Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre [1]

thiveos14.11.17
fav_separator

θέατρο με κυρτούς καθρέφτες
και
σώματα θροΐζοντα

(Η σκηνή είναι κάπως αφρόντιστη. Καλώδια, παλιά έπιπλα, στολές εποχής, ολόκληρες σειρές από ενδύματα. Όλο το σκηνικό φαντάζει ενός θεάτρου που κλείνει την παρουσία του στη θεατρική πόλη.
Ξαφνικά, διάφορες ειδικότητες τεχνικών εισβάλλουν στη σκηνή. Ρυθμίζουν τα φώτα, τακτοποιούν τις σκηνές, σημαδεύουν τις θέσεις, τα χαρτιά. Καθώς φεύγουν, ένας απ΄αυτούς σκύβει και σηκώνει ένα μεταξένιο φουλάρι. Πλησιάζει την πλατεία και  αποκαλύπτει ένα μυστικό.)

Εισβάλλεις στη σκηνή μέσα απ΄το στιλπνό σκοτάδι. Μ΄ακορντεόν και σπασμένα τακούνια, όμως περήφανη σαν το πιο γνήσιο θηλυκό αυτού του κόσμου, πλησιάζεις στον γκρεμό της πλατείας. Πέρα από εδώ η μεγάλη πολιτεία, νυχτερινές καθελκύσεις, εκατό κεριά να φωνάζουν το μυστικό σου. Λεπτό χαρτί και σκιά, σαν τα θέατρα της Ασίας. Κίνδυνος.
Να σε παίρνουν δυο ξαφνικά χέρια. Αιώνες παλιού ανέμου να σαρώνουν τη σκηνή, τους ρόλους, τα βεστιάρια.
Μια νησιωτική φορεσιά ανέμισε εκείνο το βράδυ σαν σινιάλο και πήγε ρίχτηκε ως τη θάλασσα. Μάγοι και βασιλιάδες και ωραία παιδιά χαμένα στο πάθος τινάχτηκαν στον ορίζοντα της φωνής σου. Γέμισε ο κόσμος χαρταετούς και από μια εσοχή της ζωγραφιάς σε θυμήθηκα. Μ΄αγαλματένιο πρόσωπο, σε θυμήθηκα σ΄απαλό λευκό που καιγόταν.
Ίλια, Νίνα, Ηρώ, Κατερίνα, Γιούλη, Φανή, τάξεις ολόκληρες, φωτογραφίες μαθητικές στο εγκάρσιο κλίτος του σαλονιού.
Ημέρα Τρίτη. Παράφορες φωνές με κατέκλυσαν. Ήρθες με τα βραδινά λεωφορεία, τελευταία γραμμή των επαρχιών, με βλέμμα φοβισμένο, σαν να περνούσες λέει από τις φλόγες της νύχτας. Τυλιγμένη στ΄ακριβά μπροκάρ, ξένη από τούτο τον κόσμο, είπες, η ζωή είναι ένα όνειρο απατηλό. Ψιθύρισες δυο λόγια για την παράσταση και όταν έσβησαν οι φωτισμοί, εμπρός απ΄τη βροχή εκείνου του θεάτρου, ξαφνικοί αναμεταδότες έπαιξαν για χάρη σου τον ρόλο τους στη σκηνή. Δεν υπάρχεις πια.

(Ο μηχανικός βαδίζει αργά στον μέσα κόσμο της σκηνής. Ώσπου να χαθεί. Το φως ανάβει πάνω από έναν άντρα. Είναι γύρω στα πενήντα, το πρόσωπό του όλο σημάδια του χρόνου.Μιλά με μια ιδέα ντροπής και λύπης.)

Ι.Εγώ δεν γνωρίζω πολλά. Μένω στο απέναντι διαμέρισμα. Πολλές φορές, έτσι κοιτώντας για να λιγοστέψει η μοναξιά, την είδα που χόρευε. Ίσως ήταν πρίμα μπαλαρίνα, σπουδάστρια μιας μικρής σχολής, δεν ξέρω, μια ιδέα της έχω μόνο, πιστέψτε με. Μα έδινε την καρδιά της σ΄εκείνο τον κλειστό κόσμο. Το απόγευμα καθυστέρησα να επιστρέψω. Συνήθως φθάνω νωρίτερα, όμως είναι πια δύσκολο να αρνηθείς όταν θα σου ζητηθεί μια έκπτωση στον ελεύθερο χρόνο σου. Στη γωνιά της οδού Μίλερ ένιωσα την αναστάτωση. Ένας φίλος από αυτούς που δεν θυμάσαι ποτέ το όνομά τους μου είπε τι ακριβώς συνέβη. Λυπήθηκα τρομερά, ξέρετε ένας νέος άνθρωπος, ένα τόσο θαυμάσιο κορίτσι. Είναι κρίμα. Μου είπε επί λέξει, το κορίτσι του έβδομου ορόφου βρέθηκε με σπασμένο λαιμό. Είχε καταλήξει μερικές ώρες πριν.
(ξεσπά σε λυγμούς. Τα φώτα σβήνουν ξαφνικά. Τίποτε απ΄εκείνον δεν απέμεινε. Ένας νεαρός άνδρας, ολοφάνερα συντετριμμένος, ξεχωρίζει μες στο πολύ σκοτάδι της σκηνής. Είναι γυμνός από τη μέση και επάνω. Αλλάζει πόζες διαρκώς, σαν τα μοντέλα των φωτογραφικών στούντιο. Είναι πανέμορφος.Τα ξαφνικά κρεσέντο των βιολιστών σκορπούν ηλεκτρισμό στην πλατεία.)

ΙΙ.Και βέβαια την αγαπούσα. Σχεδιάζαμε ένα ταξίδι στα μεσοδυτικά. Ξέρετε, ανοιχτό αυτοκίνητο και απέραντα μίλια ερημιάς. Η υπόθεσή μας, λέτε; Μα, όπως συμβαίνει με όλα τα ζευγάρια. Πότε πλημμυρισμένοι από έρωτα ο ένας για τον άλλον και άλλοτε πάλι, οργισμένοι σε έναν παράφορο βαθμό. Απόψε μετανιώνω πικρά, ξέρετε για όλες εκείνες τις στιγμές. Υπήρξε θαυμάσιο κορίτσι, γεμάτο ζωντάνια. Την θυμάμαι γυμνή και όμορφη να γελά με τ΄αστεία του ραδιοφώνου. Μου φαίνεται σαν ψέμα. Όχι, όχι πρόκειται για ένα κακοηθέστατο αστείο! Οι κοινοί μας φίλοι σας έχουν πληρώσει, έτσι δεν είναι; Παραδεχτείτε το, για τον Θεό, μονάχα μην πείτε πως στ΄αλήθεια η Κράκυ έφυγε πριν λίγο, για πάντα με τον λαιμό της σπασμένο. Όχι αυτό, οτιδήποτε άλλο.
(είναι ταραγμένος. Έτσι χάνεται από τη σκηνή, δίχως ελπίδα. Μια άλλη μορφή διακρίνεται στη σκηνή. Ένας καλοντυμένος άνδρας, ένα πορτραίτο κάτι περισσότερο από αληθινό. Μιλά δίχως βλέμμα, προσπαθεί να ζήσει σαν τίποτε από εκείνη την ιστορία να μην συνέβη.)

ΙΙΙ. Την κρατούσα στα χέρια μου ώσπου πάγωσε. Κάτι άδειασε εντός μου. Είχαμε λογοφέρει εκείνο το μεσημέρι. Εγώ επέμενα πως θα ήταν καλύτερα να τελειώσει αυτή η φάρσα. Όμως εκείνη χόρευε, γινόταν παράφορη. Την εκλιπαρούσα να μου δώσει την υπόσχεσή της. Πως θα προφυλάξει το όνομά μου, πως δεν θα αποκαλύψει τίποτε από αυτήν την ιστορία. Οι γνωριμίες μου θα μπορούσαν να την βοηθήσουν. Διαθέτω ένα επαρκές ξέρετε δίκτυο συνεργατών. Είμαι πολύτιμος για αυτήν την πόλη, για την ζωή σας κύριε. Την άρπαξα στα χέρια μου. Δεν σκέφτηκα τίποτε, μονάχα κράτησα εκείνο το γλυπτό στα χέρια μου και αιώνες ομορφιάς έγιναν συντρίμμια. Αγαπούσε το θέατρο. Ονειρευόταν τους πιο σπουδαίους ρόλους. Με ικέτευε να φροντίσω για την καριέρα της. Τώρα όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτε. Εκείνη είναι νεκρή και τίποτε, τίποτε δεν το αλλάζει αυτό. Το σώμα της αφέθηκε, όλοι οι αρμοί, όλες οι γέφυρες κόπηκαν. Τίποτε δεν ακούστηκε, για να ξέρετε, μονάχα η ανεπαίσθητη φωνή της όταν τέλειωνε. Έχετε παρακολουθήσει το θέατρο της κούκλας; Τότε θα νιώθετε  πόσο αφημένη υπήρξε εκείνη τη στιγμή η Κράκυ στην αγκαλιά μου.
(μια γυναίκα, ντυμένη προκλητικά, βαμμένη έντονα, κάτι σαν τα κορίτσια απομεινάρια της νεότητας του Αμεντέο μιλά.)

IV.Τα κορίτσια μου δουλεύουν τίμια. Αν τύχει και κάποιος θελήσει κάτι περισσότερο διαθέτω μερικούς καλούς φίλους που φροντίζουν. Ξέρετε, μια προειδοποίηση ή ένας ξαφνικός χείμαρρος στη γωνιά του δρόμου. Μου λέτε πως η Κράκυ βρέθηκε με σπασμένο λαιμό. Συγχωρέστε με, μα τίποτε δεν με εντυπωσιάζει πια. Σήμερα τα κορίτσια κόβουν τις φλέβες τους για το τίποτε. Μπορούν να περάσουν ώρες ολόκληρες έξω από τους τηλεφωνικούς θαλάμους περιμένοντας κάποιον Στηβ. Το όνειρό τους ξεφτίζει γρήγορα, τα φουστάνια τους δεν διαθέτουν κανένα στυλ. Τα κορίτσια της νύχτας είναι πεταλούδες, η μοίρα τους είναι το πολύ φως. Ερχόταν καμιά φορά με έναν μεγαλύτερό της άνδρα. Φαινόταν ευκατάστατος, της έκανε όλα τα γούστα. Στο τέλος της γιορτής πλήρωνε, κερνώντας όλο το μαγαζί. Δεν έμαθα το όνομά του όμως υπήρξε αφοσιωμένος δίπλα της. Και εκείνη, όμορφη, ένα αστέρι που ετοιμάζεται να πέσει στη γη, μια προσευχή που σε λίγο θα ειπωθεί, τα μυστικά λόγια της Μάγια που καμιά ζωγραφιά δεν θα φέρει στο φως. Κάτω από το πρόσωπό της, κάτω από τα χρώματα στα πρόσωπα αυτών των κοριτσιών, να ξέρετε, κοιμούνται απέραντες θαμμένες πόλεις, παιδικές ηλικίες που πέρασαν για πάντα. Που κάτι σαν σινιάλο αφήνουν να φανεί στ΄ορόσημο του καιρού. Δεν θα με ρωτήσετε τίποτε άλλο; Φεύγετε κιόλας; Σας νιώθω, τα ποιήματα φοβίζουν τους ανθρώπους. Φιλήστε μου την Κράκυ, δεν θα την ξεχάσω ποτέ να της πείτε. Και τώρα να με συγχωρείτε, η παράσταση, οι αμερικανικές μεραρχίες που αποβιβάστηκαν. Ο φόβος σας.

(τα φώτα της σκηνής φωτίζουν κάθε τόσο ένα από τα πρόσωπα που μιλούν για την Κράκυ. Σε μια τους αναλαμπή, παραμένουν εκτυφλωτικά. Ένα μεγάλο παραβάν με το πρόσωπο ενός κοριτσιού κυλά από την οροφή. Πάνω του προβάλλονται πορτραίτα κοριτσιών του έρωτα. Μαδρίτη, Ρώμη, Λας Βέγκας, Αθήνα,  stripers και χρώμα μονού δολαρίου. Η Κράκυ εμφανίζεται αργά στη σκηνή. Μέσα από τα τοπία της πόλης του τότε και του τώρα αποκαλύπτεται αργά. Σαν κάτι να ζωντανεύει στη σκηνή όταν όλα γίνονται στάχτη.)

V.Θα γίνω πρώτη χορεύτρια των μεγαλύτερων θεάτρων.Η κοσμική ζωή μου θα διαθέτει αγόρι και έξαλλες νύχτες, εξαίσιες. Ακριβώς όπως τραγουδούν οι ποιητές.Όταν θα βγαίνω στη σκηνή, τα φλας θα με χτυπούν σαν ειρηνικοί κεραυνοί. Θα λένε, κοίτα της πώς γεννιέται στις σκιές, πώς μεταμορφώνεται σε λουλούδι, σε πρόσωπο του πρωινού και άπιαστο ιδανικό. Εσύ θα ΄σαι ο πιο τυχερός όμως (γίνεται ερωτική, όλο υπονοούμενα). Δίχως κανείς να υποπτεύεται θα με θαυμάζεις σαν ερωμένη σου και άνθρωπο ολοδικό σου. Θα λες, η γυναίκα αυτή μου ανήκει, από έρωτα θα πεθαίνεις.

Δις Κράκυ, από τι κινδυνεύετε;
Μα μονάχα απ΄τον εαυτό μου!
(γελά καθισμένη σε μια εσοχή, τινάζοντας ερωτικά, όλο νάζι τα γυμνά της πόδια. Όλα γύρω της καίγονται σε μια ατμόσφαιρα Μέριλιν)
Είστε ερωτευμένη αυτόν τον καιρό;
Γίνεστε αδιάκριτος!
Άλλωστε εσύ και εγώ θα ξέρουμε ποιος είναι ο περίφημος πρεσβευτής της αγάπης που κατοικεί τα πάνω δωμάτια.
Δις Κράκυ, ποιος ρόλος απομένει;
Ο εαυτός μου, φυσικά!
Τα΄χω φανταστεί βλέπεις όλα, τα΄χω ζήσει τόσο βαθιά που θα μπορούσα αν χρειαστεί ν΄αντέξω όλα τα “όχι” των ποιημάτων. Τ΄όνομά μου σημαίνει σπασμένη. Κοίτα τη ρωγμή που τρέχει πάνω μου, κοίτα τη μυστική ρωγμή που κοιμίζει ένα κορίτσι ολότελα παράξενο. Όλοι του οι φίλοι ταξιδεύουν τη χώρα με θιάσους. Είναι ζογκλέρ, μίμοι, γελωτοποιοί, που γυρνούν άσκοπα τον κόσμο. Κάτω Ιταλία, Παλέρμο, Αθήνα, άγνωστοι παράλληλοι που ως το τέλος της νύχτας θα ΄χουν σβήσει. Όλα σε τούτα τα μέρη κατακτήθηκαν.Οι ξέφρενες ζωές μας, πλανόδιες, ως τ΄ακρότατο όριο περνούν και πάνε.Μ΄ιλιγγιώδη ταχύτητα ως το τέλος της ευτυχίας.

(ξαφνικά σοβαρεύει. Το πρόσωπό της αγριεύει από μια άγνωστη αιτία. Στο μεταξύ τα βιολιά εκτελούν ρυθμούς γνώριμους για όσους ταξίδεψαν κάποτε στο Μπουένος Άιρες.)
Πώς τολμάς να φεύγεις! Ποιος σου έμαθε να φέρεσαι έτσι στους ανθρώπους! Είσαι από εκείνους που νομίζουν πως όλα εξαγοράζονται, έτσι δεν είναι; Λοιπόν, το ξέρω καλά το είδος σου. Είναι πολλοί εκεί έξω σαν εσένα. Κάθε βράδυ ξενυχτούν μεθυσμένοι στην οδό Μίλερ.Μα τι λέω! Πόσο αφελής είμαι! Σωστό κορίτσι του λαού! Εσύ δεν συχνάζεις σ΄αυτούς τους κακόφημους δρόμους. Είσαι πολύτιμος για την ξακουστή μας πολιτεία, ο κόσμος αυτός σου ανήκει, σωστά;
Σου είπα, είσαι τυχερός, αθεράπευτα τυχερός! Απόψε θα χορέψω για σένα, μόνο για σένα. Θα βάλω τα δυνατά μου, αρκεί και εσύ να μην φερθείς σαν τους φτωχούς θαμώνες της οδού Μίλερ. Θα χρειαστεί να με πληρώσεις και με το παραπάνω. Δεν φαντάζεσαι πόσους ρόλους μπορώ να σκαρώσω, σημαδεύοντας όλα σου τα ένστικτα. Δεν θέλεις;Μα γιατί; Φοβάσαι πως θα με ερωτευτείς, πως δεν θα μπορέσεις να στρέψεις την πλάτη σου σ΄αυτή τη ζωή. Εδώ ανάμεσά μας, κοίταξε, νιώσε, υπάρχει μονάχα τ΄άδειο διάστημα και ο έρωτας. Πες μου τα γούστα σου, (ολοένα και πιο ερωτική, σχεδόν απειλητική. Τα βιολιά διατρέχουν κλίμακες.), έλα, πες μου.

-Πάψε!
-Θέλω να ξέρω, ακούς! Θέλω απόψε να στα προσφέρω όλα. Είμαι ένας αριθμός δικός σου, πληθυντικός.
-Πάψε! (την σφίγγει το λαιμό, εκείνη γελά. Σε λίγο όλος ο κόσμος όλος ο κόσμος που πενθεί. Όλα ξανά θ΄αρχίσουν ως τη φωνή του αφηγητή και τον καιρό που ζούσαν οι αγάπες.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Boutique_Theatre, ελληνική λογοτεχνία, θέατρο