένο θεριό
που σφαδάζει μες στη νύχτα
Κάπου ακούγεται ένας γκιώνης
Κάπου τα άλογα με τεντωμένα αυτιά
αναμένουν την ταγή
Γυρίζουν τους λαιμούς τους όταν ρίχνω το φακό
Ευχαριστούν με τα μεγαλωμένα τους μάτια
καθώς τους μοιράζω το σανό
Ο γκιώνης συνεχίζει το επίμονο κάλεσμα
Η νύχτα προχωράει ακάθεκτη προς το μεσονύχτι
Όλο και πιο μουσκεμένο το μαύρο της
περονιάζει το κορμί
Δεν είναι γι αυτό που ανατριχιάζω
Πίσω μακριά ουρλιάζουν θρύλοι
Καλπάζει ο Κωσταντής φέρνοντας αρετή απ τα ξένα
Σχίζει το ανατρίχιασμα κάμπους βουνά σκίζει τη νύχτα
σκίζει την πλάκα που ανατριχιά πως τα τον εσκεπάσει.
Με αυτό το υλικό είμαστε χτισμένοι άλογα στο ριζό.

fav-3
ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΚΑΙ ΤΑΦΗ

Η κορδέλα των βουνών, κορφές χιονισμένες
χάντρες από μαργαριτάρι στραφτοκοπάνε
περασμένες αιθέριο νήμα στον ουράνιο λαιμό.
Αμφιθυμία βαθιά στο σύνορο
μπαίνουμε στη μεθόριο.Διασχίζουμε χωράφια
κιτρινόμαυρα ηλιοτρόπια ώς πέρα
εδώ εκεί λοφίσκοι φαλακροί, γουλί σαν νεοσύλλεκτοι
φαντάροι που τους έχουν κουρέψει με την ψιλή.
Κι εκεί διέκρινα την πόλη σου
φάνταξε εκτεταμένη ,αρμονισμένα
είχε τα σπίτια με τους κήπους που με προϋπαντούσαν.
Είμαι ένας λύκος, για την ακρίβεια μονόλυκος,
μόνο που εξελίχτηκα σε σκύλο αδέσποτο
κυνηγάω την ουρά μου, το νέο μου αφεντικό
πιστός ακόλουθός της,
στις σκοτεινές γωνιές των νοσοκομείων οσφρίζομαι
το θάνατο. Φυτεύω ένα κυπαρίσσι λόγχη ζωντανή
να φρουρεί τον τάφο. Χαράσσω επίγραμμα
να το συλλαβίζουν οι χειμώνες με κρυστάλλινα χείλη
φωνή νεκρού.
Το ηλιοτρόπιο παραχώνει τους σπόρους του,
μην εκτίθενται σε άσπλαχνα βλέμματα.
Αριθμώ το είναι. Το είναι πλήθος; Το είναι μονάδα;
Είναι και δεν είναι. Τίποτε απ τα δυό. Και τα δυό.
Η αλήθεια έχει τις πηγές της στη στέρνα της λήθης.
Το επίγραμμα είναι η φωνή μου
εγώ, είμαι ο νεκρός.
Τα αγάλματα ανοίγουν τα πέτρινα μάτια τους.

*

©Έκτωρ Πανταζής

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση