Γεωργία Διάκου, Και είναι το σώμα της καπνός -ποίηση

diakou23.7.17

fav-3

Πολλά υποσχόμενο

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ.
Μα για αύριο δεν έχω φτιάξει φαγητό.
Έξω κάνει κρύο. Δεν έχω τελειώσει τη σχολή.
Η μάνα μου κλαίει για κάτι που αγνοεί.

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ.
Μα στο κεφάλι μου βόσκει ένα πρόβατο ηλεκτρικό.
Ο κόσμος βρωμά. Δε βρίσκω την τέλεια νυχτικιά.
Η αδελφή μου τσιρίζει στου νόμου την καταχνιά.

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ.
Μα στην επαρχία μιλούν ακόμη για την παρθενιά.
Η οθόνη κεντά. Δεν πλένω φούτερ στη Σκουφά.
Ο πατέρας μου βρυχάται για τραύματα συστημικά.

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ.
Μα τα ελάφια έχουνε κοντά μαλλιά.
Η λύπη ξερνά. Δεν έχω χρόνο για τα μωρά.
Η Στέλλα μου πίνει ούζο σε fade out σκηνικά.

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ .
Μα η άνοδος επιτάσσει ύφος σοβαρό.
Το κεφάλι γυρνά. Δε βρίσκω άκρη στο μακελειό.
Η τρέλα μου παίρνει κορμί ερωτικό.

Θα ήθελα να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ.
Μα ας πούμε για αρχή πως είμαι μικρή
και η ποίηση τέτοια κυρία, τοξική.

Τα μεσάνυχτα πλέουμε σε άστεγα κρεβάτια
διαμελισμένοι από την σύγχυση της εποχής.
Η σταυροφορία μας καθίζεται σε τρεις κόλπους
και ξυρισμένα πλευρά. Ωστόσο,
θέλω να γράψω ένα ποίημα με χιούμορ,
καθώς η Chinatown ιχνογραφείται
στο πόδι της χήνας σου και κάθε ιδέα
υπαρξιακή μοιάζει σε μένα απλώς σαχλή.

fav-3

Γαστέρα

Όλες μου οι αγάπες
ήθελαν να με παντρευτούν
Καμιά τους δεν με ερωτεύτηκε
Η δέσμευση όμως αντηχούσε
γαλήνια στα αφτιά τους.

- Φαίνεται ανισόρροπη –
Σκέφτονταν.
Ειδικά όταν ξυπνάει.
Ω, ναι τότε μπορούμε
να της πούμε τα πάντα
για να νιώσει ευάλωτη,
να την πιάσουν τα κλάματα,
να κρυφτεί κάτω από το πάπλωμα
με τους μαύρους ταράνδους
και να γίνει ολότελα δική μας.

Το κορίτσι των φαντασιώσεών μας
Το όνειρο με τα δερμάτινα εσώρουχα.

Εγκιβωτισμένη αφήγηση:
Στις τέσσερις το χάραμα όταν τα παιδιά της γειτονιάς
γυρνούσαν με τις χαλασμένες εξατμίσεις και
τα υγραμένα μπούτια τους στο σπίτι ,ανάβαμε
όλοι τα φώτα στο σαλόνι .Αναμέναμε
την λέξη που θα σήμανε την συνέχεια του
πολέμου.
« Τι ώρα είναι αυτή που γυρνάς; Πουτάνα.»
Και χρατς. Ένα βαρύγδουπο χαστούκι ή μια
κλειστή πόρτα ακριβώς πάνω στο κοκαλάκι
της μύτης για να βγάλει αίμα, να βιώσει
το αίμα, να καταλάβει το σύνταγμα και
τα χριστά μας ήθη, το παλιόπαιδο.
«Ναι, άσ’το να ματώσει το μαλακισμένο.»

Στο νησί Κίχνου τα δερμάτινα εσώρουχα
δεν είναι της μόδας. Μόνο κάτι
πολύχρωμες στολές από μαλακό
μαλλί με άνετη πλέξη και υφή.
Η Αστάρτη δεν κοιμόταν ποτέ,
άρα ποτέ δεν ήταν ευάλωτη
αφού ήταν πάντα ξύπνια
εποπτεύοντας τις δικές της λάμψεις
ευφυΐας και ζεστού καφέ.

Κάποια αγάπη τής είχε πει πως
τα μαλλιά της μοιάζουν με τον Συρ Ντάρια
τον μήνα που χύνεται στη λίμνη Αράλη.
Δεν της ζήτησε ποτέ να παντρευτούνε.

Κι αυτή η σιωπή εγγράφεται στους ήλιους
που δύει το σώμα μας ως χρόνος ελεύθερος
την ώρα που το μαύρο τσάι Πεκίνου ρέει
στην βικτωριανή πορσελάνη και το τζάμι
μάς τοποθετεί εντός επί των αυτών δικών μας.

fav-3

Διανυκτέρευση στο σπίτι του Αλέξη Ακριθάκη

Ήταν η ομορφιά περίσσια σε κείνο
Το ανάστημα και το φαρδύ τον δρόμο
Για πότε την πόρτα άνοιξες και είδα
Εσέ μπροστά μου. Τα γόνατά μου
Λύθηκαν και είχα σημαία που
Δείχνε πως είσαι αγαπημένος. Ένα τατού
Με έργο σου απ΄τα παλιά τα χρόνια.

Ο ποιητής και το πουλί δεμένα
Στη μελάνη. Στην όψη είχα
φάντασμα και τραύμα στο κεφάλι.
Λεφτά δεν θα μου έπαιρνες
Να κοιμηθώ σιμά σου.
Μονάχα εκεί που πέσαμε
Στον καναπέ της θείας
Με ρώτησες με πρόσωπο
βαθύ κι απορημένο.
« Δεσποινίς, μήπως η θλίψη μας
δεν είναι ειδική; Μήπως δεν είναι
καν δική μας; »
Αλλαξοπίστησα και γω και μίλησα
Για ελπίδα.
Το χάραμα σε έσφιξα και έφυγα
Φοβούμενη να μην φανεί η ταυτότητα
και κείνη η παλιά λατρεία.

–Μνημόσυνο σου έκανα στον καφενέ του Μήτσου.–

fav-3

mademoiselle Julie

Πίνει καφέ και βάφεται
Την ώρα που ξυπνάει
Η δεσποινίς Τζούλια
που τρέμει και λυγάει .
Ψέμα είναι αυτό
ανήθικο το άλλο.
Όταν θυμάται
χάνεται και σαν
λιποθυμάει φέρνουν
Τα σύνεργα οι χαζοί
Τα ξωτικά κ’ οι άντρες.

Τρίβουν τα μάτια τους
εμπρός στη θέα της σελήνης
Και είναι το σώμα της καπνός
Ο νους μετεωρίτης.
Αυτοκτονεί εκπρόθεσμα
Σαν να’ θελε να γίνει
τσίχλα που έξαλλα πετά
Και πόλεμος ειρήνης.

fav-3

Επεισόδιο στην Ειδομένη

Αν μας βοηθήσει ο…
Εδώ έγινε μια παύση
καθώς οι περισσότεροι
μεταφέρθηκαν στο διπλανό χωράφι.
Γνωρίζοντας την τοπιογραφία του καταυλισμού
Περπάτησαν με τα χέρια στις τσέπες
ενώ μια μπάλα έφτανε να πλήξει την αδιάφανή
τους θλίψη.
Λίγο πιο πέρα δυο παιδιά στήνουν τέρμα
Πάνω στις ράγες
Ποιος ξέρει;
Ίσως έχουν όνειρο να παίξουνε
Στην Μπουντεσλίγκα.

*
©Γεωργία Διάκου

φωτο©Στράτος Φουντούλης

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση