Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Ο Τελευταίος Μάης (προδημοσίευση)*

sotirellos20.7.17
favicon

Κάθε φορά που έφερνα στο νου μου την ανάμνηση του Λίγκρη ένα δυσάρεστο ανακάτεμα ταρακουνούσε το στομάχι μου, η ιστορία του αποτελούσε μια τυπική αρχαία τραγωδία γραμμένη από το σύγχρονο, ελληνικό πελατειακό κράτος. Διετέλεσε αρχηγός της αντιτρομοκρατικής κατά την περίοδο της εξάρθρωσης της «3ης Σεπτεμβρίου», της μεγαλύτερης και μακροβιότερης τρομοκρατικής οργάνωσης που είχε γνωρίσει η χώρα. Η μεθοδικότητα και ο άριστος συντονισμός των επιχειρήσεων συνέβαλαν αποφασιστικά τόσο στο δέσιμο των κατηγοριών που συμπεριλήφθηκαν στη δικογραφία όσο και στη σύλληψη όλων των μελών της οργάνωσης.

Με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας ωστόσο έπεσε σε δυσμένεια, παραγκωνίστηκε και τελικά μετατέθηκε στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Αυτή ήταν η ανταμοιβή του πιο αποτελεσματικού, αδιάφθορου και ικανού αστυνομικού που είχε περάσει τα τελευταία χρονιά από το σώμα. Ανήμπορος να σηκώσει το βάρος της αδικίας, εγκλωβισμένος στα άχαρα και πληκτικά καινούργια γραφειοκρατικά του καθήκοντα, αποκλεισμένος από τον χώρο δράσης που κάποτε αντλούσε όλο το οξυγόνο του, εξόριστος σχεδόν στα γκούλαγκ των εγχώριων δημόσιων υπηρεσιών βρήκε παρηγοριά στο αλκοόλ. Αυτός ο άνθρωπος που μέχρι πρότινος δεν είχε βρέξει με σταγόνα τα χείλι του έφτασε να καταναλώνει τρία μπουκάλια βότκα την ημέρα.

Αν θεωρούσα τον Στεργίου υπεύθυνο των επιλογών του και δεν ένιωθα την παραμικρή λύπη για την κατάντια του, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον Λίγκρη. Η περίπτωση του ήταν η ισχυρότερη επιβεβαίωση του κανόνα μιας κοινωνίας που επιβράβευε τους τενεκέδες και καταβαράθρωνε τους ικανούς. Χρειάστηκα κοντά μια ώρα για να σκαρφαλώσω με το αυτοκίνητο στο Μενίδι. Εκεί, στο πατρικό του, είχε μετεγκατασταθεί μετά το διαζύγιο , απόρροια όλων των προηγούμενων συμφορών του. Με υποδέχτηκε αξύριστος, με δέκα επιπλέον κιλά και μάτια κατακόκκινα από το αλκοόλ. Το μόνο που διατηρούσε από τον παλιό καλό του εαυτό ήταν η μειλιχιότητα του ακόμα και τώρα που τα χαρακτηριστικά του είχαν τραχύνει και αλλοιωθεί από τις αναποδιές.

«Καλώς τον»

Παραμέρισε για να περάσω χτυπώντας με φιλικά στον ώμο. Προχώρησα στα ενδότερα και πέρασα σε ένα λιτό καθιστικό με παλιά έπιπλα και ένα σκονισμένο σεμεδάκι στηριγμένο πάνω σε μια παμπάλαια, ασπρόμαυρη τηλεόραση. Υπέθεσα ότι είχε εξαφανίσει τα μπουκάλια άρον-άρον, όπως ένας εγκληματίας τα πειστήρια της πράξης του, αλλά τα ξινισμένα χνώτα του τον πρόδιδαν από χιλιόμετρα.

«Δεν έχω τίποτα να σε τρατάρω, ήταν να πάω σούπερ-μάρκετ αλλά με πρόλαβες στο τσάκ»

Κούνησα τον καρπό μου συγκαταβατικά, κάτω από το τραπεζάκι διέκρινα μια στοίβα αστυνομικές επιθεωρήσεις, τράβηξα ένα παλιό τεύχος και το φυλλομέτρησα προσποιούμενος τον αδιάφορο.

«Έχεις μπλέξει άσχημα με την υπόθεση έτσι;»

Ανακίνησε από μόνος του το θέμα.

«Έτσι ακριβώς, μάλλον το τοπίο έχει αλλάξει αισθητά από την εποχή σου. Κανείς δεν πίστευε ότι μετά την εξάρθρωση της «3ης Σεπτεμβρίου»  θα είχαμε τα ίδια»

«Χαζομάρες, ο Έλληνας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς επανάσταση. Τουλάχιστον τα πράγματα τότε ήταν πιο ξεκάθαρα»

Απάντησε νεύοντας απαξιωτικά.

«Αυτό πιστεύω και γω, ακόμα και αν δεν βλέπατε τον εχθρό τον γνωρίζατε, φρόντιζε ο ίδιος να διατηρεί το προφίλ του ευκρινές, έπαιζε τίμια έστω και αν χτυπούσε πισώπλατα. Τώρα μέσα στο πλαίσιο μπήκε κάθε καρυδιάς καρύδι»

«Σημεία των καιρών, οι κοινωνίες δεν μένουν ποτέ στάσιμες. Η «3Η Σεπτεμβρίου» ήταν μια ιστορική αναγκαιότητα, όταν ξεπήδησε το ζητούσε η εποχή. Το αίμα από το πολυτεχνείο ήταν ακόμα νωπό, η μισή Κύπρος είχε χαθεί, ο λαός φώναζε «έξω οι βάσεις απ’την Ελλάδα», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Δεν πρόλαβες εκείνες τις εποχές, ήταν άγριες, ο κόσμος ισορροπούσε συγχυσμένος ανάμεσα στην ταπείνωση και την καταστολή του παρελθόντος και τον σοσιαλισμό που τον τάιζε μια χούφτα επιτήδειων. Κάθε σφαίρα που τρυπούσε το τομάρι κάποιου κατάλοιπου της Χούντας, κάποιου αμερικάνου «πράκτορα» ή μεγαλοβιομήχανου αναπτέρωνε το πληγωμένο ηθικό του κάθε καρπαζομένου νοικοκυραίου. Μέχρι να μπούμε στο δρόμο της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού» και οι δρόμοι να γεμίσουν Μερσεντές η «3η Σεπτεμβρίου» διατηρούσε το έρεισμα της ακέραιο. Θυμάσαι τότε που είχε προτρέψει τους πολίτες, μέσω προκήρυξης, να ρίξουν λευκά στην κάλπη αν συμφωνούν με την πρακτική της και τα ποσοστά τους άγγιξαν το τέσσερα τοις εκατό, αν αυτοί οι δολοφόνοι ήταν κόμμα θα είχαν μπει στο κοινοβούλιο με τα τσαρούχια. Αλίμονο όμως, η ίδια η εποχή την ξεπέρασε πολύ πριν την εξαρθρώσουμε εμείς, έστω και αν κάποιοι εξακολούθησαν να πληρώνουν την αδυναμία της να παραδεχτεί την ήττα της με τις ζωές τους»

Πήρα μια βαθιά εισπνοή νικοτίνης και φύσηξα τον καπνό στο ταβάνι.

«Και τώρα… τώρα ποια αναγκαιότητα ωθεί όλους αυτούς τους πιτσιρικάδες να βάζουν βόμβες και να ονειρεύονται μια πόλη γεμάτη ερείπια; Ποιος τους στέρησε την ελευθερία και τις ανέσεις τους για να στρέφονται με τέτοιο μένος εναντίον του; Έχεις δίκιο, δεν έζησα χούντα και θυμάμαι αδρά τη μεταπολίτευση, αλλά δυσκολεύομαι να καταλάβω το γιατί»

Αναστέναξε με το νικημένο ύφος ενός πατέρα που προσπαθεί να εξηγήσει όλα τα παράδοξα του κόσμου στο παιδί του.

«Η πόλη είναι ήδη ερείπια, όλη η χώρα είναι ερείπια, δεν χρειάζεται να πέσουν δοκάρια και μεσοτοιχίες για να το καταλάβεις. Το λάθος σου είναι ότι αρνείσαι την πραγματικότητα, βλέπεις αυτό που φαίνεται και όχι αυτό που ισχύει, όταν κάποια στιγμή το συνειδητοποιήσεις θα φτάσεις πολύ πιο κοντά σε αυτά που ζητάς. Η «3η Σεπτεμβρίου» μπήκε στο χρονοντούλαπο, αλλά η νέα γενιά των επίδοξων διαδόχων της δεν μοιράζεται τίποτα απολύτως μαζί της. Πρόκειται για τη μετάλλαξη ενός ιού που απαιτεί εντελώς νέα μέσα για να αντιμετωπιστεί. Για να καταλάβεις το γιατί πρέπει να πρώτα να καταλάβεις το θυμό τους, τη μολότοφ δεν την πετάει το χέρι αλλά το μυαλό. Ανάμεσα τους υπάρχουν παιδιά μεταναστών, που είδαν τους γονείς τους να ταπεινώνονται και το ίδιο το σύστημα να τους φράζει κάθε προοπτική»

«Υπάρχουν και παιδιά που μεγάλωσαν στα Βόρεια Προάστια, που θήτευσαν στα καλύτερα και ακριβότερα ιδιωτικά σχολεία»

Του αντέτεινα φέρνοντας στο μυαλό μου τη βίλα των Μαυροθάνων.

«Σου κάνει εντύπωση; Μεγάλωσαν ακούγοντας τους γονείς τους να κομπάζουν για το Μάη του ‘68 και το Νοέμβρη του ‘73 ενώ τα ξεσκάτιζαν Φιλιπινέζες νταντάδες. Με μαμάδες που τα νανούριζαν με Μπρετόν και Νετσάγιεφ και παράλληλα έγραφαν βίπερ της κακιάς ώρας για τις εξορμήσεις τους στη Μύκονο. Ανατράφηκαν σε οικιστικά ενυδρεία, με προκατασκευασμένες προοπτικές και προδιαγεγραμμένες ζωές. Διαμαρτυρία είναι όταν λέω ότι κάτι δεν με ευχαριστεί. Αντίσταση είναι όταν διασφαλίζω ότι αυτό που δεν με ευχαριστεί δεν πρόκειται να μου ξανασυμβεί.Ξέρεις σε ποιόν ανήκει αυτή η φράση;»

«Στον Λένιν;»

«Στην Ουρλίκε Μάινχοφ! Όλα αυτά τα χρόνια ξεψάχνισα ένα σωρό συνεντεύξεις και βιογραφίες τρομοκρατών. ‘Ο,τι δεν θέλουν να τους ξανασυμβεί, είναι ίσως το ίδιο το παρελθόν τους»

Κατέληξε με τη φράση του να ηχεί ανυπόκριτα στομφώδης. Σηκώθηκε και τον μιμήθηκα ακολουθώντας τον στην τσιμεντένια, υπερυψωμένη αυλή με τους τενεκέδες παλιών  λιπαντικών αυτοκινήτων μέσα στους οποίους είχε φυτέψει βασιλικό και τριανταφυλλιές. Ατένισε τον ορίζοντα με το κουρασμένο, μελαγχολικό βλέμμα του βάζοντας τα χέρια στις τσέπες.

«Ξέρεις ποια ήταν η αγαπημένη μου ασχολία όταν κυνηγούσα την 3η Σεπτεμβρίου»

Γύρισε και με ρώτησε. Τον κοίταξα με απορία.

«Να πηγαίνω στο μοναστηράκι και να ψάχνω για μαρξιστικές μπροσούρες, αναρχικές επιθεωρήσεις και παλιά περιοδικά από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Έψαχνα την εξήγηση ανατρέχοντας στο παρελθόν, στα χρόνια του αντιδικτατορικού αγώνα των ελλήνων φοιτητών στο Παρίσι και το Βερολίνο, στις ιδεολογικές ζυμώσεις και το μετά, όταν οι παλιοί σύντροφοι πετάξαν τις τραγιάσκες και τα αμπέχονα και ανέλαβαν υπουργεία και πανεπιστημιακές έδρες. Μόνο που κάποιοι πιο τρελαμένοι δυσκολεύτηκαν να εγκαταλείψουν το δρόμο της επανάστασης και της αμφισβήτησης. Όταν όλοι οι υπόλοιποι συμβουλάτορες και πράκτορες μου αράδιαζαν ένα σωρό, αβάσιμες θεωρίες για τον αρχηγό της «3ης Σεπτεμβρίου» και η κάθε κυβέρνηση έδινε τη γραμμή για τις έρευνες εγκλωβισμένη στα μικροπολιτικά της συμφέροντα, εγώ… εξακολουθούσα να τον ψάχνω εκεί, ακολουθώντας τα χνάρια που άφησε από την αφετηρία ως το παρόν, δεν προσπαθούσα να βρω την…απάντηση, αλλά να…θέσω πρώτα στον εαυτό μου… τη σωστή ερώτηση»

Όσο προχωρούσε την αφήγηση του το τραύλισμα στη φωνή του γινόταν όλο και πιο αισθητό, παρατήρησα τα χέρια του μέσα από τις τσέπες να τρέμουν, ισώς γι αυτόν ακριβώς τον λόγο τα είχε καταχωνιάσει μέσα τους. Το στερητικό σύνδρομο από την έλλειψη αλκοόλ καταλάμβανε σιγά-σιγά και βασανιστικά τον οργανισμό του. Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση, ούτε να του πάρω κάτι από την αξιοπρέπεια. Τον ευχαρίστησα για την κουβέντα και κίνησα για το αυτοκίνητο.

 
favicon
* «Ο τελευταίος Μάης» πρόκειται να κυκλοφορήσει στο τέλος του Ιούλη από τις εκδοσεις «Anima»
©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία