Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η μοναξιά της Αλάμπρα

thiveos3.10.17
fav_separator

Francisco Tárrega

Σε δείχνουν τα όνειρα
και οι νύχτες
ξημερώνουν

Ο. Σαίξπηρ

Ο Φρανσίσκο Ταρέγκα θα χαρίσει στην ανθρωπότητα ένα μεγάλο έργο. Ανάμεσα στις συνθέσεις του, πέρα ακόμη και από την αδιαμφισβήτητη επιδεξιότητα που θα θεμελιώσει το κλασσικό μέτρο στη διδασκαλία της κιθάρας συγκαταλέγεται ένα θαύμα. Πρόκειται για τις εμβληματικές οι Αναμνήσεις της Αλάμπρα.Εκεί που γράφτηκαν μερικές από τις πιο εξωτικές ιστορίες αυτού του τόπου, μες στα δωμάτια των παρηκμασμένων παλατιών του Κ. Ουράνη, σ΄έναν άλλο χρόνο πια, η κιθάρα του επίμονου τυχοδιώκτη αντηχεί την τρυφερή, τη γεμάτη ιδεαλισμό και όνειρο Ισπανία. Έναν κόσμο γεμάτο εξωτισμό, σπαρμένο τα κάντο που δονούν την ψυχή. Σαν άλλη δυναστεία των Αββασιδών αυτός ο τόπος ξυπνά μονάχα στον ήχο της μουσικής, εκείνης της ξαφνικής επανάστασης που θεμελιώνει μέσα της τ΄όραμα.

Τα τρία ποιήματα που ακολουθούν γεννήθηκαν εκεί απάνω στις κλίμακες της Αλάμπρα. Ο λαιμός τους είναι σπασμένος, των κοριτσιών η πίκρα και η έρημος που σμίγει με τα νερά τα ΄χει σημαδέψει.

Γεννιούνται και πεθαίνουν με τη μουσική, πάντα ελεύθερα στο αίσθημα και τη φαντασία.

Recuerdos
με μια κιθάρα και ρώμη ακατέργαστη
κοντά στα 1896

I.
Χρόνια μετά, στην πάροδο της λεωφόρου, έγχορδες μουσικές, σχέδια μεγάλα που νικήθηκαν. Ο τελευταίος κιθαρωδός της Ασίζης, αδύναμος σαν Χριστός, φορτωμένος τη μοίρα του κόσμου, ένας που φλέγεται απ΄τις νύχτες του ισημερινού. Ασημένιες πεταλούδες μες στο στόμα του, όπως χίλιοι σπασμένοι καθρέφτες. Βαθύτατο μπλε του αερίου που καίγεται σαν άγγελος. Να σε συντοφεύουν τα μπλουζ νύχτες ολόκληρες, ν΄ανασαίνεις λέει, το ιλιγγιώδες της ζωής.

II.
Κιθάρες, κιθάρες, ηχεία της Κύθνου και του κλειστού μου κόσμου. Πόσες σιωπές φτιάχνουν ένα τραγούδι και πώς γελάς και πώς πενθείς. Πώς απάνω στον έρωτα γράφεις ιστορία.
Κιθάρες, κιθάρες σαν σημαίες, με τις χορδές τους πιασμένες στ΄άστρα, κάντο της Αραγωνίας, από φωτιά και από σίδερο.
Έτσι προσευχήθηκε και εμείς που ως τότε σε τίποτε δεν πιστέψαμε, σκεπάσαμε το φεγγάρι με ένα μεγάλο, αρκαδικό υφαντό για χάρη του.

III.
Αφήνοντας πίσω του μια ιδέα άνεμο, ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών, διέσχισε τον ουρανό. Το θέατρο σείστηκε. Με τι χάρη συγκρατεί όλη της τη ζωή απάνω στις άκρες των χεριών της. Να δεις πώς φωτίζεται ο ουρανός για χάρη της, πώς μεγαλώνουν οι καρδιές μας, πώς ζεσταίνονται. Όλο και πιο γρήγορα τα νιάτα της ξέφρενα περνούν από πόλη σε πόλη, από ιστορία σε ιστορία.

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία