Κωνσταντίνος Μάντης: Κυριάκος Χαραλαμπίδης «Γλυκό του κουταλιού»

mantis31.7.17
fav_separator

Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.

Μια μαντιλοδεμένη μου ‘φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.

Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.

Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.

«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει·
«μπορείς να ‘ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από ‘να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.

«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».

Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;

Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκού του κουταλιού; μεγάλο θέμα.

Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να ‘χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.

Κ. Χαραλαμπίδης, Δοκίμιν, Άγρα

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια εμπειρία που λίγα χρόνια μετά θα αποτελέσει πραγματικότητα για πολλούς Ελληνοκύπριους στους οποίους δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφτούν ξανά τα σπίτια τους στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου. Παρά τη χρήση του α΄ προσώπου, που δημιουργεί την αίσθηση του προσωπικού βιώματος, δεν πρόκειται για ένα αληθινό βίωμα του ίδιου του ποιητή. Το «Γλυκό του κουταλιού» γράφτηκε, άλλωστε, πριν από το 2003, οπότε και άνοιξαν τα οδοφράγματα καθιστώντας εφικτή μια τέτοια επιστροφή στα υπό κατοχή πατρογονικά εδάφη. Ο ποιητής προλαβαίνει την πραγματικότητα, διαισθανόμενος πως η μέρα αυτής της επιστροφής δεν θ’ αργήσει, και μας δίνει εκ των προτέρων τη δική του εκδοχή για την πιθανή έκβαση μιας τέτοιας επίσκεψης.
Ο ποιητής επιλέγει τον τίτλο «Γλυκό του κουταλιού» αφενός για να υποδηλώσει το αίσθημα της φιλόξενης υποδοχής και αφετέρου για να τονίσει το πόσο γλυκιά θα είναι για κάθε Ελληνοκύπριο η μέρα που θα μπορέσει να δει ξανά το σπίτι του. Μας παραπέμπει συνάμα στο ομηρικό «νόστιμον ἦμαρ», στη μέρα του γυρισμού, η οποία για τον Οδυσσέα μεν έλαβε τη μορφή μιας πραγματικής και πλήρους επιστροφής, ενώ για τους Ελληνοκύπριους παρέμεινε ένας ατελής νόστος, εφόσον το περισσότερο που τους δόθηκε ήταν η ευκαιρία να δουν ξανά τα σπίτια τους και τα πατρογονικά τους εδάφη, όχι όμως και να τα επανακτήσουν.

Να ιδώ ποιος είμαι ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.

Το ποιητικό υποκείμενο έχοντας την ανάγκη να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και να αντιληφθεί πληρέστερα την ταυτότητά του, επισκέπτεται τη γενέθλια γη του. Θέλει, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, να δει «πούθε το χώμα του κρατά»∙ το χώμα που γέννησε τον ίδιο και τους προγόνους του∙ το χώμα που ως πρωταρχικό στοιχείο καταγωγής δημιουργεί στο άτομο μια λυτρωτική αίσθηση επαφής με τις ρίζες του και του επιτρέπει να προχωρήσει απρόσκοπτα στη ζητούμενη ψυχική ενδοσκόπηση. Ενδοσκόπηση και αυτογνωσία, βέβαια, που δύσκολα μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την άμεση επαφή με το πατρικό σπίτι, όπου το άτομο έχει γεννηθεί κι έχει περάσει τα κρίσιμα για τη διαμόρφωσή του χρόνια της παιδικής ηλικίας -έστω κι αν πολλά συμβάντα αυτής παραμένουν απρόσιτα στη συνειδητή προσπάθεια του ατόμου να τα επαναφέρει στη μνήμη του.
Μπαίνει, λοιπόν, και στέκεται στο πατρικό του σπίτι, το οποίο χαρακτηρίζεται «αλμυρό» είτε γιατί βρίσκεται κοντά στη θάλασσα είτε -πιθανότερα- γιατί η ανάμνησή του έχει πολλές φορές φέρει δάκρυα στα μάτια του ποιητικού υποκειμένου. Είναι, άλλωστε, το σπίτι κι η ιδιαίτερη πατρίδα από την οποία έφυγε, όχι οικειοθελώς, αλλά εκδιωγμένος από τους εισβολείς που κατέλαβαν τα αγαπημένα αυτά πατρογονικά εδάφη και οικειοποιήθηκαν περιουσίες και πολύτιμες αναμνήσεις.
Το σπίτι, μάλιστα, τοποθετείται «σιμά σε λάκκο», μια φαινομενικά αδιάφορη λεπτομέρεια, η οποία γεννά, όμως, καίριους συνειρμούς για την κατανόηση του ποιήματος. Ο λάκκος μας παραπέμπει τόσο στην έννοια του βάθους που προσδίδει στην ψυχή ο μακροχρόνιος πόνος του νόστου, όσο και διακειμενικά στον Ομηρικό λάκκο της Νέκυιας στη χώρα των Κιμμερίων (Ραψωδία λ), όπου σύμφωνα με την Κίρκη ο Οδυσσέας όφειλε να πραγματοποιήσει θυσία προκειμένου να έρθουν σ’ αυτόν οι ψυχές των νεκρών. Κι είναι -ας μην το ξεχνάμε- πολλοί οι νεκροί της Κύπρου που περιμένουν το δικό τους κάλεσμα και την αναγνώριση της θυσίας τους.
«Κι αφού έκανα λιτανεία με τάματα και εκκλήσεις στο σύνολο των νεκρών, έφερα κοντά τα πρόβατα και επάνω εκεί στο λάκκο έκοψα το λαιμό τους κι έτρεχε το μαύρο αίμα. Αμέσως τότε, από το έρεβος του κάτω κόσμου συγκεντρώθηκαν οι ψυχές των νεκρών: νύφες, νεαρά παλικάρια, κατεστραμμένοι γέροντες και κορίτσια τόσο τρυφερά, που είχαν ματωμένη την καρδιά από το μεγάλο πρόωρο πένθος.» [Μετάφραση: Νίκος Νικολίτσης]

Μια μαντιλοδεμένη μου ‘φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό∙ ευχαριστώ την.

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει -σκοπίμως- σαφής αναφορά στην εθνικότητα των προσώπων του ποιήματος, μπορούμε εντούτοις να εικάσουμε πως η μαντιλοδεμένη γυναίκα είναι μουσουλμάνα και, άρα, τουρκικής καταγωγής, ενώ η ιδιαίτερη σύνταξη στην απάντηση του ποιητικού υποκειμένου «ευχαριστώ την» μας παραπέμπει στην κυπριακή διάλεκτο. Γίνεται, έτσι, αντιληπτό πως η δράση του ποιήματος εκτυλίσσεται στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, όπου οι περιουσίες των Ελληνοκυπρίων έχουν περάσει στα χέρια Τουρκοκυπρίων ή Τούρκων εποίκων. Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι το καλοκαίρι του 1998 η Τουρκία είχε εγκαταστήσει στα κατεχόμενα σχεδόν 100.000 Τούρκους από την Ανατολία, με αποτέλεσμα ο αριθμός των Τούρκων εποίκων να ξεπεράσει τον αριθμό των Τουρκοκυπρίων.
Η ξένη ένοικος του σπιτιού υποδέχεται με ιδιαίτερα φιλόξενη διάθεση το ποιητικό υποκείμενο, φανερώνοντας πως οι απλοί άνθρωποι και των δύο εθνοτήτων μπορούν και θέλουν να συνυπάρχουν αρμονικά μεταξύ τους, χωρίς να επηρεάζονται από την εχθρικότητα που διαπνέει τους επιθετικούς σχεδιασμούς των κρατούντων. Συνάμα, βέβαια, η στάση της Τουρκάλας θα μπορούσε -πιθανώς- να υποδηλώνει πως εκείνη δεν αισθάνεται να απειλείται από την επίσκεψη του νόμιμου ιδιοκτήτη του σπιτιού, εφόσον η θέση της εκεί είναι πλήρως διασφαλισμένη.

Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.

Η Τουρκάλα οικοδέσποινα θέλοντας να φιλέψει τον επισκέπτη της κόβει και του προσφέρει καρπούς από τον κήπο του σπιτιού. Μια τυπική πράξη φιλοξενίας που έχει όμως ιδιαίτερο συναισθηματικό αντίκτυπο στο ποιητικό υποκείμενο, καθώς ο Κήπος -η λέξη με κεφαλαίο για να δηλώσει τη μεγάλη σημασία του, παραπέμποντάς μας ίσως και στον Κήπο της Εδέμ- συνιστά αναπόσπαστο μέρος του «ποθητού» σπιτιού∙ του πατρικού αυτού σπιτιού που για χρόνια βρίσκεται στη σκέψη των μελών της οικογένειας ως το σημείο σύνδεσης με την πατρίδα κι ο ως χώρος στον οποίο επιζητούν κι έχουν ανάγκη να επιστρέψουν.
Κόβει και του προσφέρει φρούτα από τον δικό του τον κήπο κι από δέντρα που ο ίδιος κι η οικογένειά του φύτεψαν και φρόντισαν∙ κόβει και του προσφέρει τους δικούς του καρπούς -τά σά ἐκ τῶν σῶν- σαν να επρόκειτο για κάτι που της ανήκει. Προφανής η πικρή αίσθηση αυτής της κίνησης, που δένεται εντούτοις αξεδιάλυτα με αισθήματα χαράς, εφόσον ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να γευτεί καρπούς στενά συνδεδεμένους με την παιδική του ηλικία. Ενδεικτική του ευδαιμονικού συναισθήματος η περιγραφή των φρούτων, τα οποία χαρακτηρίζονται λαμπερά και στα οποία αποδίδονται ανθρωπομορφικά στοιχεία «χείλη», «μέλη» σαν να αποδίδεται σ’ εκείνα το έργο της θερμής υποδοχής του ποιητικού υποκειμένου στο ποθητό του σπίτι. Σχετική ως προς αυτό και η υπονοούμενη σύνδεση ανάμεσα στη λέξη μέλη και το ομόηχο μέλι, που αφήνει μια αίσθηση γλυκύτητας να διανθίσει τις συναισθηματικές υποδηλώσεις της σκηνής αυτής.
Προσέχουμε πως ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί σημεία στίξης στους τελευταίους στίχους της στροφής επιτρέποντας πολλαπλές αναγνώσεις και αμφίσημα νοήματα. Μπορούμε, έτσι να διαβάσουμε: μέλη εμποτισμένα στην καλοσύνη της χαράς, αντιδωρήματα ή μέλη εμποτισμένα στην καλοσύνη, της χαράς αντιδωρήματα. Σε κάθε περίπτωση η έννοια της καλοσύνης ανήκει, έστω κι αν δεν δηλώνεται με σαφήνεια, στην ξένη οικοδέσποινα που φροντίζει να φιλέψει πλουσιοπάροχα τον επισκέπτη της∙ μια πράξη καλοσύνης, εντούτοις, που υπονομεύεται κατά τρόπο πικρά ειρωνικό από την επισήμανση πως όλα αυτά συνιστούν «αντιδωρήματα», καθώς ό,τι του προσφέρει είναι στην πραγματικότητα δικό του κι εκείνη το κατέχει παράνομα.

Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.

Το ποιητικό υποκείμενο που έχει βρεθεί στο πατρικό του σπίτι μ’ ένα αίσθημα μεγάλης επιφύλαξης για το πώς θα τον αντιμετωπίσουν, παίρνει θάρρος από την ευγένεια της ξένης και της ζητά να δει το εσωτερικό του σπιτιού «του». Αίτημα που εκφράζεται, βέβαια, με δισταγμό και ταραχή, σαν να πρόκειται για ένα μικρό παιδί που ζητά κάτι το οποίο, γνωρίζει καλά, πως εύκολα μπορούν να του το αρνηθούν∙ «αν επιτρέπεται».
Ο άνθρωπος αυτός που γίνεται επισκέπτης στο ίδιο του το σπίτι δεν έχει αυταπάτες για το σε ποιον ανήκει τώρα πια αυτό, γι’ αυτό και κατανοεί πως η παραμικρή παραφωνία από τη μεριά του θα μπορούσε να ακυρώσει την εκπλήρωση αυτού του για χρόνια επιδιωκόμενου νόστου.

«Και βέβαια επιτρέπεται», μου λέει∙
«μπορείς να ‘ρθεις και στην κρεβατοκάμαρα».

Η Τουρκάλα απαντά με τη σιγουριά και την άνεση του ασφαλή για την κυριότητά του ιδιοκτήτη, επιτρέποντας στον επισκέπτη να περάσει ακόμη και στον προσωπικό χώρο της κρεβατοκάμαρας. Αναφορά που προσδίδει εμμέσως μια απροσδόκητη αίσθηση οικειότητας, εφόσον η πρόσκληση αυτή -υπό άλλες συνθήκες- θα μπορούσε να εκληφθεί ακόμη κι ως ερωτικό κάλεσμα. Κάτι, βέβαια, που δεν ισχύει εδώ, ωστόσο η αναφορά στην κρεβατοκάμαρα, σε συσχετισμό με την έννοια του νόστου, μας φέρνει στη σκέψη την αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη, που επιτεύχθηκε μόνο όταν εκείνος αντέδρασε γοργά στο τέχνασμά της να ζητήσει απ’ τους υπηρέτες να τραβήξουν έξω απ’ την κρεβατοκάμαρα το κρεβάτι που ο ίδιος είχε φτιάξει. Το κρεβάτι που ο Οδυσσέας είχε στερεώσει πάνω στον κορμό μιας ελιάς που φύτρωνε εκεί:
«Τι παράξενος που είσαι! Ούτε ανέβηκε πιο πάνω ο νους μου, ούτε περιφρονώ κανένα, αλλά και δεν εντυπωσιάζομαι. Γνωρίζω θαυμάσια πώς ήσουν, όταν αποφάσισες να φύγεις από την Ιθάκη, με εκείνο το καράβι με τη μακριά κουπαστή. Εμπρός τώρα Ευρύκλεια, στρώσε του το σταθερό εκείνο κρεβάτι έξω από το καλοφτιαγμένο δωμάτιό μας, που αυτός ο ίδιος έφτιαξε. Τραβήξτε εκεί το γερό κρεβάτι και πάνω του βάλτε καλύμματα, προβιές, φλοκάτες και σεντόνια που να είναι πεντακάθαρα, να λάμπουν».
Λέγοντας τα λόγια αυτά, θέλησε να υποβάλει τον άντρα της σε δοκιμασία. Ο Οδυσσέας όμως πλημμυρισμένος οργή, γύρισε προς την πιστή του γυναίκα και είπε τα εξής: «Γυναίκα, άσχημα λόγια είπες που δαγκώνουν την ψυχή. Ποιος μετακίνησε το κρεβάτι; Βλέπω πως είναι δύσκολο, ακόμη και για έναν έμπειρο τεχνίτη. Μονάχα θεός αν κατέβαινε και το ήθελε θα το μπορούσε να το μετακινήσει. Θνητός που είναι εν ζωή και στην ακμή της νεανικότητας ακόμα, δεν θα μπορεί εύκολα να το μετακινήσει. Επειδή σε αυτό μας το κρεβάτι το τορνεμένο, υπάρχει κάποιο χαρακτηριστικό που δεν αλλοιώνεται, που το έκανα εγώ και κανείς άλλος. …»
[Ραψωδία ψ. Μετάφραση: Νίκος Νικολίτσης]

Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από ‘να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.

Μόλις το ποιητικό υποκείμενο μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα και βλέπει, σαν εικόνισμα, τη μητέρα του να τον κοιτάζει από το κάδρο, παραμερίζει κάθε αίσθημα δισταγμού και ντροπής, και ζητά να πάρει μαζί του τη φωτογραφία της. Σαν τον Αινεία που σώζει τον γέροντα πατέρα του από τη φλεγόμενη Τροία, κουβαλώντας τον στους ώμους του, θέλει κι εκείνος να σώσει τη μητέρα του∙ θέλει να απομακρύνει την εικόνα της από τα χέρια των ξένων. Η σκέψη πως η τόσο πολύτιμη για εκείνον εικόνα, με το ιερό πρόσωπο της μητέρας του, βρίσκεται σ’ ένα χώρο που κατοικείται πλέον από ξένους, δεν του αφήνει κανένα περιθώριο δισταγμού.
Η αναφορά στη διάσωση από την Τροία, μας παραπέμπει στο 2ο βιβλίο της Αινειάδας, όπου ο Βιργίλιος παρουσιάζει τον Αινεία να σώζει τον πατέρα του από τη φλεγόμενη πια πόλη:
Dixerat ille, et iam per moenia clarior ignis
auditur, propiusque aestus incendia voluunt.
“ergo age, care pater, cervici imponere nostrae;
ipse subibo umeris nec me labor iste gravabit;
quo res cumque cadent, unum et commune periculum,
una salus ambobus erit.
Είπε εκείνος, και τώρα η φωτιά ακούγεται πιο καθαρά
μέσα στην πόλη, κι οι στρόβιλοι της φλόγας πλησιάζουν πιο κοντά.
«Έλα, λοιπόν, αγαπημένε μου πατέρα, αγκάλιασε το λαιμό μου,
θα σε μεταφέρω στους ώμους μου και το φορτίο αυτό διόλου δεν θα με βαρύνει,
ό,τι κι αν συμβεί θα είναι κοινό και για τους δυο μας∙ ίδιος ο κίνδυνος,
ίδια κι η σωτηρία».

«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».

Η Τουρκάλα ένοικος του σπιτιού, χωρίς να δείχνει πως κατανοεί το πόσο σημαντική είναι αυτή η φωτογραφία για τον συγκινημένο συνομιλητή της, του την παραχωρεί, δηλώνοντας πως πια δεν έχει καμία αξία για εκείνους, αφού πλέον γνωρίζουν την ταυτότητα της εικονιζόμενης. Η παραχώρηση της εικόνας δεν γίνεται με τον οφειλόμενο σεβασμό, εφόσον η ξένη φροντίζει να δηλώσει -σχεδόν με περιφρόνηση- πως δεν τη θέλουν πια, αλλά και λόγω της προσποίησης που διακρίνει το ύφος της∙ «σαν καλογέλαστη», σχολιάζει ο ποιητής, φανερώνοντας πως η Τουρκάλα διατηρεί πια το χαμόγελό της με προσπάθεια και μόνο προσποιούμενη.
Ο ποιητής αξιοποιεί εδώ με ιδιαίτερη μαεστρία τις δυνατότητες που του προσφέρει η εναλλαγή προσώπων στον διάλογο, βάζοντας την Τουρκάλα να παρουσιάσει εκείνη με θαυμασμό την ομορφιά της μητέρας του, ώστε ο έπαινος αυτός να ακουστεί πιο γνήσιος απ’ ό,τι αν την επαινούσε ο ίδιος. Τη νομίσανε, όπως παραδέχεται η Τουρκάλα, για ηθοποιό έτσι όπως τα μαλλιά της είναι πιασμένα κοτσίδα κι έχουν γύρω τους λουλούδια, αλλά και με τη χάρη που κρατά την ομπρέλα της. Εμφανής εδώ η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική ιδιοκτήτρια του σπιτιού, που με την εκλεπτυσμένη ομορφιά της προκαλεί τον θαυμασμό, και στη νέα ένοικο, που προφανώς στη φωτογραφία αντικρίζει κάτι που ξεπερνά κατά πολύ τα δικά της μέτρα καλαισθησίας και κάλλους.

Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό
σε καναπέ ακουμπούσε∙ αλλά τι περιμένεις;

Ο ποιητής, παρά το γεγονός ότι χαροποιείται από το θαυμασμό που προκαλεί η εικόνα της μητέρας του, ενοχλείται από την παράλειψη της ξένης να παρουσιάσει όλες τις λεπτομέρειες της φωτογραφίας, όπως είναι το γαντοφορεμένο χέρι της μητέρας, που με κομψότητα ακουμπούσε σ’ έναν καναπέ. Όπως δηκτικά σχολιάζει, βέβαια, τι να περιμένει κανείς από ανθρώπους που δεν έχουν φτάσει στο ίδιο υψηλό επίπεδο εκπολιτισμού και πνευματικής αγωγής. Πώς θα μπορούσε εκείνη η γυναίκα να εκτιμήσει πλήρως τη χάρη και την ομορφιά μιας εικόνας που τόσο ξεπερνά τη δική της πραγματικότητα;
Προσέχουμε, ωστόσο, πως ο ποιητής επιλέγει σκόπιμα να ολοκληρώσει εκείνος την περιγραφή της εικόνας, προκειμένου να δώσει έμφαση στο χέρι της μητέρας του, μιας και το ανθρώπινο χέρι έχει εξέχοντα ρόλο τόσο στην εξελικτική πορεία των ανθρώπων, όσο και στην καθημερινή εκτέλεση εργασιών, μα και πολύ περισσότερο στη δήλωση της μητρικής τρυφερότητας, μέσα από το χάδι και τις πλείστες άλλες φροντίδες που προσφέρει μια μητέρα στα παιδιά της.

Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκού του κουταλιού; μεγάλο θέμα.

Ο ποιητής επιχειρεί να τονίσει με μεγαλύτερη έμφαση την πολιτισμική και πνευματική διαφορά ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τούρκους, επισημαίνοντας πως η Τουρκάλα, όχι μόνο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την ομορφιά που αντικρίζει, μα δεν γνωρίζει καν πόσοι αιώνες χρειάστηκαν μέχρι να φτάσουν οι Έλληνες του νησιού στη «σύνταξη» -εδώ με την έννοια: δημιουργία, φτιάξιμο- γλυκού του κουταλιού. Η Τουρκάλα δεν μπορεί να καταλάβει πόσος καιρός χρειάστηκε μέχρι οι γνήσιοι κάτοικοι του νησιού να καταφέρουν να βιώσουν μια σταθερά ειρηνική περίοδο, απαλλαγμένοι από κατακτητές και εισβολείς, ώστε να κατορθώσουν να εξελιχθούν πνευματικά και ψυχικά, και να φτάσουν σ’ αυτό το δεδομένο πια επίπεδο φιλοξενίας και γενναιοδωρίας. Απαιτήθηκαν πολλοί αιώνες πολέμων, ταραχών, σκλαβιάς και σκληρότητας, μέχρι οι Ελληνοκύπριοι να βρουν τον εαυτό τους και να γνωρίσουν την ηρεμία της ειρήνης, που τους επέτρεψε να γίνουν τόσο φιλόξενοι και τόσο ανοιχτοί απέναντι στους άλλους ανθρώπους∙ που τους επέτρεψε να αποκτήσουν τις τωρινές τους συνήθειες, όπως το να φτιάχνουν και να προσφέρουν «γλυκό του κουταλιού».
Ας προσεχθεί πως ο ποιητής επιλέγει τη λέξη «σύνταξη» προκειμένου να αξιοποιήσει τις πολλαπλές σημασίες της και να πυκνώσει έτσι σημαντικά τα νοήματα που μεταδίδουν οι συγκεκριμένοι στίχοι. Με τη λέξη αυτή, που πρωτίστως αναφέρεται στις συντακτικές δομές της γλώσσας, το σχόλιο του ποιητή σχετίζεται με την μακραίωνη εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, που με τον πλούτο της και τις ποικίλες εκφραστικές της δυνατότητες έχει επιτρέψει στους Έλληνες ένα αξιοθαύμαστο πνευματικό ανέβασμα∙ τέτοιο που ανάλογό του δεν συναντά κανείς στη γειτονική μας χώρα. Ενώ, συνάμα, αν αναλογιστεί κανείς πως η λέξη σύνταξη παραπέμπει στη συγκρότηση, και ειδικότερα στην εσωτερική ψυχική και πνευματική συγκρότηση του ατόμου, δίνεται εδώ ένα καίριο σχόλιο σχετικά με την πνευματική ωριμότητα και την ψυχική ευγένεια που έχει επιτευχθεί από τους Έλληνες της Κύπρου.

Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να ‘χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.

Το ποιητικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τις βαθιές πολιτισμικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σ’ εκείνον και την Τουρκάλα, αλλά γνωρίζει πως δεν πρέπει να τη δυσαρεστήσει ή να τη θυμώσει, μιας και εξαρτάται από εκείνη το αν θα μπορέσει να δει ξανά το πατρικό του σπίτι. Έτσι, αφού αναγνωρίσει πως της οφείλει ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι του επέτρεψε να μπει στο σπίτι του, εύχεται να έχει κατά καιρούς την άδειά της να επισκέπτεται και να βλέπει τη γλυκιά όψη του τόσο «ποθητού» κι αγαπημένου σπιτιού.

Πηγές:
Ομιλία του Κυριάκου Χαραλαμπίδη στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (Μάρτιος 2009)
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών
Όμηρος «Οδύσσεια», Τόμος Β΄, DeAGOSTINI
P. Vergili Maronis: Opera, Oxford Classical Texts, Εκδόσεις Καρδαμίτσα

*

©Κωνσταντίνος Μάντης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, Mantis, Δοκίμιο, ποίηση