Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Τα σταφύλια

sotirellos19.10.17
favicon

«Ο Θάνατος, είναι εντάξει ο Θάνατος, αλλά τα γηρατειά, φίλε τα γηρατειά…»
Ζακ Μπρέλ

«Πάλι πήρε το αμάξι και έφυγε!», του είπε η μάνα του όταν τον αναζήτησε, «Ανέβηκε στην πλατεία να πάρει σταφύλια». Ξεφύσσηξε προσπαθώντας να αποβάλει τον εκνευρισμό και έκλεισε με βρόντο την πόρτα πίσω του. Τι θα γινόταν άραγε με αυτήν την κατάσταση; Ο γιατρός του είχε απαγορεύσει δια ροπάλου την οδήγηση, δεν ήταν μόνο για την δική του ασφάλεια αλλά και των γύρω του, ένα εγκεφαλικό, ένα καρδιακό, δεν ήθελε και πολύ για κάποιον που πλησίαζε τα ενενήντα δύο, κι ύστερα αυτή η αστάθεια, σαν ζαλισμένο πρεζάκι παλάντζαρε πλεόν, αλλά αυτά τα άτιμα δεν έπεφταν ποτέ, μόνο οι γέροι έπεφταν. Δεν είχε περάσει χρόνος καλά-καλά που είχε τσακίσει το ισχίο του, εκεί να δεις ταλαιπωρία νοσοκομεία και φυσιοθεραπείες. Κάθε φοράπου τον έβλεπε να γυρίζει ήθελε να τον μαλώσει, αλλά οι λέξεις φράκαραν στον οισοφάγο, τι θα άλλαζε σάμπως. «Φώναζε με τουλάχιστον να σε πηγαίνω εγώ», του έλεγε όποτε τον προλάβαινε στην εξώπορτα, άσε που είχε αρχίσει το διασκεδάζει που πήγαινε μαζί του, του άρεσε η σχολαστικότητα που τα διάλεγε, ο τρόπος του τα πίεζε και τα δοκίμαζε. Αυτή την φορά όμως δεν θα την γλίτωνε την κατσάδα, τόσες φορές τους είχε αναστατώσει με τα καπρίτσια του. Τον περίμενε στην εξώπορτα καθώς τα λεπτά αργοκυλούσαν, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και ύστερα άναψε με την καύτρα το επόμενο, στο τέλος καβάλησε τη μηχανή να τον αναζητήσει. Είδε, φτάνοντας στην πλατεία, τα σταφύλια σκορπισμένα στην άσφαλτο, κίτρινα και ζουμερά, και κείνον, τον γεροντάκο, πεσμένο κατάχαμα δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του Βόλβο. Δεν ήθελε να πιστέψει πως αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον αντίκριζε. Ανακοπή καρδιάς είπαν οι γιατροί. Τουλάχιστον έφυγε όρθιος…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία