Sandro Penna, Το Μάθημα της Αισθητικής

Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας, εκδόσεις Bibliothéque

pastakas-penna-bk

Πληροφορίες
Ειλικρινής, αλλά διεστραμμένος, έξυπνος και πρωτόγονος, ερωτευμένος με τον εαυτό του και τον κόσμο, ο Sandro Penna (1906-1977) γεννήθηκε στην Περούτζια αλλά έζησε στη Ρώμη. Διπλωματούχος λογιστής και μεγάλος τεμπέλης ο Πένα αποτελεί το ιδανικό του «απόλυτου» ποιητή, που πάσχει από νευρώσεις, είναι υποχόνδριος και καταφέρνει να επιβιώσει με την πολύτιμη υποστήριξη καλλιτεχνών και φίλων του. Όλη η πρωτοτυπία ενός ποιητή, ο οποίος μεταγράφει άμεσα την εμπειρία, μειώνοντας σε λίγους απρόσβλητους ήχους ένα λογοτεχνικό πληκτρολόγιο από θαυματουργούς συνδυασμούς. Στους στίχους του υπάρχει η φυσικότητα, η χάρη, η επιθυμία, η ποικιλομορφία, το ακαριαίο. Με την ανάγνωση αυτών των μικρών ποιημάτων θα παρατηρήσετε ότι κάθε στίχος φαίνεται να έρχεται σε σας, όπως τα χάδια που εξαφανίζονται στη συνέχεια, μόλις γυρίσουμε σελίδα. Και είναι όλα μια διαδοχή παρουσίας και απουσίας σαν να βγαίνουν από το καπέλο ενός ταχυδακτυλουργού. Μια μαγεία που μας αφήνει με ανοιχτό στόμα στην  «κλασική» μετάφραση του Σωτήρη Παστάκα, που είχε κυκλοφορήσει ο Κώστας Μαυρουδής από το «μικρό Δέντρο» το 1981.

***

Επίλογος του Σωτήρη Παστάκα

Ο ΣΑΝΤΡΟ ΠΕΝΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΕΡΟΥΤΖΙΑ στις 12 Ιουνίου 1906. Το 1929 εγκαταστάθηκε στην Ρώμη, πόλη που αποτελούσε το στόχο των συχνών νεανικών του περιπλανήσεων. Εδώ έζησε την υπόλοιπη ζωή του ( αν εξαιρέσουμε την παρένθεση της διαμονής του στο Μιλάνο, όπου  δούλεψε σαν υπάλληλος βιβλιοπωλείου), εξασκώντας τα πιο διαφορετικά και τυχαία επαγγέλματα. Πέθανε στην Ρώμη την 23η Ιανουαρίου 1977. «Η ζωή … είναι να θυμάμαι…», ήταν το πρώτο ποίημα που έγραψε (όπως μας λέει ο ίδιος σ’ ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα), στο περιθώριο μιας εφημερίδας, ένα βράδυ κοντά στην θάλασσα σε ηλικία 22 χρονών και σε μια εποχή που «ούτε υποπτευόμουν καν την ύπαρξη της ποίησης». Εκείνο το «πρώτο» ποίημα βρέθηκε ανάμεσα στα χαρτιά που άφησε με το θάνατό του, δακτυλογραφημένο με την ημερομηνία 24-8-1922). Γνωρίζουμε πως ο Πένα έγραφε από το Γυμνάσιο ακόμη, μακροσκελή ποιήματα επηρεασμένος από τον Ντ’ Ανούντσιο. Εκείνο το «πρώτο» ποίημα διατηρεί όλο τον θαυμασμό μας γιατί ξέρουμε πως γεννιέται όχι από ένα θαύμα, αλλά έπειτα από «γνώση» κατακτημένη με αγωνία και μελέτη.

«Μόλις συγκέντρωσα μερικά  ποιήματα» συνεχίζει το αυτοβιογραφικό σημείωμα, «μου έτυχε να διαβάσω σε μια εφημερίδα πως οι πιο μεγάλοι ποιητές ήταν τρεις: ο Σάμπα, ο Ουνγκαρέτι, και ο Μοντάλε. Από την στιγμή που ήξερα πως ο Σάμπα έχει ένα βιβλιοπωλείο στην Τεργέστη στην οδό Σαν Νικολό, είπα στον εαυτό μου: να σε ποιόν θα στείλω τα ποιήματα να μου πει αν αξίζουν. Η απάντηση ήρθε αμέσως…» Η ποίηση του Πένα από την ευτυχισμένη εκείνη αρχή, δεν γνωρίζει ανάπτυξη. Επαναλαμβάνεται σε μια περιορισμένη ποικιλία ήχων και τόνων επιτυγχάνοντας μια σειρά από διαφάνειες που δεν έχουν προηγούμενο στην ιταλική ποίηση του αιώνα μας.

Αν όμως το έργο του έχει μόλις τα τελευταία χρόνια εξαπλωθεί έξω από την «ελίτ» των ειδικών κι έχει αποκτήσει την αναγνώριση του αναγνωστικού κοινού, η δυσκολία να περιοριστεί η ποίηση του Πένα σε μια ετικέτα, παραμένει. Ίσως γιατί αυτό που λέει είναι μόλις διατυπώσιμο, είναι ένα μυστικό που δεν μπορούμε να το επαναλάβουμε, παρά μόνον να το αισθανθούμε. Ο Αντόνιο Πόρτα γράφει: «Ο Πένα μας αποδεικνύει σε μεγάλο βαθμό το «ακαθόριστο» με το οποίο είναι φτιαγμένη η ποίηση: κι ακόμα ότι «δεν μπορεί να ορισθεί παρά μόνον με το προϊόν που μας παραδίδει κάθε φορά».

Άρχισα να μεταφράζω Πένα ανάμεσα στα διαβάσματα της Ιατρικής, κι οι πρώτοι στίχοι στα ελληνικά γράφτηκαν στο περιθώριο των σημειώσεων για το μάθημα της Παθολογοανατομίας, το 1975, έχοντας ως οδηγό την «γκαρτζαντίνα», την οικονομική σειρά των εκδόσεων Garzanti, που περιελάμβανε μια επιλογή των ποιημάτων του. Το 1979 βρήκα το θάρρος να δείξω τις μεταφραστικές μου απόπειρες στον Κώστα Μαυρουδή, κι εκείνο το Καλοκαίρι στη Ρώμη, τον θυμάμαι κάθιδρο να ενσκήπτει στα μεταφράσματα και να μου παραδίδει μαθήματα ποιητικής (δεν είναι τυχαίο που δηλώνω πως μπήκα στη λογοτεχνία από την πόρτα υπηρεσίας, τη μετάφραση δηλ), για ατέλειωτες ώρες στα ρωμαϊκά ερείπια, σε μπαρ και σε δροσερά κιόσκια αυστηρώς με “acqua minerale naturale, non gassata”. Το βιβλίο ευτύχησε να βγει από το «μικρό δέντρο» το 1981, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή.  Είχα ζητήσει τότε από δυο εκπροσώπους  της αποκαλούμενης «Σχολής της Ρώμης», τον Ρέντσο Πάρις και τον Ντάριο Μπελέτσα, να γράψουν  δυο αράδες για την συγκεκριμένη έκδοση.

Τώρα, 40 χρόνια μετά το θάνατο του Πένα, ξαναδούλεψα το όλον χάρη στο ζήλο και την επιμονή του Βάσου Γεώργα.

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία