Γρηγόρης Σακαλής, 2 ½ ώρες

sakalis17.8.17

favicon

Κεντρικός σταθμός λεωφορείων ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης. Ώρα 16:40. Ο παλιός μου συμφοιτητής μ’ έφερε με τ’ αμάξι του. Είχαν απεργία τα αστικά και θα ‘πρεπε να πληρώσω 6 ευρώ σε ταξί. Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος.

Κατευθύνθηκα στο αρμόδιο γκισέ. Η υπάλληλος μου είπε ότι έχει λεωφορείο για την πόλη μου στις 19:15. Ποτέ δεν ήμουν τυχερός με τα λεωφορεία. Ποτέ δεν έφτασα πέντε ή δέκα λεπτά νωρίτερα. Έτσι είχα μπόλικο χρόνο μπροστά μου και δεν ήξερα πως να τον γεμίσω.

Πήρα ένα νεσκαφέ σε πακέτο και κάθισα σ’ ένα τραπέζι εκεί στην άκρη. Κοίταξα δίπλα μου. Λεωφορεία έρχονταν και έφευγαν, μα κανένα δεν ήταν το δικό μου. Ήθελα κοντά δυόμιση ώρες.

Μια όμορφη μαμά καθόταν στο διπλανό τραπέζι και το κοριτσάκι της απέναντι. Η μαμά κρατούσε στην αγκαλιά της ένα άσπρο μικροσκοπικό σκυλάκι με λουρί και το χάιδευε.

Την κοίταξα, της χαμογέλασα, μα αυτή δεν έδωσε σημασία, συνέχιζε να χαϊδεύει το σκύλο.

Ήρθε η καθαρίστρια και μου άδειασε τη σταχτοθήκη. Μανία κι αυτή, κάθε ένα τέταρτο ν’ αδειάζουν τις σταχτοθήκες. Χάνουμε έτσι το μέτρημα.

Ήρθε ένας ανάπηρος λαχειοπώλης, του είπα όχι. Μετά το μετάνιωσα αλλά δεν μου περίσσευαν και τα λεφτά.

Ένα σμάρι από φοιτήτριες ήρθαν και την άραξαν στο μπροστινό τραπέζι. Φωνές, γέλια, αναστεναγμοί, ό,τι θες. Αχ αυτή η νεολαία, είναι τόσο ζωηρή κι αξιοζήλευτη. «Ρε μαλάκα, όχι ρε μαλάκα» λέγανε και ξαναλέγανε. Μερικές είχανε και τατουάζ, όμορφα αστεράκια και καρδούλες.

Λίγα μέτρα πιο πέρα ετοιμαζότανε το λεωφορείο για το Βόλο. Όλοι οι επιβάτες με τις αποσκευές και τα εισιτήρια στο χέρι, περίμεναν να επιβιβαστούν. Σκέφτηκα ότι ο Βόλος είναι μια πολύ όμορφη πόλη και θα ‘ναι ωραία τώρα το καλοκαίρι να ζεις εκεί.

Σε μισή ώρα τα τσιγάρα μου τελείωσαν. Σηκώθηκα, έκανα μια βόλτα. Πήγα στο περίπτερο, αγόρασα τσιγάρα και ξαναγύρισα πάλι στο ίδιο τραπέζι. Το ‘χω αυτό το χούι, να γυρίζω στα ίδια και τα ίδια. Ίδιες γειτονιές, ίδιες γυναίκες, ίδια βιβλία.

Στη μέση του σταθμού, δυο σειρές παγκάκια γεμάτα κόσμο που περίμεναν. Προφανώς να έρθει η ώρα για το λεωφορείο τους. Άλλοι παίζανε με τα κινητά, άλλοι έλυναν σταυρόλεξα κι άλλοι κοιτούσαν απέναντι σαν να έβλεπαν το χάος. Κάθε καρυδιάς καρύδι.

Η ώρα δεν περνούσε. Σκέφτηκα να κάνω διαλογισμό. Το είπα νωρίτερα στην υπάλληλο που μου θεώρησε το εισιτήριο και έσκασε στα γέλια. Είχα προσπαθήσει μερικές φορές μα κατέληγε σε αποτυχία. Είχε και πολλή φασαρία.

Κάτι νεαρά ζευγαράκια περπατούσαν πέρα-δώθε, πιασμένα χέρι-χέρι. Τα ζήλεψα. Ο νεανικός έρωτας είναι ό,τι καλύτερο.

Όλη αυτήν την ώρα με ζάλισαν οι ζητιάνοι. Αναρωτήθηκα σε ποια χώρα ζω, στην Ελλάδα ή στην Ινδία. Μακάρι να είχα να τους δώσω αλλά δεν είχα.

Είχε κάτι αλλόκοτο αυτό το σκηνικό στον σταθμό, έμοιαζε να είμαι σε άλλον πλανήτη.

Άντε πάλι η καθαρίστρια. Σκέφτηκα να μην καπνίσω για να δω την αντίδρασή της μόλις ξαναπεράσει. Τι μου φταίει κι αυτή.

Ξάφνου περνάει από μπροστά μου μία τύπισσα. Τακτοποιούσε τα μαλλιά της κι από πίσω της ο δικός της έσπρωχνε δύο τεράστιες βαλίτσες.

Έριξα μια ματιά στα μαγαζιά του σταθμού. Ήταν ωραία, καθαρά μα πανάκριβα. Οι υπάλληλοι ευγενικοί, εξυπηρετικοί παρόλο που τους δίνουν 300 ή 400 ευρώ. Ας όψονται οι οπαδοί της «ελεύθερης» οικονομίας.

Ήρθε μια ωραία τύπισσα, γύρω στα τριάντα και κάτι και μου ζήτησε φωτιά. «Από πού είσαι;» τη ρώτησα. «Από την Καβάλα» μου είπε. Αμάν μάνα μου, σκέφτηκα, είμαστε λίγο μακριά αλλά αναρωτήθηκα πόσα χιλιόμετρα είναι διατεθειμένος να κάνει ένας άντρας για να συναντήσει μια γυναίκα.

Κάτι γιαγιάδες παραδίπλα λέγανε τα δικά τους. Δύο αδέσποτα σκυλιά μπήκανε μέσα από την ανοιχτή πόρτα κι ένας υπάλληλος των ΚΤΕΛ τα κυνήγησε.

Μ’ αυτά και με άλλα πέρασε η ώρα, πήγαμε στο λεωφορείο, ανεβήκαμε και επιτέλους ξεκινήσαμε.

Έβγαλα κι εγώ το μπλοκάκι μου για να γράψω πως πέρασα δυόμιση ώρες στο σταθμό.

*

©Γρηγόρης Σακαλής

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία