Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Νήσος Έλλις

(17 μικρά ποιήματα & κείμενα)

thiveos27.6.17
favicon

Δεν επιπλέει
και δεν σώζεται με τίποτε
το πρόσωπό σου
Α. Τραϊανός

I.
Η Έλλις πάει τέλειωσε. Μ΄ένα βιολί να κυλά στις φλέβες της, σώμα από χορδές και παρακείμενους. Να παραδίνεται λέει  στο φύσημα του ανέμου, όλο χορδές  η Έλλις που κοιμήθηκε για πάντα στα πόδια του βουνού.
Η Έλλις ήταν από τερακότα, συνήθιζε να μας κοιτά με ειρωνεία και απ΄τα μέσα δωμάτια φωνές, απελπισίες, οι τρομεροί πληθυντικοί.
Θα γράψω πολλές σελίδες για την Έλλις.
Ο θάνατός της ήταν από μια άλλη αιτία, ο νους μας δεν τον χωρεί.
Έτσι θα ξεκινώ πάντα, μιλώντας για κείνη.

II.
Την Έλλις τη γνωρίζω εδώ και χρόνια. Δεν πιστεύω πως θα΄κανε κάτι τέτοιο. Πως η Έλλις που γνωρίζουμε, που συναναστρεφόμαστε θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Εμείς τη βοηθούσαμε. Και ειδικά ο πατέρας κάθε απόγευμα την επισκεπτόταν με τις ευλογίες της μητέρας. Την συμβούλευε σωστά  την Έλλις και έτσι δεν φανταστήκαμε πως εκείνη θα έπεφτε τόσο χαμηλά, χάνοντας όλη την αξιοπρέπεια του κόσμου. Καμιά φορά οι άνθρωποι πέφτουν έξω, κρίνουν λανθασμένα. Η Έλλις είναι μια τέτοια περίπτωση, ένα παράδειγμα προς αποφυγήν. Δεν μπορούμε να την βοηθήσουμε περισσότερο. Η εικόνα της θα σβήσει στο ύψος του δρόμου, ένας πίνακας μισοθαμμένος στα ερείπια μιας πόλης. Είναι φριχτό για τα παιδιά μας, για το καλό μας πάρτε την από δω. Η θέση της είναι μ΄ανθρώπους που θα την αγαπούν και θα την φροντίσουν.
Η Έλλις με χαμένο το βλέμμα πέρασε μέσα απ΄το πλήθος. Στο παιδικό της μυαλό αυτό το πανηγύρι, αυτοί οι ξέφρενοι άνθρωποι. Έτσι είναι σκεφτόταν η χώρα των μάγων και σαν τις δωδεκαετείς τραβούσε ίσια προς τον θάνατο, ανίδεη για το έγκλημά της.

III.
Πώς λέγεστε;
Έλλις.
Έλλις, τι;
Άναψαν και έσβησαν όλες οι κλίμακες ανεξαιρέτως, μικρούς τριγμούς μέσα στη νύχτα είπαν ένιωσαν οι ποιητές, τίποτε δεν αποδείχτηκε.
Τ΄όνομά της δεν μας το είπε ποτέ.

IV.
Αργά το βράδυ το αλιευτικό Νήσος κατέπλευσε στο λιμάνι. Παρέμεινε ως το ξημέρωμα μ΄ανοιχτά τα φώτα του. Κανείς δεν φάνηκε στην γέφυρα. Ορίσαμε σε κάθε εποχή μια επιτροπή αφοσιωμένη σ΄αυτήν την σκοπιά αφού τίποτε δεν τέλειωσε ακόμη. Πριν φέξει το αλιευτικό κύλλησε μετέωρο στην ανοιχτή θάλασσα αφήνοντάς μας την αίσθηση του ανικανοποίητου.

V.
Η Έλλις έζησε τα γεγονότα ενός ολόκληρου αιώνα. Γεννήθηκε στις αρχές του 1900. Έκτοτε δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, καθεστώτα, επαναστάσεις και διαψεύσεις, την κούρασαν. Έτσι αποτραβήχτηκε κατοικώντας το μικρό εξώστη στο πρώτο μπλοκ των εργατικών κατοικιών. Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη της εποχή. Επειδή, το καλοκαίρι η Έλλις διαβάζει τα σχήματα των ανθρώπων σ΄αυτήν την ανεπανάληπτη κάτοψη της πλατείας. Παρατηρεί τις διασταυρώσεις, τις αψιμαχίες, τις τρυφερές αγκαλιές των ερωτευμένων, σαν βρίσκονται εδώ, στο τελευταίο σύνορο του κόσμου. Κάθε τόσο ακουμπά τα απόκρημνα χέρια της στα κιγκλιδώματα. Όλο διστάζει μα μέσα της βαθιά η Έλλις ελπίζει πως το μυστικό θα της αποκαλυφθεί και πως μεμιά της κίνηση θα διαπρέψει για τελευταία φορά μες στον χαλασμό.

VI.
Η Έλλις αναγεννησιακή και αμίμητη ζωγραφίζεται απ΄τους φοιτητές της σχολής των καλών τεχνών. Όπως το κεφάλι της Μέδουσας σ΄άλλες εποχές έτσι και τώρα ενώπιόν της συρρέουν απ΄ολες τις σχολές, όλα τα ρεύματα. Έλλις είσαι η περιφρόνηση και το ποίημα, οι κύκλοι της μοίρας μας συναντιώνται στ΄απάνω χείλη σου.

VII.
Υπάρχουν ποιήματα που μιλούν για την ¨Ελλις. Λένε, τίναζε τα μαλλιά της στις πηγές, μ΄οστέινο, σκοτωμένο πρόσωπο από έβενο και φώναζε τ΄όνομά σου, φώναζε τ΄όνομά σου. Γιουδήθ, Κατερίνα, Αλεξάνδρα, Ισμήνη, Πολυξένη όλες της ζωής μας οι μούσες. Δεν θα ξαναγράψω ποτέ για την Έλις. Όσα και αν είπα τ΄αναιρώ, ενστικτωδώς υποκλίνομαι στα ποιήματα.

VIII.
Η Έλλις περιμένει μ΄ένα τριαντάφυλλο στο στόμα. Το σπίτι είναι ζεστό και τρυφερό. Ένας ένας περνούν τον προθάλαμο και χάνονται σε κάτι στενά ανεξερεύνητα, μες στην παλιά πόλη, αμήχανοι έτσι που νικήθηκαν όλες οι φρουρές, έτσι που αφέθηκε στο έλεός του τούτο το σπίτι. Η Έλλις παίρνει τα περισσότερα από κάθε άλλη κοπέλα. Μα κάνει όλα τα γούστα και διεγείρει αξεπέραστα τους πιο εκλεκτικούς.

IX.
Τα φώτα από νέον τίποτε δεν αποκάλυψαν περισσότερο απ΄το πρόσωπό της. Η Έλλις είχε πεθάνει χρόνια τώρα και αυτή η πεταλούδα της νύχτας που δίψασε για φως, δεν πρόσθεσε τίποτε στους ρόλους, την πλοκή. Η Έλλις είχε πεθάνει χρόνια τώρα, καταργώντας ένα σωρό σπουδαίες ιδέες.

X.
Η Έλλις είναι αγοροκόριτσο. Το πρωί χαλάει τον κόσμο, παλεύει στις λάσπες, παίζει πετροπόλεμο και είναι ανάγωγη. Η Έλλις είναι ανάγωγη, ανάγωγη, ανάγωγη. Έτσι όπως πάει θα κυλήσει στην ποίηση, θα σκορπίσει τη ζωή της, θα τινάζεται στους τοίχους του δωματίου, θα πίνει με την καρδιά της γαλάζια αέρια, όλα όσα της απέμειναν θα χάνονται και θα κερδίζονται.

XI.
Όταν χορεύει η Έλλις το μαγαζί χαμηλώνει τον φωτισμό. Όλα τα φώτα πέφτουν πάνω της, η Έλλις χορεύει, ρίχνει τα πέπλα της, γίνεται όλες οι εποχές, όλες οι γλώσσες, όλων των σωμάτων το αλφάβητο. Οι θαμώνες σταματούν τα χαρτιά και την κουβέντα και θαυμάζουν την Έλλις που όλο γέρνει πάνω στη σκηνή, αθροίζοντας τις χίλιες και μία γεωμετρίες της στο μυστήριο αυτού του κόσμου. Έπειτα σωριάζεται στα πόδια κάποιου πελάτη, γελά με  ό,τι απέμεινε απ΄την καρδιά της η Έλλις, δεν θυμάται τίποτε απ΄την παλιά της ζωή. Μια κάποια ώρα ταραγμένη, με ένα γκρεμισμένο μακιγιάζ ξεχύνεται τρελή από πόνο στους δρόμους, παίρνοντας απ΄την αρχή τη ζωή της. Η Έλλις έχει καλή ψυχή και το πρωί τραγουδά στις διασταυρώσεις μισομεθυσμένη, με τη νεανική της πορφύρα να φθείρεται αργά. Τίποτε δεν θυμάται απ΄τις νύχτες.

XII.
Το ποτάμι οδηγεί ως την πόλη. Έχει χιλιάδες πνιγμένους,  απόκρημνες ακτές και πολλά καταφύγια. Το ποτάμι το τραγουδούν οι αντάρτες που τραβούν κατά την Μπογκοτά, το ποτάμι έχει ένα γέρικο ρεύμα ως το τέλος του. Εδώ πνίγηκε κάποτε η Έλλις, λένε οι περατάρηδες, κάτι Ινδιάνοι με πολύχρωμα φτερά αετών. Εδώ, καθώς λέει ο μύθος η Έλλις βάδισε αργά πάνω στα νερά και χάθηκε σαν το θέαμα ενός αιώνα.

XIII.
Η Έλλις είναι ένα κομμάτι ιστορία, παλια προπύλαια.

XIV.
Η Έλλις είναι ένας μικρός τριγμός στη σιωπή μας.

XV.
Η Έλλις είναι μια απ΄τις μαθήτριες του τοπικού λυκείου. Με τη ζωγραφιστή κορδέλα και τ΄όνομα ενός οχηματαγωγού στο γείσο του μικρού παναμά της μας κόβει την ανάσα, κάτι παλαϊκό μας υπενθυμίζει.

XVI.
Η Έλλις είναι κάτι παραπάνω απ΄την περίφημη δεσποινίδα των Ονδούρων. Είναι μια ζωντανή ποσότητα και δεν μπορώ να φανταστώ πως νιώσατε στ΄αλήθεια για τι πράγμα σας μιλώ.

XVII.
Δεν ξαναείδα την Έλλις ποτέ. Τελευταία φορά στη γέφυρα του ατμόπλοιου Χρυσάνθη στα βάθη του νότου. Μετά από χρόνια την συνάντησα, έτσι φευγαλέα διαλυόταν μες στο φως, σ΄έναν παράξενο διαγωνισμό για καναρίνια. Αντίο Έλλις, ψέλισσα και συγκράτησα μόνο αυτήν την αιωνιότητα της εντύπωσης που θα σημαίνει για πάντα τ΄όνομά της.

Στην Νήσο Έλλις, ένα σωρό παράξενοι φωτισμοί εξασθένησαν. Η άφαντη εμβέλεια της ψυχής τους παρέμεινε μνημειώδης. Μεσολόγγι, Άρτα, Κόρινθος, Ιωάννινα. Εκείνοι οι ωκεανοί τίποτε περισσότερο δεν υπήρξαν από μια μεγαλειώδη ερημιά Ελένη.

©Απόστολος Θηβαίος

photo: teacher.scholastic.com – Ellis Island Interactive

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, ελληνική λογοτεχνία, πεζοποιήματα, ποίηση