Ασημίνα Λαμπράκου, δεκατρία πυκνά σύννεφα πτηνών και μια κενή σελίδα

lambrakou21.8.17
fav-3

(κέντρωνας)

——-Παντού πόθος ύλης, ύλη.

Η χοντρή γυναίκα πήγαινε μπροστά
με τα πλήθη απ’ τα καράβια, τις ταβέρνες
και τους κήπους
και διύλιζε έναν πόθο για φως στις διαδρομές
τις υποχθόνιες.
Η χοντρή γυναίκα, έχθρισσα της σελήνης,
που σήκωνε τις μανίες απ’ τα συμπόσια
των τελευταίων αιώνων
στηρίχθηκε πάνω μου σα χελιδόνι που το
‘ριξε ο άνεμος σχεδόν στον τοίχο

——-Παντού φως, παντού ημέρα, παντού
——-τερπνότης, παντού ολιγότης, άνεσις.

Η γυναίκα που περνάει είναι άλλη. Φοράει
ένα εμπριμέ με κόκκινους ιβίσκους και
κρατάει γιαπωνέζικο ομπρελίνο λευκό.
Έχασε τη δροσιά της νιότης που σκόρπιζε
γύρω μας καθώς μας έφερνε τις τηγανίτες μας·
δεν την σκορπίζεται πια.
Η χοντρή γυναίκα καθισμένη στην καρέκλα
μοιράζει φέτες ψωμιού με μαρμελάδα.
Η γυναίκα που πουλάει ψάρια ρίχνει
πάγο στις κασέλες και μας κοιτάει σαν
γάτα.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα λόγω
σώματος είναι ανήσυχη. Δεν έχει
βλέμματα ανδρών.

——-Η φθορά είναι ποιητής αλάνθαστος. Κάνει
——-παλίμψηστο κι ελευθερώνει μιαν απόδοση
——-στο αχειροποίητο.

Η άλλη γυναίκα η φορεμένη στον καθρέφτη
είναι ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη
του βλεφάρου
Φοράει τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχει φωνές γατιών πνιγμένων
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια σου.
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού.
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.

——-Παντού χάρις ιλαρότης, παντού
——-ίμερος, πόθος άσματος, φιλήματος.

Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές
του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.

Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα
είναι ένα βυθισμένο “κάποτε”
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκης
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα
κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.
Είναι οι νεκροί που γρατζουνάνε με τα από
χώμα χέρια τους
τις πόρτες του πυρόλιθου
Είναι τα κοιμητήρια
κι ο πόνος από τις κουζίνες τις θαμμένες
κάτω από την άμμο.

——-Το εμπριμέ είναι ένα είδος ιδρωμένου
——-ποτηριού

Η φθορά είναι ποιητής αλάνθαστος. Κάνει
παλίμψηστο κι ελευθερώνει μιαν απόδοση
στο αχειροποίητο.
Δώσατε τα μάτια σας εις ωραία χέρια
να καθαρίσουν τους φακούς των με το
ροδοπέταλον ύφασμα των φιλημάτων δια
να ιδήτε.

Με προστατεύει αυτό το βλέμμα
πού βγαίνει από τα κύματα απ’ όπου η αυγή
δεν το τολμά
χωρίς διαχυτικό άλογο να κόβει
τα πυκνά μούσκλια των κροτάφων μου.
Θα γείρω.
Γαλάζια κάνε με γέννα των νυχιών σου
γυναίκα· να πετρωθούν τα μάτια μου
στα χέρια σου.
Θέλω κι άλλη θάλασσα για επίδεσμο στα μάτια.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου

φωτο©Στράτος Φουντούλης

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση