Ιφιγένεια Σιαφάκα, Η φταίχτρα

ifigeneia6.12.17

favicon

Άγιε Βασίλη,
Με λένε Νικολίτσα και είμαι θυμωμένη μαζί σου. Κανονικά έπρεπε να σου κρατάω μούτρα. Αλλά η μαμά επιμένει να σου γράψω γράμμα. Λέει να μην κάνω σαν μωρό, γιατί είμαι πέντε πλέον. Εγώ δεν γράφω, λέω στον ξαδερφό μου, στα λόγια, δυνατά τώρα, και αυτός το γράφει.

Τον ξάδερφό μου τον λένε Νίκο. Έγινε μηχανικός στην Ελλάδα. Επειδή, λέει όμως, ότι δεν είχε να χτίσει κάτι σπίτια εκεί, ήρθε εδώ. Και τώρα μένει σε ένα σπίτι σε μια πλατεία με κάτι αλλιώτικα σπίτια, σαν πύργοι είναι κάπως τα σπίτια, τρυπάνε κάπως τον ουρανό, και τώρα έχει και δέντρο με στολίδια και μπάλες δίπλα στην πλατεία.

Εδώ ήρθα με τη μαμά μου και με τη μαμά του Νίκου, για να τον δούμε, επειδή έχει πολύ κακό καιρό και ξενιτιά, λέει. Η θεία Νατάσα ήθελε να είμαστε εδώ για τα πλυσίματα και για χρόνια πολλά στη γιορτή του, έκπληξη θα κάναμε, και για τα πλυσίματα. Θα το παίρναμε τηλέφωνο την παραμονή της γιορτής του να του πούμε ότι πάμε στη γιορτή του. Να χαρεί πάρα πάρα πολύ.

Η μαμά είπε ότι είναι ευκαιρία να έρθουμε κι εμείς, γιατί δεν θα πληρώσουμε ξενοδοχείο και ο Νίκος ξέρει να μας πάει εδώ κι εκεί. Και η μαμά θέλει να αγοράσει και μπουφάν χοντρό. Δεν έχει κοπέλα, την έδιωξε. Και χωράμε στο σπίτι.

Στο αεροδρόμιο μάς πήγε ο θείος Νικηφόρος, που δεν είχε τι να κάνει, επειδή τρώει τη σύνταξη τώρα. Μετά μπήκαμε στο αεροπλάνο και πήρα πιο πολλές καραμέλες από τους άλλους, γιατί είπα ότι γιορτάζω κιόλας. Χωρίς να φοβάμαι τίποτε. Φαντάστηκα ότι ήμουν μπαλόνι.

Όταν φτάναμε εδώ, έκανε γκουπ γκουπ λίγο θόρυβο το αεροπλάνο και πάλι δεν φοβήθηκα. Φαντάστηκα ότι ήμουν ανανάς που πέφτει σε φουσκωτή πισίνα και είχε συννεφιά και μετά που βγήκαμε έξω έκανε ψωφόκρυο. Αλλά εγώ δεν ήθελα να βάλω σκουφί, γιατί θα χαλούσαν τα κοτσίδια μου. Η μαμά με μάλωσε. Το Βέλγιο δεν είναι Ελλάδα, είπε.

Ο Νίκος ήρθε να μας πάρει στο αεροδρόμιο στις Βρυξέλλες και μου είπε στο αυτί: βάλε σκουφί, Νικολίτσα, γιατί κάνει πολύ κρύο και θα θυμώσει ο Σαν Νικολά και δεν θα σου δώσει δώρο. Και μου έδειξε έναν άνθρωπο με κόκκινα ρούχα και ένα καπέλο σαν τρίγωνο και γένια που κρατούσε ένα καλάθι και με κοίταζε.

Α, έκανα, α… ο Άγιος… ο Άγιος Βασίλης με κό… ω… κόκκινο φόορεμα και γένια!!! Και γούρλωσα τα μάτια και σκεφτόμουν ότι είμαι μπαλόνι που του ρίξανε καρφίτσα. Κι έχανα αέρα. Και κόντευα να λιποθυμήσω, γιατί ήταν ξαφνικό να τον δω με αποκριάτικα έτσι μπροστά μου. Και είπα πάνε τα δώρα τώρα. Συμφορά. Ένας ψευταράς, καρνάβαλος κι αυτός!

H μαμά είπε τι συμβαίνει, αγάπη μου; Γιατί κλαις; Γιατί κλαις; Αλλά εγώ ζαλιζόμουν και είχα μύξες. Κάτι είπε ο Νίκος σ’ αυτόν τον μασκαρά και αυτός τότε πλησίασε αμέσως και είπε μπονζούρ, μα πετίτ Νι… Νικολιτσά. Τικανίς; Kαι μου έδωσε ένα πακετάκι.

Άκουσα τη θεία Νατάσα να λέει στον Νίκο: Τι δίνει αυτός στο παιδί, μην είναι καμιά βόμβα και τιναχθούμε στον αέρα πάλι εδώ μέσα; Να σου συστήσω τον Σαν Νικολά, μου είπε ο ξαδερφός μου. Ο άγιος Νικόλαος. Είναι αυτός που φέρνει εδώ τα δώρα στα παιδιά. Είναι ο αγαπημένος όλων των παιδιών του κόσμου που μένουνε στο Βέλγιο και προέρχονται από διαφορετικές χώρες του κόσμου. Μου είπε ότι είναι όπως ο Άγιος Βασίλης στην Ελλάδα. Φέρνει τα δώρα όμως στις 6 Δεκεμβρίου, την ημέρα της γιορτής μας. Όχι την παραμονή της πρωτοχρονιάς!

Όταν πήγαμε σπίτι, μόλις ανοίξαμε την πόρτα, είχε και άλλο ένα μεγάλο πακέτο κάτω από το έλατο. Ένα δώρο για σένα, από τον Σαν Νικολά, είπε ο ξάδερφός μου. Ήταν πυτζάμες με ταράνδους και έλατα, παντόφλες γούνινες και κάλτσες με κάτι καμπανάκια. Είχε και σοκολάτες γεμιστές με φράουλα και χρώματα ζωγραφικής. Εγώ γδύθηκα και έβαλα αμέσως τα καινούργια ρούχα κι άρχισα να τον ζωγραφίζω σ’ ένα χαρτί.

Είπα ότι, τελικά, αυτός μου φαίνεται καλύτερος, γιατί έρχεται πιο γρήγορα. Και τον βρίσκεις και ξαφνικά παντού μπροστά σου. Ενώ με τον Άγιο Βασίλη δεν είμαστε σίγουροι. Θυμήθηκα ότι την περσινή χρονιά δεν είχε πάει στον φίλο μου τον Άλκη, γιατί είχε σπάσει το πόδι του στα χιόνια. Είπαν ότι πηγαινοερχόταν για να φέρει τα δώρα. Φέτος είχα ακούσει να λέει μία μαμά

στην παιδική χαρά ότι μπορεί να μην έχει να πληρώσει φόρους για το έλκηθρο και να μην τον αφήσουν να έρθει. Τίποτε δεν είναι σίγουρο. Ενώ εδώ, αμέσως…

Και μετά, τι ωραία είπα… να σε αγαπάει όλος ο κόσμος και να έχει το ίδιο όνομα μ’ εμένα και τον ξάδερφό μου τον Νίκο! Και φαντάστηκα ότι ήμουν μια Αγία Νικολίτσα με μια κόκκινη τουαλέτα εξώπλατη που γυάλιζε, και με ουρά και με λευκά φτερά, που έδινε δώρα, λέει, στα παιδιά και με αγαπούσαν όλα και πιο πολύ απ’ όλους. Το είπα στον ξάδερφό μου κι αυτός έσκασε στα γέλια. Diamonds are forever, είπε η μαμά μου και του έδωσε, γελώντας κι αυτή, το δώρο του για τη γιορτή του.

Και με σένα τώρα τι θα γίνει; είπε η θεία Νατάσα. Και κρατούσε στα χέρια της ένα φόρεμα, που ήταν της παλιάς κοπέλα του, απ’ ό,τι κατάλαβα. Εμένα με βάλανε για ύπνο ύστερα, αλλά άκουσα τη μαμά να λέει ότι ο Άγιος Νικόλαος έχει μεγάλη αξία σ’ εμάς, γιατί προστατεύει τους ναυτικούς. Είμαστε όλο θάλασσα, είπε. Ναι, και τα κάνουμε θάλασσα… μια ζωή πνιγόμαστε, είπε ο Νίκος, και μ’ έχουν ταράξει στα τάματα και στα θαλασσινά τραγούδια κι Άγιε Νικόλα μου τούτο και μετά τ’ άλλο και όλο κλαίνε στα εικονοστάσια και σιγά τις χαρές που κάνουνε μαζί μου, είπε ο ξάδερφός μου. Είμαι καθαρά και ξάστερα θύμα της Ορθοδοξίας! είπε ο Νίκος. Τότε έμαθα ότι την παλιά του την κοπέλα τη λέγανε έτσι. Και τον πίκρανε.

Επειδή έχω τσαντιστεί για όλα αυτά μαζί σου, Άγιε Βασίλη, δεν θέλω να έρθεις φέτος. Τα δώρα μου τα πήρα. Άμα θες να κάνεις κάνα καλό, να πας πίσω την Ορθοδοξία στον Νίκο και να πέσει στα πόδια του και να του ζητήσει συγγνώμη για τα βάσανά του. Τίποτε άλλο.

Γεια σου

—-Νικολίτσα.

*

©Ιφιγένεια Σιαφάκα

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία