Αργυρώ Πατσού, Συνείδηση Ερμαφρόδιτη

patsou7.12.17

fav-3

Το ΟΛΟΝ: Κοίτα τον γερακόφτερο στ’ ασέλωτο το καθαρόαιμο απάνω που καλπάζει! Κόπασε η μάχη, μα η πολεμόχαρη κραυγή στα χείλη δεν κοπάζει.

Απ’ το σπαθί του εχθρός δεν γλίτωσε, και στις ανακωχές, με γέλιο στεντόρειο, προκλητικό, με πηδηξιές σπαθίζει τους αγέρες. Μηδέ νογάει φόβο Θεού·μέρα δεν πέρασε που να μη βλαστημήσει.

Σα να ’ταν θάλασσες βουτάει στα γκρεμνά· βαθιά η σιγουριά, πίσω απ’ την αποκοτιά, πως άθικτος θα μείνει.

Ώς και τον έρωτα τον έχει γι’ αναμέτρηση. Πόσες φορές δραπέτευσε μέσα από κορμιά χιλιοκαταραμένος! Αγέρωχος μπηγότανε στη γη κι έμενε μέσα της ασύσπαστος όλη νύχτα.

Τσάμπα τ’ αγαποβότανα που βράζουν στα καζάνια. Τσάμπα ασημώνουνε τις μάγισσες ν’ αλλάξουνε τη μοίρα. Απηύδησαν οι αγαπητικιές, δέρνονται στους καθρέφτες. Μήτε η εικόνα του δεν λέει να πιαστεί μες στον αυνανισμό τους. Τσάμπα δασκάλους φέρνουνε γράμματα να τον μάθουν. Οι αράδες μένουν στα χαρτιά κι αυτός δεν μένει πουθενά. Δεν είδα –μα την πίστη μου– πιο άκαμπτη ψυχή μες σε πιο σβέλτο σώμα. Αλήθεια, τονε ξέρεις;

Η γυναίκα: Τον ξέρω ώς τ’ ακροδάχτυλα! Είμαι η ιερακοτρόφος του. Είμαι η γη που τον αναβαπτίζει. Είναι ο άνδρας των κυττάρων μου. Στη μήτρα μέσα υποχώρησε για να πλαστεί η γυναίκα.

Το πρόσταξαν οι ουρανοί! Οι ουρανοί το γνώριζαν! Πως ένα τόσο όμορφο, τόσο ατόφιο είδος, δεν θα επιβίωνε παρά μονάχα ανεστραμμένο. Σ’ ένα ιώβειο άθυρμα η βλαστήμια αντισταθμίζεται κι απ’ την ακροβασία μου ο αγαπημένος μου στεριώνει. Τους θύτες μου προλάβαινε, με λύσσα τους λιντσάριζε, σαν όπως άρμοζε σε καταπατητές της γης του. Τα θύματά του ξέπνοα, στο χώμα αραδιασμένα, κήδεψα μ’ όλες τις τιμές, σε σπείρες διαταγμένα, σαν όπως άξιζε σ’ αυτούς που ξέκανε τ’ αγαπημένο χέρι. Κι αν είμαι απόψε υπόλογη γι’ αυτό το μακελειό, μες σε λυγμούς για την αθωότητά του ξεσπάω. Δεν του άφησα, ψυχή μου, άλλο δρόμο.

Η γάτα πριν το καταπιεί, πουλί τραυματισμένο, άφησε στο μπαλκόνι μου τα περιττώματα του φόβου. Και σαστισμένη αποτυπώθηκα στη μνήμη ορμητικού νερού και στο μαστίγωμά του εγκαταλείφθηκα ώσπου τη σάρκα που ’ταν θάνατος με θάνατο να ξεχρεώσω. Τότε οι παρατεντωμένες μου ψυχοχορδές, στα όρια της τρέλας, την αρσενική μου αρχή εμπρός μου εκδήλωσαν προσωποποιημένη. Αμείλικτος εξίσου με τον θάνατο, να τον νικήσει ήταν αποφασισμένος. Και για να το καταφέρει, να με προστατεύει αναγκασμένος. Ανήλεα ορκίστηκε να τονε κυνηγά και στη ζωή αν κρυβότανε να τονε ξεσκεπάζει. «Στην ύστατη αναμέτρηση, όσο απόψε σε ταπείνωσε θα ’ναι ταπεινωμένος. Το λόγο μου σου δίνω, η τελευταία μαχαιριά θα σου ανήκει δικαιωματικά. Εσύ θα του τηνε καταφέρεις». Είπε και χάθηκε σα να φοβόταν πως αν χρονοτριβούσε κι άλλο θα παγιδευόταν.

Το ίδιο βράδυ ο Μάγος Ιεχουσουά συντρόφευσε τη σιωπή μου. Τη σάρκα που απόταξα έντυσε με χιτώνα.

Μα πεταγόμουνα τις νύχτες από τροχασμό. Πλάι μου, αποκοιμισμένοι οι αγαπημένοι. Πούθε έρχονταν του φύλου μου δάκρυα ανακουφιστικά; Ποιος έσμιγε μαζί μου;

Πώς με πονάει η όψη του! Πώς έμεινε, αλήθεια, τόσο νέος;

Τα χέρια πώς να στρέψω μέσα μου, πώς να τον αγκαλιάσω; Απ’ τα μακριά, τα κορακάτα του μαλλιά, απ’ το πλατύστερνο, το τριχωτό κορμί πώς τον ιδρώτα του να πιω, πώς να τον ξεκουράσω;

Έφθινε μέσα μου το ένστικτο της επιβίωσης·όλα από πάνω του τα πέταγε αυτό για ν’ ακονίζει. Πολλές φορές κινδύνεψα στην άβυσσο, μονόδρομο ζητούσα. Πολλές φορές από τα χείλη του πήρα ξανά ζωή κι απ’ την ανάσα του ξεπίκρισε μέσα μου το μεδούλι.

Το ΟΛΟΝ: Ένα σημείο χωριστικό χρόνια την άβυσσο υποδυόταν. Άβυσσος φαντασμαγορική μέσα στην ίδια την αναπνοή τραμπαλιζόταν.

Μέσα μου λιώστε απόψε. Σαν ξημερώσει τούτο το πρωί, σήκω Μονάδα. Και φόρεσε τ’ ασήμια σου, τη ρόδινη εσάρπα. Ο κόσμος την επαύριο θα έχει αλλιωτέψει. Η Κτίση θα ’ναι δεκτική, από τον ίδιο της το μηχανισμό αναπλασμένη. Και απ’ των ματιών σου τον κανθό, στην ίριδα τα ηλιοτρόπια θα ζήσουν. Σε ήλιο ερμαφρόδιτο ο ηλιοτροπισμός σου. Μονάδα κυοφορούσα τη διττότητα. Αποχωρισμέ και επανένωση. Γυναίκα που εκπορεύτηκες απ’ την απόληξή σου, αντίστροφα βιώνοντας την περιπέτεια της αφομοίωσής σου, σβήσε μες στη στοιχειακή την καθαρότητα του άνδρα που περιέχεις. Ένα ωάριο ξανά και ένα σπέρμα.

Κραυγή ακούστηκε. Συθέμελα τραντάχτηκε η γη. Στα δυο σκίστηκε η σάρκα. Μέσα στο ρήγμα σμίξανε σα δυο νερού σταγόνες. Ξέσπασε ο άγριος σε αναφιλητά, κι ίσα στα μάτια κοίταζε τον πρώτο έρωτα και τον παντοτινό της. Αυτόν που ’χε αφανίσει όλους τους εχθρούς μαζί της για να γεννηθεί, εις το διηνεκές μαζί της να γεννιέται.

*

©Αργυρώ Πατσού

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία