Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Μπαλάντες

thiveos25.7.17
fav_separator

Κ. Καρυωτάκης

*Σπασμένο φως,
με χίλια μάτια
εντός μου

Ήταν λέει ο λόγος του σκληρός. Γεμάτες θάνατο οι μπαλάντες αντηχούσαν εντός του.
Ο Κώστας Καρυωτάκης μ΄όποια θέση και αν σήμερα μνημονεύεται, ο ιδανικός αυτόχειρας, ο ασθενής απ΄τον κόσμο και την ιδέα ποιητής κατακλύζει την ελληνική επετηρίδα. Τα ποιήματά του επικίνδυνα, σαν φεγγάρια απάνω στη στροφή τους. Σκοτεινοί νέοι, με μια πεποίθηση ίσια προς το θάνατο διαβάζουν στις μέρες μας τα ποιήματά του και πονούν. Να μια παρηγοριά για τους καιρούς μας ,  ένα είδος κοινωνίας ύφους και ιδέας που παραμένουν αλώβητα μες στους κόλπους κάθε καινούριας γενιάς. Αλήθειες που με τον καιρό μας αποκαλύπτονται.

Των ανθρώπων, Ελεγείες και Σάτιρες, και άλλοι τίτλοι επισημαίνουν το δραματικό περασμά του. Η Ελλάδα του Καρυωτάκη βρίσκεται ήδη στην αρχή μιας εθνικής δοκιμασίας με πολλούς και αποφασιστικούς σταθμούς. Ο ποιητής αθροίζεται σε μια σειρά από γενιές που θυσιάζονται. Η αναλογία φαντάζει συντριπτική για την μεσοπολεμική Ελλάδα, την σκληρή μα αγία επαρχία της με τους ενδοιασμούς και τις κοινωνικές δεισιδαιμονίες . Ωστόσο, πόσα στ΄αλήθεια δεν έχουν γραφτεί για τον πεισιθάνατο Καρυωτάκη, για τον αυτόχειρα που αφοπλίζει την κοινή γνώμη με τον αρκοτελεύτειο στίχο του, σημαδεύοντας την πνευματική προσωπογραφία αυτού του τόπου. Η κριτική έφθασε ως τα βάθη εκείνης της πληγής που στοιχειώνει δεκαετίες τώρα την νεοελληνική λογοτεχνία.

Παραδέχομαι θα πει πως αξίζει να ρισκάρω την ύπαρξή μου πάνω απ΄το γκρεμό της σκάλας. Η ξανθιά και όμορφη ζωή μου ποτέ δεν είχε μια τέτοια ιδέα, μια παρόμοια αφορμή.

Το μέρος του οράματος είναι το τραγούδι του. Μια αρχαία μουσική, φτιαγμένη από δίκαιο και ικανό χέρι, αστράφτει σαν τα πιο παράξενα φαινόμενα. Στη ρωγμή του προσωπικού που σπάει που γίνεται συντρίμια απ΄τη λύπη και το μοίρασμα ο Καρυωτάκης, όταν δεν αστειεύεται με το θάνατό του γνέφει μ΄όλη την κατάφαση της θαλερής του νιότης. Μες στην ακρίβεια του θανάτου του, την ώρα της τελευταίας φωτογραφίας, πάνω απ΄το πρόσωπό του ανάβουν σκόρπιοι στίχοι, διαγράφονται σαν ίχνη τα ζεστά  σπίτια  και οι πυρετικές βραδιές  στις εξοχές. Σμίγει κάθε μέρα με το τραγούδι κάτι παράξενων συντρόφων. Κοίταξέ τον που ανατρέπει τον κόσμο, μιλώντας για την καρδιά του. Ανασαίνει τους μεγάλους μύθους. Σινιάλα απ΄τις παρελάσεις και τις τελετές, μ΄έναν παλιό καθρέφτη.

Οι Δον Κιχώτες μπορούν ελεύθερα να πετούν. Και οι κιθάρες, κυρίως αυτές μπορούν να δοξάζουν τα σώματα που δοκιμάζονται, τις ψυχές που γονατίζουν. Αξέχαστες λέξεις, μισοκατεστραμμένες, σχεδόν φωνήεντα πια και τίποτε. Σαν τα δισύλλαβα του έρωτα  που ωστόσο αντέχουν, που διψούν για τη ζωή και μες στη ζωή χάνονται. Θεοί που δεν αγαπιώνται πεθαίνουν ένα πρωί, σκληρά ταπεινωμένοι, με την αίσθησή τους γκρεμισμένη και αδύναμη. Θεοί που τίποτε δεν σημαίνουν πια. Όλο και όλο το μεγαλείο αυτής της ζωής είναι η ώρα που ο κόσμος προχωρεί και οι ωραίοι παράφρονες που μάταια δίνονται σ΄έναν σκοπό. Δίνονται ώσπου να εξαντληθούν και οι σημαίες τους να πέσουν, κουρέλια από έναν μοναχικό εξώστη. Είναι οι ίδιοι που κατέχουν το μυστικό. Οι μόνοι που μπορούν έτσι φλεγόμενοι να διαβάσουν τους άλλους κώδικες. Μορφές που ξυπνούν μες στα όνειρα.

Και αν η θέση αυτή είναι από πριν χαμένη, και αν όλα αποκαλύφθηκαν, περισσότεροι πιστοί στην κατάφαση της ζωής είναι όσοι κρατήθηκαν στην αντίπερα όχθη. Ιππότες του καιρού τους, έξαλλοι, ρετάλια που θροίζουν σ΄ανέμους και σκιές.

Ο Καρυωτάκης, περισσότερο από κάθε άλλον, συνάντησε τον κόσμο, όπως δίδαξε πριν από χρόνια ο Χρόνης Μίσιος. Η αγάπη, τραγική και ανεκπλήρωτη, ένα πεπρωμένο που ποτέ δεν θα κατακτηθεί κατακλύζει κάθε νεύρο της ζωής του. Πριν απ΄την Πρέβεζα, η συνείδηση που γκρεμίζεται. Πριν απ΄το θάνατο οι σειρήνες, σαν κάθε ταξίδι. Απ΄το πολύ της ζωής ως το τελευταίο της μυστήριο. Να, από μια τέτοια φανταστική αφορμή πιάνονται τα ποιήματα. Θα μεγαλώσουν κάποτε για να γίνουν τραγούδια και σταθμοί ανεφοδιασμού της κατεστραμμένης μας φαντασίας. Δεν θα γεννιόταν τέτοια μοναξιά δίχως τ΄ανθρώπινα που κυλούν μέσα απ΄το παράξενο. Σαν τ΄άλματα των πρώτων χορευτών, που στέκουν στον αέρα για μια αιωνιότητα, τινάζουν τα φτερά τους, έναν αιώνα σχεδόν τώρα τα ποιήματα του Κ. Καρυωτάκη.

Δεν είναι η μέρα που πεθαίνεις, μα η πληγή σου που καίει κάτω απ΄τον ήλιο και σε θυμίζει μες στ΄άλλα ποιήματα. Πάντα κάπου ανάμεσα στη συγχώρεση και των στρατιωτών τις ώρες, ζωντανεύει ξανά τ΄ανίκητο νεύρο της ύπαρξης.

Ο Κώστας Καρυωτάκης τραγουδά γεμάτος τρόμο και ειρωνεία, σαν όλες τις ψυχές που δεν τις έπλασε καμιά ισορροπία.

*Across the Universe, John Lennon /Paul McCartney
[...Images of broken light, which dance before me like a million eyes...]

©Απόστολος Θηβαίος

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία