Δημήτρης Φύσσας, «Σινέ Μαραθιά»

Σινέ Μαραθιάς

Σινέ Μαραθιά

favicon

Όπου ένα εξοχικό σινεμά της Αμαλιάδας ταξιδεύει στο χρόνο.

Στην παρέα από τα «Σαλτάρεια» της Μαραθιάς

Mε γαυγίσματα σκυλιών, δέσμες φακών, φωνές και τις κόκκινες ακτίνες των μπλάστερ να χτυπάνε τα δέντρα πλάι του, ο Μουσταφά Γεωργίου έτρεχε μέσα στο δάσος, μέσα στο σκοτάδι, για τη ζωή του. Έτρεχε μ’ όλη του τη δύναμη, σχεδόν στα τυφλά, ανάμεσα στα πυκνά και πολύ ψηλά πεύκα, που εμπόδιζαν το ελάχιστο φως των αστεριών και της σελήνης να φτάνει στα μάτια του. Πού και πού κάποιο κλαρί τον έγδερνε στα χέρια ή στο πρόσωπο. Κινδύνευε να τρυπηθεί και σε μάτι, αλλά συνέχιζε το τρέξιμο, σχεδόν στο βρόντο. Ήξερε ότι αν τον έπιαναν, ακολουθούσε εκτέλεση με το τελετουργικό ισλαμορθόδοξο παλούκωμα, ζωντανά στο τηλεδίκτυο μάλιστα.

Λαχανιασμένος και ιδρωμένος, δεν ήξερε προς τα πού πήγαινε, δε μπορούσε καν να πει ότι είχε χάσει το δρόμο- ποιο δρόμο; Δρόμος του ήταν, αφού θα τελείωναν, να πάρει πάλι πάλι το αυτόπτερό του και να επιστρέψει στην Αθήνα. Τώρα πια όμως, οι παπαδοειδείς θα είχαν βρει σίγουρα το αυτόπτερο, όπως και των άλλων, και δεν υπήρχε ελπίδα να γυρίσει να το πάρει. Ήξερε πως κάπου κοντά ήταν η θάλασσα. Είχε την τρελή ελπίδα ότι οι διώκτες, παρόλο που έλεγχαν τον αέρα και την ξηρά, ίσως να μην είχαν σκεφτεί τη θάλασσα. Αν λοιπόν  δεν τον προλαβαίνανε τα σκυλιά, οι ανιχνευτές θερμότητας ή οι δορυφόροι της Ισλαμορθόδοξης Ομοσπονδίας, ίσως έβρισκε καμιά ξεχασμένη βάρκα κι ανοιγότανε στο πέλαγο. Μια ελάχιστη  πιθανότητα. Μα έστω και χωρίς βάρκα, αν προλάβαινε να πέσει στο νερό, ίσως και να τον σκότωναν με τα μπλάστερ. Πάλι καλύτερα θα ΄ταν.

Τρέχοντας, ο Μουσταφά αναρωτιόταν τι  έγινε η Μάγια, που μέχρι πριν λίγο έτρεχε αλαφιασμένη πίσω του.  Καθώς ένα κλαρί τού έσκισε το αριστερό μάγουλο και τα σκυλιά της Ισλαμορθόδοξης Ομοσπονδίας ακούγονταν όλο και πιο κοντά, ένιωσε το θαλασσσινό αεράκι ν΄ αρμυρίζει το πρόσωπό του. Ξεχνώντας τη Μάγια, προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα. Απότομα, το δάσος τέλειωσε. Ο τόπος, σα να ξεσκεπάστηκε,  φωτίστηκε από το φως τ΄ ουρανού. Τα πόδια του πάτησαν παχιά αμμο. Η ακτή. Η παραλία.  Άρχισε να τρέχει προς  το γιαλό. Αυτό που μαύριζε, θα μπορούσε να ΄ναι βάρκα;

◙ ◙ ◙ ◙

Εκείνο το πρωί της ίδιας μέρας του Αυγούστου του 2140 (παλιό  ημερολόγο), ο Μουσταφά Γεωργίου είχε καθίσει στον καναπέ του σπιτιού του και είχε δώσει νοητικά την απαραίτητη εντολή στο υποδερμικό μικροτσίπ νευρωνικού ελέγχου  του ν΄ ανοίξει το τηλεδίκτυο. Καθώς οι τρεις τοίχοι απέναντι και στα πλάγια φωτίστηκαν από τους ψηφιακούς μεταδέκτες, ο Μουσταφά διέταξε νοητικά «ειδήσεις». Μετά το σήμα της Ομοσπονδίας –μισοφέγγαρο με σταυρό-, οι ειδήσεις της ημέρας άρχισαν να παίζουν τρισδιάστατα μπροστά του. Υπέστη το πρόγραμμα ταξιδιών του Αλπαρσλάν του Α΄, νέου οικουμενικού πατριάρχη της Ισλαμορθοδοξίας,  τη γέφυρα τάδε που εγκαινίασε ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, ο Οβιδίου Σαλί Μπογκντάνοβιτς, τις «νέες προκλήσεις» των άθεων δυτικών στο Ιόνιο και την πυρκαγιά στον Καράμπαμπα, το μεγαλύτερο από τα 24 ισλαμορθόδοξα μοναστήρια  του «Αγίου Όρους»- τα συνηθισμένα. Βαρέθηκε.

Έδωσε νέα εντολή: «καλλιτεχνικά». Άρχισαν χοροί σε παγοδρόμιο, μια έκθεση ζωγραφικής σε κάποια γκαλερί, οι νέες  τηλεοπτικές σειρές. «Κινηματογράφος», εξειδίκευσε νοητικά. Αμέσως, ένα μακρύ μενού τανιών άρχισε να «κρέμεται» στη μέση του δωματίου. Υπήρχαν δυο κατηγορίες ταινιών: οι Νέες, δηλαδή μετά την ΜΙΟΕ (Μεγάλη Ισλαμορθόδοξη Επανάσταση) του 2127  (παλιό ημερολόγιο) και οι Παλιές, οι πριν τη ΜΙΟΕ. Στο τμήμα των  Νέων Ταινιών, οι τίτλοι τον έκαναν να βαρεθεί αυτόματα: «Η οικογένειά μας», «Η πίστη σώζει»,  «Το ελάφι», «Μια μέρα στο δάσος», «Η σωτηρία»,  «Το μέλλον μας είναι λαμπρό», «Το παιδί και ο Θεός»,  «Η καλή νεράιδα», «Η κοινωνία σημαντικότερη από το άτομο», «Ο Θεός είναι μεγάλος» και άλλα συναφή. Όλες οι ταινίες αποκαθαρμένες από κάθε τι ανήθικο ή απάδον προς τις αρχές του ισλαμορθόδοξου πολιτισμού.

Δοκίμασε στις Παλιές. Εδώ οι τίτλοι δεν είχαν αλλάξει. Οι ταινίες του Κουροσάβα, του Όλτμαν, του Τριφό ή του Φελίνι εμφανίζονταν ακριβώς όπως παλιά. Διάβασε προσεκτικά τον κατάλογο και επέλεξε το «Farewell, my lovely», ένα παλιό φιλμ νουάρ που δεν είχε τύχει να το δει ποτέ ως τότε, βασισμένο σε ακόμα πιο παλιό βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Ξέροντας τι τον περίμενε, προετοίμαζε ψυχολογικά  τον εαυτό του να μην αγανακτήσει, ως συνήθως, για ό,τι θα ακολουθούσε.  «Τουλάχιστον, παρά την κατάντια που θα έχει, κάτι θα δω και κάτι θα καταλάβω. Κι  επιπλέον, το βράδυ πλησιάζει. Ας σκοτώσω την ώρα μου τώρα». Και προσπάθησε να δει την ταινία που άρχιζε. Τρία τέταρτα μετά,  ήταν ζήτημα αν είχε δει ένα τέταρτο ορίτζιναλ ταινία. Τα υπόλοιπα ήτανε διαφημίσεις ή κοψίματα σε βαθμό που δεν καταλάβαινες τι γινότανε. Δεν άντεξε περισσότερο, έδωσε εντολή  να σβήσει το τηλεδίκτυο. Όπως πάντα, είχε  αγανακτήσει από το νέο μοντάζ που είχαν κάνει τα στούντιο της Ισλαμορθόδοξης Ομοσπονδίας και σ΄ αυτήν, όπως  και σε όλες τις άλλες παλιές ταινίες.  Είχαν αφαιρέσει κάθε σκηνή με  βρισιές και γλώσσα της πιάτσας, με φλερτ, φιλιά ή σεξ, με  αλκοόλ, με την ελάχιστη σωματική βία,  με δυστυχήματα, με  τσιγάρο, με αντιθρησκευτικές ή κυνικές αναφορές. Από την άλλη, είχαν προσθέσει τις λεγόμενες «μόνιμες διαφημίσεις».

Η μόνιμη διαφήμιση δεν ήταν σαν την διαφημιστική «σφήνα» της  παλιάς τηλεόρασης, μια σφήνα που παιζόταν διακόπτοντας το τηλεοπτικό πρόγραμμα. Η μόνιμη διαφήμιση γυριζόταν για την κάθε ταινία χωριστά και μονταριζόταν έτσι ώστε–όπως το ΄λεγε και η λέξη- να αποτελεί ενσωματωμένο κομμάτι της. Μια ταινία μπορούσε να έχει μέχρι και δεκαπέντε τέτοιες μόνιμες διαφημίσεις.   Προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες  μόνιμες  διαφημίσεις, έτσι που να ταιριάζουν με την υπόθεση και τους διαλόγους της ταινίας, προηγούνταν μελέτη του αρχικού φιλμ από ειδικά γραφεία του Υπουργείου Πολιτισμού της Ισλαμορθόδοξης Ομοσπονδίας. Μετά, δημιουργούσαν την αντίστοιχη διαφήμιση, γλυκερή, απλοϊκή και ασφαλή. Άλλα γραφεία του Υπουργείου έκαναν το κόψιμο των πολιτικά μη ορθών σκηνών. Όλες οι παλιές ταινίες προβάλλονταν υποχρεωτικά με τις μόνιμες διαφημίσεις τους και με αφαιρεμένα τα «μη ορθά» κομμάτια τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η παλιά ταινία κρατούσε μεν τον αρχικό τίτλο, όμως ελάχιστη σχέση είχε με το αρχικό πρωτότυπο. Τελικά ήταν κι αυτή μια Νέα Ταινία, μια ταινία της ΜΠΕ.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων που δε δούλευαν, ήταν επίφοβη για το θεοκρατικό καθεστώς, και γι΄αυτό απαγορευμένη. Γι΄ αυτό οι κινηματογράφοι, ταβέρνες, θέατρα, κλαμπ, γήπεδα ή μπαρ είχαν καταργηθεί, γκρεμιστεί ή μετασκευαστεί. Ο κινηματογράφος ως δημόσιο θέμα δεν υπήρχε πια. Ο μόνος τρόπος να δει κανείς ταινία ήταν στο σπίτι του- και μόνο μέσω του τηλεδικτύου.

Συνδυασμός τριών παλιότερων εφευρέσεων- τηλεόραση, διαδίκτυο και  υποδερμικό μικροτσίπ νευρωνικού ελέγχου (αυτό το τελευταίο το έφεραν πλέον όλοι)- το τηλεδίκτυο είχε φέρει επανάσταση στη μαζική ενημέρωση, βοηθώντας αποφασιστικά τις Ομοσπονδίες. Οι Ομοσπονδίες έλεγχαν τα τηλεδίκτυα και τα τηλεδίκτυα έλεγχαν τους πληθυσμούς – θεατές. Τα διαφημιζόμενα προϊόντα ήταν όλα κρατικά, αν και υποτίθεται ότι υπήρχε κάποιος «ανταγωνισμός», αφού   η νέα γενιά των θρησκευτικών και πολιτικοθρησκευτικών δικτατοριών είχε μάθει πολύ καλά το μάθημα από την κατάρρευση της σοβιετικής οικονομίας, πλήρως σχεδιοποιημένης και 100% κρατικά ελεγχόμενης. Άσε που το κύριο διαφημιζόμενο προϊόν ήταν το ίδιο το πολιτικό σύστημα, η Ομοσπονδία, ισλαμοφασιστική, κομμουνιστική, φασιστική ή ισλαμορθόδοξη.

Το όλο σύστημα βασιζόταν στο τρίπτυχο «Τηλεδίκτυο – Νέες  Ταινίες- Μόνιμη Διαφήμιση». Τα σπέρματά του του είχαν διαφανεί αρκετά παλιότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα,  σε χώρες που τότε λογίζονταν εχθρικές μεταξύ τους, ανεξάρτητα στη μια από την άλλη. Τέτοιες ήταν η  Βόρεια Κορέα, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Βιρμανία ή η  Ελλάδα. Περισσότερες χώρες ακολούθησαν και ιδρύθηκαν μια σειρά θρησκευτικές Ομοσπονδίες. Η οικονομική κρίση του 2109 ήταν η χαριστική βολή:  το παγκόσμιο πολιτικοκοινωνικό εκκρεμές στράφηκε αποφασιστικά προς τη θεοκρατία. Με ψυχαγωγία και διαφήμιση σε εναίο πακέτο, παρεχόμενο αποκλειστικά μέσα στο σπίτι του καθενός, τα καθεστώτα των Ομοσπονδιών δεν είχαν και πολλά να φοβηθούν. Ήταν ο θάνατος του φιλελεύθερου πνεύματος, της ατομικής πρωτοβουλίας, της ανοιχτής κοινωνίας και του ανταγωνιστικού καπιταλισμού. Οι ελάχιστες περιοχές του πλανήτη που είχαν μείνει απείραχτες από τη θεοκρατική πανούκλα, βασικά στη βόρεια  και δυτική Ευρώπη, ήταν πολύ αμφίβολο για πόσον καιρό ακόμα θα μπορούσαν να κρατηθούν.

Οι παλιές ταινίες είχαν συλλεγεί συστηματικά από τα καθεστώτα και είχαν καταστραφεί. Εκατομμύρια παλιές μπομπίνες, βιντεοταινίες, ντιβιντί, σουπερ θρι ντι, τριπλ άρτσιντ,  ΜΤφιλμ, μεγκατσίπ και άλλες αποθηκευμένες μορφές ταινιών είχαν καεί από το 2127 και μετά. Μουσεία, ταινιοθήκες, προσωπικά αρχεία είχαν λεηλατηθεί βάναυσα. Μία μόνο κόπια απόμεινε από κάθε Παλιά Ταινία,  κι αυτή πειραγμένη καταλλήλως από το Υπουργείο Θρησκευτικού Πολιτισμού, όπως βίωσε  ενοχλημένα ο Μουσταφά. Αυτή μόνο μεταδίδονταν. Κατά τα άλλα γυρίζονταν Νέες Ταινίες, ψηφιακές φυσικά -το σελιλόιντ είχε ήδη πεθάνει πριν από την Ισλαμορθοδοξία- στη γραμμή ακριβώς της κάθε Ομοσπονδίας. Το έλεγε και η σχετική προπαγάνδα: «Εικόνα, διαφήμιση, λατρεία: όλα στο σπίτι, όλα μόνος.  Όλα για σένα. Γιατί να κινδυνεύεις έξω; Η Ομοσπονδία και ο Θεός σ΄ τα παρέχουν όλα έτοιμα».

Στην περιοχή που παλιότερα υπήρχαν το ελληνικό και το τουρκικό κράτος, η εγκαθίδρυση της νέας κατάστασης έγινε χωρίς ν΄ ανοίξει μύτη. Κρατικιστές, θρησκόληπτοι, αντιδυτικοί, εχθροί κάθε ανταγωνιστικότητας, τηλεόπληκτοι ήδη, συνομωσιολόγοι, με δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία ακόμα και οι μη δημόσιοι υπάλληλοι, αντιφιλελεύθεροι, θαμώνες της ακινησίας, του τέλματος και των παραδόσεων, φαντασμένοι για τον «ιστορικό» τους ρόλο, οι Τούρκοι και οι Έλληνες τα βρήκανε μια χαρά, κι έτσι το κάποτε αδιανόητο, η  Ισλαμορθοδοξία, έγινε γεγονός.

◙ ◙ ◙ ◙

Ο Μουσταφά προσγείωσε το αυτόπτερό του πολύ προσεκτικά, ανάμεσα στα πεύκα του δάσους. Όσο μπορούσε να δει μέσα στο σκοτάδι, υπήρχαν άλλα δύο οχήματα εκεί. Στα  πέντε λεπτά που κράτησε το ταξίδι από την Αθήνα, η Μάγια είχε προλάβει να πει μόνο ότι οι μεγάλες της αγάπες ήταν οι πολύ πολύ παλιοί, ο Γκωμόν, ο Μελιές τέτοιοι.

Βγήκαν και πήραν προσεκτικά, μέσα στο σκοτάδι, το μονοπάτι για τον προκαθορισμένο χώρο. Ένας άντρας με ρόπαλο, ίσως μπαστούνι του μπέιζ μπολ,  τούς έκλεισε το δρόμο.

«Σύνθημα;», ρώτησε.

«Άλλεν», απάντησε ο Μουσταφά. «Παρασύνθημα;»

«Κοέν», είπε ο άντρας και συνέχισε:  «το αντιεντοπιστικό πεδίο έχει εγκατασταθεί. Ούτε τα φώτα, ούτε η θερμότητα, ούτε καν η πυρηνική γεννήτριά μας   δε μπορούν να εντοπιστούν. Και το αμυντικό πεδίο είναι επίσης σε λειτουργία. Ακόμα κι αν οι παπαδοειδείς καταλάβουν κάτι, δεν κινδυνεύουμε.  Περάστε λοιπόν από εδώ ακριβώς, εδώ έχει κρατηθεί το μικρό κενό στα πεδία». Δώσανε τα χέρια και οι νεοφερμένοι πέρασαν.

Λίγα βήματα πιο κάτω, όλα φωτίστηκαν. Ο Μουσταφά κοίταξε ένα γύρω. Ο χώρος ήταν υπαίθριος, με μια ελαφριά αμφιθεατρικότητα. Με καμπίνα προβολής και οθόνη σε απόσταση τριάντα  μέτρα, αλλά δίχως καρέκλες, το παμπάλαιο σινεμά ήταν σ΄ ένα ξέφωτο, ανάμεσα στα πεύκα. Καμιά διακοσαριά  άνθρωποι ήταν ήδη εκεί, καθισμένοι στο έδαφος ή  σε πέτρες. Άλλοι προσέρχονταν συνέχεια από διάφορες κατευθύνσεις. Τ΄ αστέρια φαίνονταν θαμπά. Κάτω από την οθόνη, μια παλιά μεταλλική ταμπέλα,με προσφατα τονισμένα τα γράμματά της,  έγραφε «Σινε Μαραθιά – Δήμος Αμαλιάδας».  Κάθισαν. Ο Μουσταφά ένιωσε για μιαν ακόμα φορά την επερχόμενη  χαρά της αληθινής προβολής, όπως τη θυμότανε παιδί.  Ο ήχος της μηχανής που γυρίζει το φιλμ. Η φωτεινή δέσμη στο σκοτάδι. Κι επιτέλους, όχι μόνιμες διαφημίσεις. Ούτε σκηνές κομμένες. Τ΄ αστέρια. Θυμήθηκε με συγκίνηση τους γονείς του, τους φίλους που πηγαίνανε μαζί σινεμά. Μόνο που τώρα ήταν παράνομος, τρίτη παράνομη προβολή στη ζωή του. Κι αναρωτήθηκε για μια φορά ακόμα, πώς και πού εξασφαλίζονταν οι ταινίες.

Λίγη ώρα μετά, ο κόσμος είχε πάψει να έρχεται. Μια γυναίκα σηκώθηκε όρθια  Ο Μουσταφά την ήξερε. Ήταν ένας θρύλος των παράνομων προβολών, η Αγλαϊα – Μόνα Μητροπούλου, απόγονος σπουδαίων  ανθρώπων του κινηματογράφου, παράνομη η ίδια πολλά χρόνια. Ένας άντρας, άγνωστός του, σηκώθηκε δίπλα της.

«Καλωσορίσατε, φίλοι του κινηματογράφου», είπε η γυναίκα.  «Ανακαλύψαμε αυτό το παμπάλαιο σινεμά. Σε νέα οθόνη και με νέα μηχανή προβολής, επισκευασμένη με πολλά ζόρια, θα έχουμε σήμερα  δυο ταινίες του προπερασμένου αιώνα,  την ‘Άγρια συμμορία’ του Σαμ Πέκινπα και την ‘Ευδοκία’ του Αλέξη Δαμιανού.  Κι αυτές βρέθηκαν με πολλή δυσκολία. Η πρώτη ταινία είναι στα αγγλικά, με ελληνικούς υπότιτλους. Η δεύτερη είναι στα ελληνικά, με τούρκικους υπότιτλους»

Ο άντρας μετάφρασε τα λόγια στα τούρκικα. Ύστερα, η Μητροπούλου συνέχισε: «Θα σας πω δυο λόγια για τις ταινίες, θα τις δούμε και μετά θα φύγετε για τις πόλεις και τα χωριά σας και στις δυο πλευρές του Αγαίου τόσο προσεκτικά, όσο ήρθατε. Λοιπόν, η  ‘Άγρια συμμορία’ είναι ένα φιλμ-»

Η φωνή της ομιλήτριας διακόπηκε απότομα, καθώς –ταυτόχρονα- ακούστηκαν βρισιές, γαυγίσματα σκύλων, διαταγές και κρότοι από δακρυγόνα και χειροβομβίδες, ενώ συγχρόνως οι κόκκινες ακτίνες των  μπλάστερ άρχισαν να χαράζουν το σκοτάδι,  σκοτώνοντας θεατές, χτυπώντας τα δέντρα, διαλύοντας την καμπίνα προβολής και καίγοντας την οθόνη.

«Οι παπάδες!», φώναξε κάποιος.

Ενώ άνθρωποι γίνονταν κάρβουνο γύρω του κι άλλοι σφάδαζαν τραυματισμένοι, ο Μουσταφά κατάλαβε ότι κανένα αντιεντοπιστικό, ούτε αμυντικό πεδίο δεν  τους έσωζε πια. «Πάμε», φώναξε στη Μάγια. Έβαλε στην άκρη κάθε άλλη σκέψη κι άρχισε να τρέχει, να ξεφύγει από το «Σινέ Μαραθιά» που καταστρεφόταν γοργά. Η κοπέλα ακολούθησε. Με γαυγίσματα σκυλιών, δέσμες φακών, φωνές και τις κόκκινες ακτίνες των μπλάστερ να χτυπάνε τα δέντρα πλάι του, ο Μουσταφά Γεωργίου έτρεχε μέσα στο δάσος, μέσα στο σκοτάδι, για τη ζωή του.

*

©Δημήτρης Φύσσας

φωτογραφία: wikimapia.org

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, Φύσσας