Γιώργος Παπαθανασόπουλος, Το γλυκό

papathanassopoulos19.7.17

favicon

Τώρα την άνοιξη και μετά, που καλοκαίριαζε κατέβαινε ο μπάρμπα Κώστας στο κάτω χωριό καβάλα στ΄ άσπρο άλογό του κι έμπλεκε με καλές παρέες, ενίοτε και με κακές, στα καφενεία κι έπινε τα ουζάκια του κι όταν πέρναγε η ώρα καβαλίκευε πάλι τ’ αλογάκι κι ανηφόριζε στο μονοπάτι για το σπίτι του στ’ απάνω χωριό.

Τον συμπαθούσα το μπάρμπα Κώστα, αν και δεν ήμουν ο μόνος, όλοι τον συμπαθούσαν, ήταν φτιαγμένος από τέτοιο ύφασμα. Εγώ είχα έναν ιδιαίτερο λόγο και θα τον πω εν συντομία. Όταν αρραβώνιασε την κόρη του και με πήρε η μάνα μου και πήγαμε, συγγενείς όντες, ρώτησα τη μάνα μου στο δρόμο, τι ευχή λένε και η μάνα μου μου είπε, καλά στέφανα. Όταν πήγαμε εκεί στο σπίτι του μπάρμπα Κώστα μας υποδέχτηκε ο ίδιος κι εγώ του είπα, καλά στέφανα μπάρμπα. Εκείνος μου απάντησε γελώντας, αμήν παιδί μ’, αμήν και πότε, αλλά μ΄ένα γέλιο καλοσυνάτο, όχι υποτιμητικό για το ατόπημά μου. Τέτοιος ήταν ο μπάρμπα Κώστας, πνευματώδης, καλαμπουρτζής, καλός άνθρωπος.

Μια μέρα απ΄ όλες, όταν τέλειωσε με τις παρέες και τα ουζάκια στο κάτω χωριό πήρε με τ΄αλογάκι του το μονοπάτι, το ανηφορικό, που πέρναγε πάνω από το σπίτι της ανιψιάς του της Ρίνης κι όταν πλησίασε προς το σπίτι άρχισε το τραγούδι, «τώρα είν’ ο Μάης κι άνοιξη, τώρα είν’ το καλοκαίρι». Τον άκουσε η Ρίνη και του φώναξε, έλα μπάρμπα να σου δώσω γλυκό, τώρα το ‘φτιαξα.

Τη συμπαθούσε την ανιψιά ο μπάρμπα Κώστας όπως συμπαθούσε όλες τις γυναίκες, αλλά την ανηψιά λίγο παραπάνω. Δε στέκεται μωρή ανιψιά ετούτο το ζωντανό γαμού τ΄ αυτιά του, το έχουν πάρει κι αυτό τα χρόνια όπως και μένα, αλλά βάλε ένα ουζάκι θα το πιώ, ξέρεις με τα γλυκά δεν τα πάω καλά.

Κάθισε ο μπάρμπα Κώστας και του ΄φερε η Ρίνη το ουζάκι και την καλοκοίταζε εκείνος, που ήταν καλοθρεμμένη η ανιψιά, τριζάτη, με πιασίματα καλά και της είπε, ανιψιά πρέπει να παντρευτείς τώρα πια, να βρεις ένα καλό παλικάρι, να βάλεις το ψωμί στο σακούλι και γελούσε η Ρίνη γιατί της άρεσε η προτροπή του μπάρμπα της να ΄βαζε το ψωμί στο σακούλι και να το είχε διαθέσιμο σε κάθε ανάγκη, ανά πάσα στιγμή, άνθρωποι ήμαστε.

Θα το φας και το γλυκό μπάρμπα του λέει η Ρίνη κι έφερε το δίσκο μ΄ ένα πιατελάκι με δυο κομμάτια γλυκό κι ένα πηρουνάκι δίπλα, τώρα μόλις το ΄δεσα. Θα το φάω ανιψιά μιας και είναι από τα χέρια σου και σαν το δοκίμασε λέει, τι γλυκό είναι τούτο μώρε Ρίνη δεν έχω ματαφάει τέτοιο, με τα έξυπνα μάτια του να τρέχουν γρήγορα από πάνω μέχρι κάτω στα ώριμα νιάτα της ανιψιάς.

Περγαμόντο είναι μπάρμπα, είπε η Ρίνη, περγαμόντο, είναι καλό;

Υπεργαμούτο ανιψιά, υπεργαμούτο, απάντησε με φανερή ικανοποίηση.

*

©Γιώργος Παπαθανασόπουλος

φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία