Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη, Δώρο εμπιστοσύνης

nikolakaki27.11.17

favicon

Πάλευε να καταλάβει. Τριάντα χρόνια τώρα, το ίδιο βιολί: προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να μπει στο πνεύμα. Να συντονιστεί με το περιβάλλον της. Να πιάσει τα Herz των ανθρώπων γύρω της. Χαζή; Τουναντίον. Στο δεύτερο πτυχίο και παράλληλα στο διδακτορικό, πρώτο πτυχίο πλησίον του άριστα, τρεις γλώσσες, άριστη γνώση χρήση υπολογιστών, υποτροφία στο ΙΚΥ, κοντά επταετή εργασιακή πείρα. Πάντα από τους πρώτους. Επιμελής. Διαβαστερή. Το καλό παιδί. Το ήσυχο παιδί. Το υπάκουο παιδί. Το αόρατο παιδί. Το αθόρυβο παιδί. Το ατσαλένιο παιδί. Το παιδί χωρίς ταυτότητα. Χωρίς ανάγκες. Χωρίς θέλω. Χωρίς δε θέλω. Χωρίς ναι και χωρίς όχι. Το παιδί-φορέας των άλλων. Το παιδί που δεν πρόφτασε να γίνει παιδί. Που δεν υπήρξε ποτέ παιδί. Που γεννήθηκε, κι απ’ τον αμνιακό του σάκο έγινε σάκος του μποξ για τ’ απλήρωτα κρίματα αλλονών. Το παιδί-ηλεκτρική σκούπα της ματ(αι)ωμένης οδύνης των άλλων. Το παιδί-λάστιχο, που έπρεπε να τσιτωθεί απ’ την κορφή ως τα νύχια για να γεφυρώσει τ’ αγεφύρωτα. Το παιδί, που παράτησε το αρκουδάκι του για να πιάσει το πιο σκληρό σφυρί: το μολύβι. Διότι, μάχη η βιοπάλη, αλλά μάχη και το μολύβι. Δεν είναι διακοπές στη Χαβάη, οι σπουδές. Για κάποιον που τις παίρνει στα σοβαρά, σπουδές θα πει δέσμευση, χρέος. Λάξευμα εσωτερικό. Θα πει να παίρνει φωτιά το μυαλό σου κι εσύ εκεί, αλώβητος, να παλεύεις, να μη λυγάς, να τεντώνεις τις αύλακες του μυαλού σου ν’ ανέβουν ψηλά, να φτάσουν ένα επίπεδο ικανό που να σου δικαιολογεί έναν τίτλο, μια ειδίκευση. Θα πει να στύβεις και να στύβεσαι για να καταφέρεις να δεις κάτι που είδαν κάποιοι άλλοι πριν χρόνια, και να χαρείς μαζί τους, στον τομέα που σου ανοίγεται. Σπουδές, θα πει γήπεδο προπόνησης.

Πάμε τώρα πάλι πίσω στο παιδί. Η Εύα (κι όχι μόνο η Εύα, γιατί στη θέση της βρέθηκαν, βρίσκονται και θα βρίσκονται εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι που δε θα μάθουμε ποτέ) ήταν το πλάσμα εκείνο που του φορτώνονταν ασύστολα οι άλλοι με υποχρεώσεις, με βάρη, με λάθη, με παραλείψεις, με σφάλματα, με υστερίες, με κατηγορίες και δε συμμαζεύεται. Γιατί, όντως, δε συμμαζεύεται. Έχει μήκος η λίστα. Εκτός όμως από μήκος, η λίστα έχει και κάτι άλλο: τέλος. Γιατί, όλα στη ζωή έχουν αρχή, μέση και τέλος. Νομοτελειακή συνθήκη.

Τέλος, λοιπόν, στη λίστα. Και πάμε απ’ την αρχή. Κάθε αρχή, όμως, πάντα θέλει κι ένα χέρι να σε πιάσει, διαφορετικά δεν ξέρεις πού και πώς να βαδίσεις, και κινδυνεύεις σοβαρά να βρεθείς στο κενό. Και κάπως έτσι, η Εύα Δελλή πήγε σε ψυχολόγο. Δύσκολη απόφαση, ειδικά αν είναι κανείς αποφασισμένος να μιλήσει για όλα. Στην αρχή, πήγε σε κάμποσους. Είδε, έκοψε κίνηση, έπιασε βλέμματα, τόνους φωνής. Και κατέληξε κάπου, που τη σέβονταν, την καταλάβαιναν και τη γαλήνευαν.

Θέλει ταλέντο να είναι κανείς (καλός) ψυχολόγος. Να πιάνει τον άλλον άνθρωπο διακριτικά, ήσυχα, προσεκτικά και να τον προσκαλεί να του ξετυλίξει τον πιο εσωτερικό του εαυτό, σιγά-σιγά, και με υπομονή από έξω προς τα μέσα: είναι σαν να πιάνει την ψυχή του άλλου και να τη μαδάει σαν εκλεκτό τριαντάφυλλο, με υπομονή, φυλλαράκι-φυλλαράκι, ξεκινώντας απ’ τα πιο σκληρά εξωτερικά του φύλλα και φτάνοντας τελικώς μέσα στην καρδούλα του, με σκοπό να του τη θεραπεύσει. Είναι και μια μοναδική (όπως πολύ σωστά λένε) ανθρώπινη σχέση, η σχέση θεραπευόμενου-θεραπευτή: για να «κουμπώσει» καλά η σχέση αυτή, θα πρέπει τα γαντζάκια του ενός να θηλυκώσουν με τις γουβίτσες του αλλουνού, χωρίς οι γάντζοι να πληγιάζουν τις γουβίτσες, και χωρίς οι γουβίτσες να φοβούνται ή να δυσφορούν από τους γάντζους. Είναι ένα κάλεσμα αμφίδρομο, που θέλει προσπάθεια και πάλη κι από τις δύο πλευρές, μέχρι να γίνει τελικώς η συνάντηση και η αλληλεπίδραση των δύο ψυχών, που οδηγεί στην άμβλυνση του πόνου και στην ανακούφιση του θεραπευόμενου.

Φυσικά, εφόσον μιλάμε για επιστήμη, ο θεραπευτής δε βαδίζει στα τυφλά μόνο με βάση τα παραπάνω ανθρωπιστικά (και εν γένει ρομαντικά και εξωραϊσμένα) κριτήρια. Έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα εργαλεία, μια αυστηρή μέθοδο, και ένα ή περισσότερα συστήματα, διαγνωστικά και θεραπευτικά. Λένε όμως, και αναφέρεται και ουκ ολίγες φορές στην παγκόσμια βιβλιογραφία, ότι η έκβαση της θεραπείας καθορίζεται τελικώς από την ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης: τις λεπτές, μικρούτσικες αποχρώσεις που παίρνουν κάθε φορά οι εκφράσεις του προσώπου, η υγρασία των ματιών, το άπλωμα του χαμόγελου και η ψυχική θερμοκρασία μεταξύ των δύο προσώπων. Άραγε, από τι πάστα να είναι καμωμένοι όσοι άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά και υπεύθυνα να ασχοληθούν με την ανθρώπινη ψυχή ;

Η Εύα τα σκεφτόταν αυτά, σήμερα, Πέμπτη μετά την προγραμματισμένη της συνεδρία, καθισμένη στο παγκάκι της μικρής πλατείας, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το γραφείο της ψυχολόγου της, και τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι. Τα σκούπιζε και πάλι έβγαιναν καινούργια δάκρυα που κυλούσαν μέχρι κάτω, στα μάγουλα και στον λαιμό, σαν στρογγυλά, διαφανή, υγρά μαργαριταράκια που τα ξανασκούπιζε κι αυτά, εκεί, ξανά μανά τα ίδια.

Ποιος; Η Εύα. Έκλαιγε η Εύα, που χρόνια τώρα είχε να δει δάκρυ ακόμα και ζωγραφιστό που λέει ο λόγος γιατί, μέσα της, οι πόνοι είχαν νταμαρώσει και τα μάτια της είχαν στερέψει από καιρό. Καθόταν τώρα λοιπόν, εκειδά στη γωνίτσα του πάρκου και τα σκεφτόταν όλα αυτά μόνη της στα σιωπηλά, και μέσα στο στέρνο της γινόταν ένα πανηγύρι από χαρά ή από λύπη ή από ελπίδα, δεν ήξερε από τι: ένα μόνο ήξερε. Την αγαπούσε αυτή τη γυναίκα, που ο Θεός τής έστειλε στο δρόμο της για να τη βοηθήσει να σταθεί όρθια. Που της είχε σταθεί μέχρι τώρα με αξιοπρέπεια και με σεβασμό, που δεν την πρόδωσε, που δεν την εγκατέλειψε, που δεν της θύμωσε ούτε την έδιωξε όταν την είχε περισσότερη ανάγκη, όταν τη ζάλιζε στα μηνύματα κι όταν επαναλάμβανε τα ίδια λάθη ξανά και ξανά, που όταν άνοιγε την πόρτα του ασανσέρ για να βγει στο γραφείο της τήν έβρισκε πάντα με την πόρτα ανοιχτή να την περιμένει και, μέσα, τη μικρή φορητή σόμπα να καίει γλυκά πάνω στο χοντρό μπορντό χαλί, εκείνη τη γυναίκα που καθόταν απέναντί της για ώρες, για μήνες, για χρόνια, και την άκουγε απερίσπαστη να παραπονιέται, να γκρινιάζει, να λέει αστεία, να βυθίζεται στον πόνο και να ελπίζει ξανά, εκείνη τη γυναίκα που τής έδωσε σιωπηλά γη και ύδωρ όταν γύρω της όλα γκρεμίζονταν, και που για λίγες, μικρές, μικρούτσικες στιγμές άφηνε να της πέσει η μάσκα της ψυχολόγου και τότε η Εύα μπορούσε να κοιτάξει ευθεία μέσα από τα γυαλιά στην ψυχή της θεραπεύτριάς της: ναι, δεν έκανε λάθος, η θεραπεύτριά της ήταν καλόψυχη, καμωμένη από υλικά παρόμοια με τα δικά της ψυχικά υλικά. Δεν ήταν ψυχολόγος για τους τύπους, για τις φανφάρες. Ήταν ψυχολόγος για την ουσία του ρόλου της. Για την ουσία της προσφοράς στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ήταν ψυχολόγος από επιλογή, και όχι από συμφέρον. Από συνείδηση, και όχι από υποχρέωση στους τύπους. Ούτως ή άλλως, ήταν άνθρωπος φύσει ελεύθερος, που δεν υποτασσόταν σε πρέπει, και σ’ αυτό ταίριαξαν από την αρχή με την Εύα.

Σε μια άλλη ζωή, σκέφτηκε η Εύα και σκούπισε ακόμα μια φορά τα μάγουλά της, αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να ήταν η μητέρα της. Που θα τη νουθετούσε, που θα την πρόσεχε, που θα τη νοιαζόταν. Που θα τη βοηθούσε να καταλάβει τον κόσμο γύρω της και να συνδεθεί μαζί του, που θα τη στήριζε στα δύσκολα και που θα της έβαζε και καμιά φωνή πού και πού, δεν πειράζει, όλα στο πρόγραμμα είναι, αρκεί να υπάρχει εμπιστοσύνη κι αγάπη.

Αγάπη. Μεγάλη λέξη. Οι άνθρωποι, όταν δε βρίσκουμε την αγάπη στους άλλους ανθρώπους, βρίσκουμε έναν καλό (στα μέτρα μας) θεραπευτή και την προβάρουμε πρώτα πάνω του, να δούμε τι στα κομμάτια φταίει. Ο θεραπευτής, την παραλαμβάνει με προσοχή, την εξετάζει, και αφού τη δουλέψει μαζί μας σχολαστικά, μετά μας προτρέπει να βγούμε στον έξω κόσμο, πιο έτοιμοι από ποτέ, και να την προσφέρουμε, όση και όπως χρειάζεται, έτσι ώστε να έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε καλά. Έτσι, όσοι δυσκολευτήκαμε στα πρώτα μας βήματα με τους άλλους ανθρώπους μαθαίνουμε να συναναστρεφόμαστε με τον υπόλοιπο κόσμο, να δημιουργούμε σχέσεις, δεσμούς και τελικά, κάπως έτσι (θεωρητικά τουλάχιστον) γινόμαστε ευτυχισμένοι.

Όμως, η πρώτη εκείνη αγάπη που προβάρουμε πάνω τον θεραπευτή μας, εκείνη η ασουλούπωτη, η τσαλακωμένη, η γεμάτη με τις πιο προσωπικές μας ρωγμές και με τα (μικρά ή μεγάλα) λάθη μας, με τα μπαλώματα και τα σκασίματά μας, με τα τσακίσματα και με τις χίλιες μύριες ατέλειές μας, είναι-ίσως- η αυθεντικότερη μορφή της αγάπης που μπορεί να γεννήσει η πεπερασμένη ψυχή του καθενός από ‘μας- από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Μοιάζει με το δακτυλικό μας αποτύπωμα.

Γιατί; Μα γιατί, ο τρόπος που αγαπάμε κουβαλάει την πορεία μας, τα δρομάκια που διασχίσαμε και τις λεωφόρους που τρέξαμε, τις ανηφοριές που αναγκαστήκαμε να διανύσουμε και τα κακοτράχαλα μονοπάτια που γκρεμοτσακιστήκαμε για να περάσουμε, τις θάλασσες που κολυμπήσαμε και τις καταιγίδες που λουστήκαμε, όλα όσα ζήσαμε και ο τρόπος που τα φιλτράραμε και τα ταξινομήσαμε μέσα μας φαίνονται στον τρόπο με τον οποίον μάθαμε να αλληλεπιδρούμε και ν’ αγαπάμε.

Κι εκείνον ακριβώς την τον τρόπο αλληλεπίδρασης, εκείνη ακριβώς την πρώτη μορφή αγάπης, την πρόχειρη, την άτσαλη, την ασιδέρωτη, την πιο δική μας προσωπική αγάπη, την αφήνουμε κάποια ώρα στον θεραπευτή μας να τη δει, να την αγγίξει, να την περιεργαστεί με σεβασμό, για να μας την φτιάξει, να την κόψει, να τη ράψει, να τη συνδέσει, να την προσαρμόσει για να χωράει στα συνηθέστερα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, και τελικώς να μας την επιστρέψει καινούργια και λειτουργική, έτοιμη να ανθίσει, να ευωδιάσει, να βγάλει καινούργια άνθη και φύλλα και καρπούς.

Ίσως, σκέφτηκε η Εύα, αυτή η πρώτη αγάπη που δίνουμε στους θεραπευτές μας,

να είναι και το μεγαλύτερο δώρο μας προς αυτούς.

Δώρο ζωής

και δώρο εμπιστοσύνης.

Σκούπισε πάλι τα μάτια της στο μανίκι,

ζώθηκε καλύτερα το μπουφάν της, άφησε το παγκάκι και κίνησε για τη στάση του μετρό.

Δεν ήθελε να γυρίζει σπίτι μετά τα μεσάνυχτα.

*

©Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

φωτο: Στράτος Φουντούλης

________________
Η Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Ξυλομπογιές» (Εκδόσεις Ιωλκός, 2012) και «Αφή στον Ήλιο» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013). Επιλεγμένα ποιήματα από την «Αφή στον ήλιο» έχουν φιλοξενηθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά «Θράκα» (10.07.15) και «Ποιείν» (13.02.13). Διηγήματά της, μικρής και μεγαλύτερης έκτασης, έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά sites/περιοδικά: Staxtes («Αεροπλάνο κίτρινο», «Χέρια από πανί», «Κανείς κανενός», «FlyingShip»),  Fractal («Δυό βότσαλα από τ’ απόψε», «Φάρος Davidoff», «Περί γλώσσας», «Στην αγορά, στο Λαύριο», «Χέρια από πανί», «Κρητική βεγγέρα», «1318 cm», «Από την Ατλάντα με αγάπη», «Ένα πεσκέσι για τα Χριστούγεννα», «Δεκάξι μισό αλήθειες»), Ψυχογραφήματα («Φάρος Davidoff»), 120 λέξεις («Η μαύρη βούλα», «Ερώτηση κρίσεως», «Φλεβάρης ή Αύγουστος», «Break», «Κατάστημα Οπτικών», «Βασική υπακοή», «Απουσιολόγιο»), Logoclub(«Ζωή α καπέλα», «Για δυο ντουζίνες χελιδόνια»), Γραμμόφωνο ( «Ατομική μου ενέργεια», «Το πάθος που διώκεται») και Λογοτεχνικό Μπιστρό (Διήγημα)

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

 

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία