Σελάνα Γραίκα, Ο Λόφος

graika22.11.17

fav-3

«Αθάνατη’ σαι, που ποτέ,
βροντή, δεν ησυχάζεις

Διονύσιος Σολωμός.

Κόρη ξανθή κοιμήθηκε,
κάτω από’ να βράχο·
τα ξαπλωμένα μέλη της,
κορμί μεστό, αφράτο·
θριάμβευσε κι ανδρώθηκε
πάντα μέσα στο πάθο

-θα’ πρεπε νάναι κοντινό,
καθώς φριχτή αγωνία·
όπως μπροστά στον πόνο
να φανερωθεί
απείραχτη, σεπτή και αγία-

που δεν νιώθεις, δεν ξέρεις
αν το μάτι, εδώ, το ξανοίγει·
την καρδιά που φοβάται
ή το χέρι που τρέμει.

Άστρα και κόσμοι μακρινοί
χορεύουν και κινιούνται
ξανά και δέντρα και αυτός·
ο μόνος, μόνος βράχος,

άξος, για χείλια αοιδών·
και μόνη ελπίδα ή θεός
απόμεινε ο κόσμος

-δεν ήταν όνειρο αυτό,
ή οπτασία, ή τρόμος-

μια προσφορά του σώματος
σπονδή για τον θεό σου
-γι’ αυτό σκληρά σε παίδευσε
πολύ η Μοίρα·
αυτή που πλιό δε γλίτωσε
τούτον αργό ξετυλιγμό

με ανοιχτό· ωσάν πουλιού
λαιμό «μολεύεις» τον αέρα.

*

©Σελάνα Γραίκα

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση