Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Γυρολόι

papathanassopoulos29.11.17
favicon

Εκείνα τα χρόνια ο παππούλης μου ήταν γυρολόγος. Είχε τη μόστρα με την πραμάτεια φορτωμένη στο μουλάρι -αυτό δεν ήταν μουλάρι, άνθρωπος ήταν έλεγε η γιαγιά- και γυρνούσε στα χωριά, τα κοντινά και τ’ απόμακρα, να πουλήσει τα καλούδια: κόπ’τσες, παραμάνες, κουμπιά, τσατσάρες. Δεν ήταν πλασμένος για να δουλεύει τη γη ο παππούς, τον κασμά και το φτυάρι δεν ήθελε να τα πιάνει στα χέρια του. «Αυτά είναι εργαλεία του χάρου, μ’ αυτά τα μνήματα σκάβουν», έλεγε. Έτσι έμπλεξε με το εμπόριο, δουλειές του ποδαριού, γύρναγε και πούλαγε.

Όταν που και που περνούσε από το σπίτι, σκάρωναν με τη γιαγιά κι από ένα κουτσούβελο. Με την κοιλιά τούρλα ήταν συνέχεια η γιαγιά. Έτσι σιγά σιγά ξεπέταξαν δέκα, οκτώ θηλυκά και δύο σερνικά, που βγήκαν στο φως της μέρας εκεί στο σπίτι το χτισμένο με το ξερολίθι, ανάμεσα στα πουρνάρια και σ’ όλων των ειδών τα ζούμπερα, ήμερα και άγρια.
Τα κορίτσια μέρα με τη μέρα ψήλωναν λες και τα τραβούσες από τα μαλλιά. Καθρέφτη δεν είχαν στο σπίτι. Μου είπε η μάνα μου ότι βάζανε στο καρδάρι νερό και καθρεφτίζονταν. Στο καθρέφτισμα του νερού έβλεπαν ένα είδωλο, μια σκοτεινή αντανάκλαση του προσώπου, ένα κάτι καλύτερο από σκιά και σιάχναν τα μαλλιά τους, να έτσι δα με τα δάχτυλα, μου ‘δειχνε η μάνα μου κάνοντας την κίνηση.

Ήταν χειμώνας κι ο παππούς έλειπε στο γυρολόι όταν αρρώστησε ένα από τα μικρότερα κορίτσια, από τα γέμελα. Τριών τεσσάρων χρονών έπεσε στο στρώμα αναίσθητο με σαράντα πυρετό. Πήγανε και φέρανε το γιατρό. Τους είπε ο γιατρός ότι αν μέχρι την άλλη μέρα το παιδί δεν άλλαζε πλευρό τότε θα πέθαινε. Περίμεναν με αγωνία και κοίταζαν -μόνο αυτό μπορούσαν να κάνουν- το ξαπλωμένο κορμάκι του παιδιού, που βρισκόταν σε βαθύ λήθαργο. Του πέρναγαν που και που το πρόσωπο και τα χείλη του μ’ ένα βρεγμένο πανί. Την άλλη μέρα το πρωί το παιδί ανασηκώθηκε κι συγυρίστηκε.

Τα μεγαλύτερα τα κορίτσια έφυγαν τρέχοντας πάνω στο σταυροδρόμι απ’ όπου περνούσε ο επαρχιακός ο δρόμος κι εκεί, μέσα στην παγωνιά, καρτερούσαν με τις ώρες μπας και φανεί ο πατέρας να του πουν ότι η μικρή αδερφή άλλαξε πλευρό, να μοιραστούν μαζί του τη χαρά τους, αν τύχαινε και τον δουν να ‘ρχεται.

Οι δουλειές του παππού απότομα μεγάλωσαν. Σταμάτησε το γυρολόι κι άνοιξε κατάστημα στο κεφαλοχώρι. Στην αρχή πήγαινε καλά, αλλά κάπου στράβωσε η δουλειά και χρεοκόπησε. Τον κυνήγησαν οι πιστωτές κι επειδή δεν είχε περιουσία για να του πάρουν, τον πήγαν φυλακή στην Πάτρα. Έμεινε πίσω η γιαγιά με δέκα παιδιά, το μεγαλύτερο στα δώδεκα δεκατρία και το μικρότερο στην κούνια. Πέρασε καιρός, δεν έμαθα ακριβώς πόσος, κανείς δε θυμόταν πόση φυλακή έκαμε ο παππούς.

Κάποτε μάθανε στο σπίτι ότι τον είδαν στο δρόμο που έρχονταν.Τα μεγαλύτερα τα κορίτσια έτρεξαν πάνω στο σταυροδρόμι, στην κοδέλα του δρόμου για να τον προϋπαντήσουν. Όταν φάνηκε στη στροφή διέκριναν ότι το σακάκι και το παντελόνι του ανέμιζαν σαν την απλωμένη μπουγάδα στο σύρμα, του έπεφταν πολύ φαρδιά, είχε μείνει ο μισός. Όταν πλησίασε είδαν ότι το πρόσωπό του ήταν ωχρό, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, τους μιλούσε ξεψυχισμένα. «Έτοιμος να πεθάνει, με την ψυχή στο στόμα ήταν τότε», μου έλεγε η μάνα μου. Χωρίς κουράγιο άπλωσε τα χέρια του και τους χάιδευε τα μαλλιά.

Περπατούσαν προς το χωριό σιωπηλοί. Μόλις έφτασαν κοντά στα μαγαζιά ο παππούς είπε στα παιδιά: «Άντε να πάτε εσείς στο σπίτι, στη μάνα σας, εγώ θα περάσω από το καφενείο, είναι να δω κάτι πελάτες μου» κι έστριψε προς την πλατεία. Ο παππούς ήταν καλός άνθρωπος, αλλά το γυρολόι ήταν μέσα στο αίμα του.

*
©Γιώργος Παπαθανασόπουλος (Νοέμβρης 2017)

φωτο: Στράτος Φουντούλης, ‘Αγορά’

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία