Μαρία Α. Μίτλεττον, μέσα σε σύννεφα που κατεβαίνουν -ποίηση

mittleton3.8.17
fav-3

ΤΙΠΟΤΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ VAMIZI

Ευδαιμονία είναι, συλλογίζομαι,
να σε ακούω να μιλάς
με τα πηγάδια καρφωμένα
μες στις τρύπες των ματιών,
έτσι που έμειναν
κατάφορτα με πεταλούδες.
Να σε ακούω να μιλάς
για το κυκλόσχημο νησί Vamizi
τόσο κοντά στη Μοζαμβίκη.
Για τα ελεύθερα παιδιά
που κυνηγούν ελεύθερους ρινόκερους
και που μαζί τους λιτανεύουν
τα ελεύθερα νερά
μέσα σε σύννεφα που κατεβαίνουν.
Μα κυριότερα
να ξέρω ότι θα μ’ ακολουθείς
την ώρα που από την κάψα του μεσημεριού
ξορκίζω τις πατούσες μου
μέσα στο σιντριβάνι
έξω από τη λονδρέζικη πινακοθήκη.
Αλλά και ύστερα
που θα σκορπάω το ψωμί μου
στ’ ανελέητα πουλιά
για να το πάρουν απ’ την άσφαλτο
με γιουχαΐσματα και Ωσαννά
και να το πάνε ως τα σύννεφα της Μοζαμβίκης.
Και να σκεφτείς
πως τίποτε δεν θα’ χουμε να φάμε πια.
Δεν θα λυπάσαι που δεν θα’ χουμε να φάμε πια
τίποτε έξω από το νησί Vamizi,
τίποτε έξω απ’ τα παιδιά που ξημερώνονται
πάνω σε σύννεφα που κύλησαν
μέχρι τις γούβες του καιρού,
τίποτε έξω απ’ την ατάραχα διπλή ανάσα μας
κι από τις κολλημένες στο κορμί μας
πεταλούδες.

*
HOTEL SEMIRAMIS

Έμεναν στο Hotel Semiramis
ένα λεπτό μακριά από το κέντρο.
«Πού είναι η θάλασσα;»
βογκούσε ολημερίς.
«Θα την ιδούμε βράδυ»,
αποκρίνονταν η μάνα της.
«Πού είναι η θάλασσα;»
βογκούσε ολονυχτίς.
«Θα την ιδείτε μέρα»,
αποκρίνονταν και η ρεσεψιονίστ
με τις απρόσμενα συγκαταβατικές της βλεφαρίδες.
Έμεναν στο Hotel Semiramis
και τις βραδιές τρύπωναν απ’ τις γρίλιες τους
ήχοι απόμακροι σαν από γέννηση νερού.
Κυλούσαν κάτω από τα ρούχα της
κι έκαναν κύκλους γουργουρίζοντας
πάνω στο δέρμα της κοιλιάς της.
Οι μέρες βάδιζαν αργά μες στο Hotel Semiramis
σαν άμαξες βοήλατες
με ζα που τρέκλιζαν από τα γηρατειά.
Το μέσα της εγέμιζε με θάλασσα
κι όσα δεμάτια έφερναν
που ήταν να εμπορευτούν
κι όσα δεμάτια της εθύμιζαν
σαν τα ανέφερναν με κάθε αφορμή
κι όσα δεμάτια έβλεπε δίχως ροή,
τα’ βαφε μπλε
με μια μεμβράνη πίσω του ματιού.
Όταν θα έφευγαν απ’ το Hotel Semiramis
ο οδηγός τους πέρασε
μέσα από δρόμους επαρχιακούς
με τα χρυσά δεμάτια συνταγμένα στην ξηρά
όπως αραιωμένους λόχους.
«Μα πώς αφήνετε να μην υπάρχει θάλασσα;»
τους ούρλιαξε.
«Πώς γίνουνται δεμάτια δίχως θάλασσα;
Τι πίνουν και πώς λούζονται οι θεριστές;
Με τι τους πλένουνε τα βλέφαρα
για να μπορούν να ζεύουν ύστερα τα ζα;»
Οι άλλοι προσποιήθηκαν ότι δεν άκουσαν.
«Καλήν επιστροφή»
ευχήθηκε ο οδηγός στο αεροδρόμιο
πιάνοντας χαλαρά το χέρι της
θαρρώντας πως εσκούπισε αποσύροντάς το
και την άσκοπη οργή.
«Εύχομαι να περάσατε φανταστικά.
Δεν είναι λίγο ότι μείνατε και στο Hotel Semiramis
ένα λεπτό μακριά από τη θάλασσα».

*

©Μαρία Α. Μίτλεττον

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση