Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: ‘Wild Wood’ του Paul Welle

thiveos8.8.17
fav_separator

Πάντα προσπαθώντας

*Η παλίροια και τα κάπως παράξενα απογεύματα είναι όλα όσα θυμάμαι. Οι άνθρωποι σκορπίζονται μες στον θρίαμβο. Ποτέ δεν έμαθα στ΄αλήθεια ποιον άνεμο ακολουθούσες, αν κράτησες τον λόγο σου.
Όπως και να΄χει, κράτα γερά, μην αφήσεις κανέναν να σε γεμίσει ενοχές. Χρυσές βροχές, θα σου στείλουν τα πλούτη που πάντα άξιζες, που τώρα επιτέλους αποκτάς.

Μου εξήγησε το τραγούδι στίχο προς στίχο σαν να γνώριζε εκείνη ακριβώς τη στιγμή όλες τις σημασίες. Η μεγάλη βιτρίνα είχε θέα τα ασημένια boeing καθώς κατακτούσαν μερικά εκατοντάδες πόδια το λεπτό. Οι φοιτητές κινούνται με τις φτηνές, αεροπορικές εταιρείες. Θέλουν πάντα να ερωτεύονται μες σε δράματα και καταστάσεις οριακές. Ολόκληρες εργασίες περαιώνονται κάπου στο κενό ανάμεσα στο Εδιμβούργο και την Στοκχόλμη.

Η ίδια δηλώνει ερευνήτρια. Ο κόσμος της βρίσκεται στην Ρώμη που αργά, όπως λέει πεθαίνει.Της ταιριάζει αυτή η πόλη. Πίσω από τις εργατικές κατοικίες μια αψίδα τέλειου ρυθμού ανατρέπει όλη την κατάσταση. Η πτήση της αναχωρεί σε μια ώρα. Λίγο πιο πέρα μια γυάλινη γκαλερί  πουλά υπέροχα αντίτυπα του Χόπερ. Την συνοδεύω και κατακλύζομαι απ΄τα καλοκαίρια που περνούν μέσα από τα παλιά αναγνωστήρια. Όλες οι εποχές σμίγουν, τίποτε δεν θυμάμαι πια με ακρίβεια. Ο χρόνος περνά και η εκδρομή φτάνει στο τέλος της. Με ρωτάει γελώντας για τους στίχους του τραγουδιού. Σου είπα, τίποτε δεν θυμάμαι. Μου εμπιστεύεται ένα πολύ δικό της μυστικό, έτσι χωρίς λόγο. Χάνεται στο βάθος του διαδρόμου, αντιστέκεται σ΄άλλους ανθρώπους που τώρα επέστρεψαν, που δεν δίνουν δεκάρα για τις ζωγραφιές και τους σύντομους έρωτες αυτού του παράξενου λιμανιού.

Τ’ όνομά της μπορεί να είναι το καθένα. Ο κόσμος της μπορεί να είναι ένα παρανάλωμα, ίσως να ζει σε μια απόσταση απαγορευτική.. Ίσως να πρόκειται μονάχα για έναν σπασμένο αμφορέα ή την ολόδική μου Λορελάι.

*Ωστόσο, η παλίροια και τα κάπως παράξενα απογεύματα είναι όλα θυμάμαι. Οι άνθρωποι σου είπα σκορπίζονται μες στον θρίαμβο. Ποτέ δεν έμαθα ποιον άνεμο στ΄αλήθεια ακολουθούσες, αν κράτησες τον λόγο σου.
Όπως και να ΄χει μην το βάζεις κάτω, μην αφήσεις κανέναν να σε γεμίσει ενοχές. Χρυσές βροχές, θα δεις, θα σου στείλουν τα πλούτη που πάντα άξιζες, που τώρα επιτέλους αποκτάς.

*Το τραγούδιr κυκλοφόρησε το 1994. Η ιστορία των δυο νέων δεν τελειώνει πουθενά. Αυτές οι περιπτώσεις συνιστούν έρωτες ηρωικούς, δίχως μνημεία και ποιήματα. Έρωτες ανώνυμους.

*

©Απόστολος Θηβαίος

 

 

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο