Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σπάνιες πολιτείες

thiveos5.9.17
fav_separator

μ΄οδηγίες σκηνικές
για ένα θέατρο ακατόρθωτο

(Μόλις σβήσουν τα φώτα στην πλατεία, ένα τεράστιο παραβάν πέφτει καταιγιστικό απ΄την οροφή. Πρόκειται για τον πολύχρωμο χάρτη των πιο σπάνιων πολιτειών. Μια σειρά από παράξενα σχήματα φωτίζεται από χαμηλά, εισάγοντας στο προσκήνιο το ζήτημα της φωτοσκηνοθεσίας.
Αυτές δεν είναι σκηνικές οδηγίες, αυτό το μέρος δεν είναι θέατρο. Το θέατρο είναι αφαίρεση, αφαίρεση ώσπου τίποτε να μην απομείνει άλλο από αυτήν την αναμέτρηση.
Τίποτε το συνηθισμένο κάτω απ΄αυτόν τον ίσκιο. Πρώτος, σαν χάρτινο φάντασμα περνά ιδανικά ένας ακροβάτης.
Και εκεί που ολόκληρος ο κόσμος μετριέται πάνω σ΄αυτό το εκκρεμές, ο ασημένιος ουρανός ανάβει πάνω απ΄τους θεατές. Όλοι κρατούν την ανάσα τους. Εμπρός τους τ΄αμετάφραστο. Η οροφή σε λίγο θα γεμίσει απ΄αυτά τα χάρτινα πουλιά που αλλάζουν ταίρι απάνω στο κενό και απάνω στον μεγαλύτερο κίνδυνο.)

Αϊντάχο

Η Κράκυ
συνέχιζε,
φώναζε
μ΄όλη της την ψυχή.
Είχε έναν τεντωμένο λαιμό,
γεννιόταν ξανά
μες στο τραγούδι του παγονιού.
Όταν κάποιος
αγόραζε ένα εισητήριο
εκείνη υποκλινόταν
με δεκαέξι περιδέραια
γύρω απ΄τον λαιμό της.
Μιλούσαν για ΄κείνη
ως την πιο απομακρυσμένη περιοχή.
Η Κράκυ αποτελούσε το πρώτο όνομα του θεάτρου.
Ήταν υποβλητική
και έτσι όπως άφηνε
μια ιδέα του εαυτού της
να φανεί
όλα γύρω της
ξυπνούσαν απ΄την αρχή.
Πνιγμένα στον έρωτα,
απεγνωσμένα.

Αβάνα

Ο Ρεϊπούλδο είναι ένας μαστροπός.
Ζει χρόνια στο περιθώριο,
χαρίζοντας στα κορίτσια του
ένα σωρό δώρα.
Στη δούλεψή του
διαθέτει το σωματείο των στιλβωτών,
τους ανάπηρους που ζητιανεύουν
στις κεντρικές λεωφόρους.
Μια παράξενη σειρά
από επαγγέλματα
και από συνήθειες
που τελούν υπό
την ακούραστη φροντίδα του.
Ο Ρεϊπάλδο υπήρξε πυγμάχος,
γητευτής φιδιών,
εραστής των ωραιότερων κοριτσιών.
Τριγυρνά κάθε νύχτα
σε μια παλιά πόλη
εμπρός απ΄τα αρχαία νερά.
Προσεύχεται μεθυσμένος
ως το πρωί.
Ένα πελώριο φεγγάρι από νέον
ένας κίνδυνος πραγματικός
μπορεί να μετατρέψει σ΄απειλή
την τσαγκαράδικη φαλτσέτα
που ΄χει πάντα στο γιλέκο του.

Κεντ

Η σπανιότητα της ομορφιάς σου
δεν είναι τίποτε περισσότερο
από εσένα την ίδια

Ο κύριος Άρθουρ Σ, για τον οποίο όλα περιβάλλονταν με μια μυθιστορηματική μυστικότητα αναχωρεί σήμερα. Με το επιβατηγό Θεοσκέπαστη που θα ταράξει το λιμάνι με τα νερά, τις φωνές και όσα καθώς πάντα συμβαίνουν στα λιμάνια.

Ο κύριος Άρθουρ έμεινε σε μια απομακρυσμένη περιοχή. Απόλαυσε τα θερινά του μπάνια σε μια ιδιωτική, απόκρημνη ακτή. Σπήλαια, θαλασσοπούλια και τρομερές νύχτες τον συντροφεύουν. Κάθε τόσο ένας φαροφύλακας, το ίδιο έρημος πλησίαζε στην ακτή. Ήταν φορτωμένος με τ΄απαραίτητα για τη διαμονή του κυρίου Άρθουρ. Οι δυο τους είχαν αναπτύξει μια ιδιότυπη σχέση. Ένιωθαν πως μοιράζονταν την ίδια μοναξιά καί οταν συναντιόντουσαν μεθούσαν. Ο φαροφύλακας περνούσε το βράδυ του κάτω απ΄την κληματαριά. Νωρίς το πρωί γλιστρούσε στα νερά.

Μια τέτοια νύχτα, συλλογίστηκε στα ρέλια της Θεοσκέπαστης που ΄χε κιόλας ανοιχτεί και κάπως πικράθηκε. Ο κύριος Άρθουρ θα επιστρέψει στο Λονδίνο. Έχει να παραδώσει μερικά κρίσιμα άρθρα. Οι υπόλοιπες δουλειές του είναι κανονισμένες. Οι άνθρωποί του στην πόλη φροντίζουν για όλα. Το κορίτσι του, μια ξανθιά Λορελάι τον περιμένει κάπου στο Κεντ. Ο κύριος Άρθουρ δεν την αγαπά. Η παρέα της τον ευχαριστεί, όμως εκείνος είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του. Ο χρόνος του είναι λιγοστός. Ταξιδεύει συχνά σε κάθε μεγαλούπολη αυτού του κόσμου. Παρίσι, Ρώμη, Ουάσιγκτον, Σικάγο, Αθήνα, Βερολίνο με συνεχείς ανταποκρίσεις, εκεί που συσπάται η καρδιά αυτού του κόσμου.

Φάνηκε κιόλας το φεγγάρι. Ο κύριος Άρθουρ γυρεύει την καμπίνα του. Διαθέτει ένα μικρό φεγγίτη προς τα νερά. Τι ευτυχία μια τέτοια ώρα λίγη ησυχία, είπε ισορροπώντας στα σπλάχνα του τρομερού μηχανήματος. Ζωγράφισε λίγο με το μολύβι του κάτι μακριές μορφές, πανωφόρια, έναν φράχτη και μερικά δέντρα. Όταν κουράστηκε κάπνισε ειρηνικά και έτσι μες στους καπνούς πέρασε στ΄όνειρο.

Ένα νεαρό κορίτσι, ένα κατάμαυρο φουστάνι μες στον άνεμο και μες στις αγορές. Τελευταία ελπίδα απ΄εκείνο το χαμό οι μικρές σκεπές της μέσα πόλης. Μες στο μυστήριο του ανηφορικού δρόμου στέκουν τα παλιά σπίτια. Τα έχτισαν οι έμποροι να δεσπόζουν στην απάνω μεριά. Τώρα γερνούν σκληρά και τα δαμάζουν ήλιοι. Μα πάνω απ΄όλα είναι το κορίτσι που θα μπορούσε να ονομαζόταν Ελένη, Αριάδνη, Ηρώ, ή Λορελάι του Κέντ. Όλα πια κινδυνεύουν να χαθούν..

Ο κύριος Άρθουρ όλα θα τα ζωγραφίσει. Με ταραγμένο χέρι, με πύρινα μάτια θα χαράξει όλες τις γραμμές, τις υποψίες, τα χείλη τα ζεστά, όπως στο όνειρο, το παράθυρο που κοιτάζει τ΄αδειο χρώμα, μια σπηλιά γεμάτη ρωγμές απ΄το παράξενο. Ένα τέτοιο καλοκαίρι θα ζωγραφίσει ο κύριος Άρθουρ Σ, στο δωμάτιο του μελαγχολικού Λονδίνου.

Την ώρα που οι αναμνήσεις του σκορπίζονται σαν πεταλούδες ο κύριος Άρθουρ ξυπνά μ΄ασχημη γεύση, κάπως δυσάρεστα. Η Θεοσκέπαστη παλεύει με τα κύματα. Το κορίτσι πάει χάθηκε τώρα πια. Και όσο και αν προσπαθεί ο κύριος Άρθουρ, όλα  του αφήνουν τα χέρια.

Περί την 5η πρωινή, το επιβατηγό πλοίο Θεοσκέπαστη βυθίστηκε στ΄ανοιχτά της νήσου Σίφνος. Η τρομερή θαλασσοταραχή, ασυνήθιστη για την εποχή και τα ελλειπή μέτρα ασφαλείας συνέτειναν στην έκβαση της τραγωδίας. Κλιμάκιο του υπουργείου μεταβαίνει στη νήσο Σίφνο όπου και θα ληφθούν όλες οι αποφάσεις. Μέριμνά μας η φροντίδα των επιζώντων, επεσήμανε χθες από την Αθήνα ο πρόεδρος της κυβερνήσεως. Περί απόδοσης ευθυνών, κάνουν λόγο οι συγγενείς των θυμάτων. Τέλος, σημειώνεται ότι μεταξύ των αγνοουμένων περιλαμβάνεται ο διάσημος Άρθουρ Σ,  που ταξίδευε για τον Πειραιά. Η βρετανική πρεσβεία σπεύδει να δηλώσει τη συντριβή της για τον άδικο χαμό του άξιου τέκνου.

Ο κύριος Άρθουρ Σ, τώρα ταξιδεύει  ευτυχισμένος. Μες στην ευγνωμοσύνη των χεριών της  κάποια ώρα διάφανη, εισέρχεται θριαμβικά στις αυλές των μυστηρίων, εγκαταλείποντας κάθε άλλη ζωή.

Ροσάριο

Η Κλάρα δουλεύει στο τσίρκο του δρόμου.
Δεν είναι τόσο όμορφη,
όσο θέλει να την βλέπει
εκείνος ο σκληρός νέος
που την αγαπά.
Η Κλάρα διαγράφει άλματα
πάνω απ΄το κοινό.
Ανήκει σ΄εκείνα τα σπάνια πλάσματα
που γεννιούνται απ΄το τίποτε
πάνω απ΄ τις αρένες.
Δεν είναι όμορφη σας λέω,
όμως για την Κλάρα
κάθε νύχτα
φθάνουν ασημικά και πουλιά σε κλουβιά.
Ένα της νεύμα,
το γέλιο της
σαν ξαφνικός θρίαμβος
συνεπαίρνει τους επίσημους προσκεκλημένους.
Η Κλάρα ονειρεύεται το Παρίσι.
Οι ανεμοστρόβιλοι
που είναι εγκατεστημένοι μέσα της
θα την πάρουν μακριά.
Η Κλάρα ονειρεύεται τις νύχτες
χρυσαφένια βραχιόλια.
Η καρδιά της σβήνει
με τα φώτα της πόλης
Είναι στ΄αλήθεια όμορφη
και όμως η μοίρα της
είναι να βαδίσει κάποια μέρα
ίσια προς το θάνατο,
στοιχηματίζοντας την ίδια της
την ζωή
σε μια ακατόρθωτη πιθανότητα.

Μπραζίλια

Αυτό το θέατρο που αστράφτει μες στη νύχτα, στο βάθος της οδού Ροσάριο, κάποτε φιλοξένησε τόσα και τόσα θαύματα. Τώρα γκρεμίζεται δίχως ενδοιασμούς, παίρνοντας μαζί του τα κοστούμια, τις πρεμιέρες, τα παραβάν. Στη θέση του θα υψωθεί ένα περίφημο, καλιφορνέζικο μέγαρο μ΄αετώματα και ρυθμούς μελλοντικούς. Οι παλιοί κάτοικοι αυτής της πόλης περνούν εμπρός απ΄τη σφραγισμένη του πύλη και δακρύζουν. Εδώ κάποτε η Μαρία, μια ανερχόμενη πρωταγωνίστρια του λαϊκού θεάτρου αγαπήθηκε και πέθανε σαν θεά. Ο Δον Ισίντρο πίσω απ΄την ορχήστρα, έχει χιλιάδες ιστορίες για να πει. Τίποτε δεν θα ΄ναι αυτή η πόλη δίχως το θέατρό της, δίχως την Ρενέ που υποδεχόταν τους θεατές σ΄ένα απαστράπτον κλουβί γεμάτο μ΄άνθη και την αρχαία, γύψινη πηγή του ύπνου.


(Και έτσι ξαφνικά, την ώρα που οι ηθοποιοί υποδύονταν πολιτείες ολόκληρες και εποχές, έφθασε το κρύο. Η σειρά των πόλεων έσβησε.Οι καφετέριες της νύχτας με τα τρομερά τους περιθώρια σφραγίστηκαν. Οι πιο ωραίες ιστορίες, οι πιο θαρραλέοι κιθαρωδοί, τα σπίτια της προκυμαίας που τα στεφάνωναν κάποτε έφηβοι έρωτες, όλα πάει, πνίγηκαν στη σκόνη. Μείναν μονάχα κάτι σκιάχτρα, κάτι λιγότερο απ΄τις σπουδές των ζωγράφων και τ΄άδεια μάτια των ναυτικών που ως γνωστόν η αβάσταχτη φαντασία τους μπορεί να γεννήσει μες στους κύκλους την λευκότατη ώρα. Από εκείνους τους αλησμόνητους αιώνες και απ΄τις πόλεις των θρύλων που συντρίφτηκαν από τους καιρούς σώζεται μονάχα η φιγούρα του θεατρώνη που γερνά στις σποράδες, πλάι στις μπρούτζινες ανθοστήλες και τη φαντασμαγορία ενός βαθιού, κόκκινου χρώματος.
Θέλω να πως είναι τόσες οι πολιτείες αυτού του κόσμου και τόση η φαντασία του ώστε μέσα του το θέατρο και η πιο αδέξια μιλιά μας μπορούν να γίνουν ξανά τραγούδι. Θέλω να πω πως εδώ και καιρό ζουν μυστικά σε κάθε γωνιά, παιδιά με φτερά στις πλάτες τους.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, πεζοποιήματα, ποίηση